ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΣΤΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ
Μύθοι και πραγματικότητα για τον βασιλιά του τρόμου που κοντεύει τα 80 σε αυτόν τον όμορφο και τρομακτικό πλανήτη και δεν έχει σταματημό.
Με τις πωλήσεις των βιβλίων του -των περισσότερων από 65 μυθιστορημάτων του και όχι μόνο- να κοντεύουν τα 400.000.000 παγκοσμίως, με τον αριθμό όσων έχουν έρθει μέχρι σήμερα σε επαφή με το έργο του ως αναγνώστες, φανατικοί ή περιστασιακοί, αλλά και ως θεατές έστω κάποιων από τις δεκάδες κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές μεταφορές των ιστοριών του, να είναι ακόμη μεγαλύτερος, ο Στίβεν Κινγκ αποτελεί μια κατηγορία από μόνος του, τουλάχιστον όσον αφορά τη γενιά του, στα αμερικανικά και όχι μόνο γράμματα – τρόμου και γενικώς – χωρίς μάλιστα να δείχνει την παραμικρή διάθεση να «κατεβάσει ταχύτητα», με την αμίμητη παραγωγικότητά του να παραμένει αμείωτη κι ας έχουν πια περάσει 79 χρόνια από τη γέννηση του στις 21 Σεπτεμβρίου 1947.
«Υπάρχουν πολλές σιωπηρές παραδοχές στη λογοτεχνική κριτική, μία από τις οποίες είναι ότι όσο περισσότερο γράφει κανείς, τόσο λιγότερο αξιοσημείωτο τείνει να είναι το έργο του» έγραφε ο ίδιος σε ένα προ δεκαετίας, viral άρθρο του με τίτλο «Μπορεί ένας μυθιστοριογράφος να είναι υπερβολικά παραγωγικός;» «Κανείς με σώας τας φρένας δεν θα ισχυριζόταν ότι η ποσότητα εγγυάται την ποιότητα, αλλά το να υπονοείς ότι η ποσότητα δεν οδηγεί ποτέ στην ποιότητα μου φαίνεται σνομπ, ανόητο και αποδεδειγμένα αναληθές» συνέχιζε υποστηρίζοντας και πως τα μεγάλα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσα στα βιβλία συγγραφέων που σέβεται απεριόριστα, όπως η Ντόνα Ταρτ και ο Τζόναθαν Φράνζεν, τον τρελαίνουν. «Καταλαβαίνω ότι ο καθένας από εμάς εργάζεται με διαφορετικό ρυθμό (…) Αλλά καταλαβαίνω επίσης ότι η ζωή είναι σύντομη και ότι, τελικά, κανένας από εμάς δεν είναι στην πραγματικότητα ιδιαίτερα παραγωγικός. Η δημιουργική σπίθα εξασθενεί και, στη συνέχεια, την σβήνει ο θάνατος».
Τελικά τι είναι αυτό που χρωστάει η λογοτεχνία σήμερα στον Στίβεν Κινγκ; Και πώς άραγε οι ιστορικοί του μέλλοντος θα μνημονεύουν τον ίδιο και τα βιβλία του; Μιχάλης Μακρόπουλος και Έφη Τσιρώνη -μεταφραστές πολλών βιβλίων του και μύστες του έργου του- μιλούν στο NEWS 24/7 και βάζουν τα πράγματα στη θέση τους.
Όντας πολυγραφότατος και αμείωτα παραγωγικός, προφανώς δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν εξίσου καλά όλα του τα έργα. Κατά κανόνα όμως γερνούν όμορφα τα βιβλία του; Ποια θεωρείτε ότι αντικειμενικά είναι τα σημαντικότερά του, αυτά που δεν θα έπρεπε να λείπουν από καμία βιβλιοθήκη που σέβεται τον εαυτό της; Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το καλύτερο και το χειρότερο του; Αλλά και ποιο το δικό σας αγαπημένο;
Μιχάλης Μακρόπουλος: Φυσικά δε λειτουργούν… είναι ολοφάνερο. Για το καλύτερο και το χειρότερο, ειλικρινώς δεν ξέρω. Τα βιβλία του, και τα πιο παλιά -για να μην πω ειδικά αυτά- δείχνουν να κρατάνε ακόμα γερά. Για το μέλλον, δεν έχω ιδέα. Η υπόλοιπη απάντηση είναι κάπως προσωπική. Ο Κινγκ (μαζί με τον Ρέι Μπράντμπερι) ήταν ο αγαπημένος μου συγγραφέας στην εφηβεία και λίγο στη μεταεφηβεία μου (αλίμονο, δεν είμαι έφηβος πλέον). Δεν είχαμε διαδίκτυο, φυσικά, ούτε ενημερωνόμουν από κάπου. Βιβλία στ’ αγγλικά διάβαζα από τα δεκατέσσερα, τα ’βρισκα στον Σαμούχο και τον Παντελίδη στην Αμερικής, στη Φωλιά του Βιβλίου ꟷ είχαμε κάμποσα ξενόγλωσσα βιβλιοπωλεία. Μια μέρα έμπαινα κι έβλεπα νέο βιβλίο του Κινγκ, ενθουσιαζόμουν, το ’παιρνα και το ρουφούσα. Έτσι, τα πιο αγαπημένα μου είναι, μ’ έναν τρόπο νοσταλγικό, αναπολώντας τα, τα Κάρι, Λάμψη, Σάλεμς Λοτ, Νεκρή ζώνη, Νεκρωταφίο ζώων, Μίζερι, σίγουρα οι τέσσερις νουβέλες στο Different Seasons, εννοείται το Κοράκι, και πάει λέγοντας (διαβασμένα στ’ αγγλικά όλα). Όταν, ως μη ακριβώς έφηβος πλέον, έγινα μεταφραστής του Κινγκ στα Bell, μου φάνηκε σαν κατά κάποιον τρόπο να συναντούσα τον εφηβικό μου εαυτό στρίβοντας στη γωνία. Πέρσι, διάβαζε η κόρη μου το Κοράκι, το πήρα ένα βράδυ και διάβασα εκατό σελίδες. «Κοίτα πώς κυλάει ποτάμι», σκέφτηκα. Ας ξεχωρίσω λοιπόν αυτό. Και το Different Seasons ꟷ οι τρεις από τις τέσσερις νουβέλες, μεταφερμένες και στο σινεμά (Στάσου πλάι μου, Μαθήματα φόβου, Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ), «πετάνε», χάρη και στην αφηγηματική οικονομία της νουβέλας.
Έφη Τσιρώνη: Ο ίδιος φαίνεται να μη γερνάει ποτέ. Δεν ξέρω αν έχει επαφές με κάποιο από όλα αυτά τα εξωγήινα όντα που περιγράφει κατά καιρούς στα βιβλία του, ή αν πίνει κάποιο από τα μαγικά φίλτρα της φαντασίας του, αλλά στα εβδομήντα εννιά του εξακολουθεί να μας… τρομάζει με την ενεργητικότητα και την παραγωγικότητά του. Αν γερνάει λοιπόν, γιατί εξακολουθώ να διατηρώ μια επιφύλαξη ως προς αυτό, γερνάει όμορφα, και άρα τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν τα βιβλία του; Μπορεί το λεξιλόγιό του να αλλάζει – οι περικοπές των διανθισμάτων έχουν πάντοτε ευθέως ανάλογη σχέση με την προϊούσα ηλικία και σοφία –, ακόμη και κάποιες ιδέες του να επαναλαμβάνονται, τι σημασία έχει όμως; Οι πιστοί αναγνώστες του τον περιμένουν και τον διαβάζουν πάντα με την ίδια αδημονία. Ξεχωρίζουν, βεβαίως, τα καλά από τα λιγότερα καλά βιβλία του, αλλά μέχρις εκεί. Ο μαγνητισμός που ασκεί ο Κινγκ στο κοινό του λειτουργεί καταλυτικά: δικαιολογεί πολλά, και συγχωρεί ακόμη περισσότερα.
Η Λάμψη, το Αυτό, το Νεκρωταφίο ζώων, το Κοράκι και το Μίζερι βρίσκονται διαχρονικά στις πεντάδες των κατά γενική ομολογία σημαντικότερων έργων του Κινγκ. Είχα τη χαρά να μεταφράσω τα τρία πρώτα και να απολαύσω ως αναγνώστρια τα άλλα δύο, και δεν θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο με την κατάταξη. Προσωπικά, θεωρώ τη Λάμψη ως το magnum opus του. Όσο για το χειρότερο, μάλλον θα επιλέξω τους Νυχτερίτες, το βιβλίο που έχει αποκηρύξει όσο κανένα άλλο έργο του και ο ίδιος. “Απαίσιο” το χαρακτηρίζει, αν και μαλακώνει κάπως τον σκληρό χαρακτηρισμό λέγοντας ότι μια δραστική περικοπή των 700 σελίδων του θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερο αποτέλεσμα. Προς υπεράσπισή του, βέβαια, να πούμε ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γράφτηκε στην κορύφωση του εθισμού του στα ναρκωτικά και το αλκοόλ – ο ίδιος εξάλλου έχει πει πως οι Νυχτερίτες ήταν μια “ευθεία αναφορά” στην πάλη του με τον εθισμό και μία όχι και τόσο συγκαλυμμένη “κραυγή βοήθειας”.
Όσο για το δικό μου αγαπημένο, θα επιλέξω ένα από τα έργα του που έχω μεταφράσει, μιας και εκ των πραγμάτων νιώθω ότι αυτά γνωρίζω καλύτερα. Μολονότι δεν είχε την εμπορική επιτυχία ή την ευρύτατη αποδοχή άλλων βιβλίων του, η Αναβίωση είναι κατά τη γνώμη μου ένα μικρό, “βραδυφλεγές” αριστούργημα ψυχολογικού τρόμου με έντονες επιρροές από τον Λάβκραφτ, μια εκπληκτική σπουδή στον εθισμό και τον θρησκευτικό φανατισμό και με μπόνους ένα καθόλου χαρακτηριστικό για το στυλ του Κινγκ ζοφερό τέλος.
Ποιοι θεωρείτε ότι είναι οι πιο αξιόλογοι «απόγονοι» του Κινγκ στην αμερικανική λογοτεχνία; Και ποιο -αν υπάρχει δηλαδή με κάποιο τρόπο- το αποτύπωμά του στην ελληνική;
Μ.Μ.: Δεν ξέρω, δεν παρακολουθώ την τωρινή αμερικανική λογοτεχνία, παρά μόνον ως μεταφραστής όταν μου αναθέτουν κάτι. Στην ελληνική, το αποτύπωμά του είναι ο… Δημήτρης Μαμαλούκας. Αστειεύομαι, αλλά αν μπορούσε ο Δημήτρης, νομίζω ότι θα του ’δινε δυο τρία Νόμπελ.
Ε.Τ.: Αρκετοί οι αξιόλογοι “απόγονοί του”, και πρώτοι απ’ όλους οι δύο βιολογικοί, ο μεγάλος και ο μικρός γιος του, οι Τζο Χιλ (κατά κόσμον Τζόζεφ Χίλστρομ Κινγκ) και Όουεν Κινγκ. Ο Τζο Χιλ είναι ο πιο γνωστός από τους δύο (Ο βασιλιάς της θλίψης, Παράξενος καιρός, Ο πυροσβέστης, NOS4A2 Νοσφεράτου, Κερασφόρος, Φαντάσματα του 20ου Αιώνα), αλλά και ο Όουεν Κινγκ έχει κάνει αξιόλογες συγγραφικές προσπάθειες (Ωραίες κοιμωμένες, μαζί με τον πατέρα του Στίβεν Κινγκ, We’re all in this together, The Curator). Ο πρώτος, μάλιστα, άρχισε τη μεγάλη και επιτυχημένη καριέρα του χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του και κατάφερε να καθιερωθεί με τη δική του αξία.
Στα πνευματικά παιδιά του συγκαταλέγονται ο Πολ Τρέμπλεϊ (Ένα βήμα πριν την αποκάλυψη, Head full of Ghosts, Cabin at the End of the World), ο Τζος Μάλερμαν (Bird Box, Spin a Black Yarn), Ράιλι Σάγκερ (Η μόνη που απέμεινε, With a Vengeance, Middle of the Night), και ο Στίβεν Γκράχαμ Τζόουνς, ο σημαντικότερος ίσως όλων (The Buffalo Hunter Hunter, Mongrels, My Heart is a Chainsaw).
Το αποτύπωμα του Κινγκ στην ελληνική λογοτεχνία βεβαίως και είναι υπαρκτό, ίσως με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του βραβευμένου και πολυγραφότατου πεζογράφου και μεταφραστή Δημήτρη Μαμαλούκα, δεδηλωμένου πιστού αναγνώστη και θαυμαστή του Στίβεν Κινγκ, συγγραφέα, μεταξύ πολλών άλλων, του μυθιστορήματος Σκότωσε σαν τον Κινγκ. Άλλα ονόματα ας μου επιτραπεί να μην αναφέρω – δεν θα ήθελα να αδικήσω κάποιους από αμέλεια ή από άγνοια, είναι δεδομένο ωστόσο πως ότι η επιρροή του Βασιλιά έχει κάνει αισθητή την παρουσία της και στη δική μας σύγχρονη πεζογραφία.
Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από τον ίδιο και το έργο του, κάτι που ίσως ακόμη και μέχρι σήμερα δεν έχει αποσαφηνιστεί;
Μ.Μ.: Παρανόηση; Εντάξει, κάποτε θεωρούνταν αποκλειστικά συγγραφέας τρόμου, αλλά όχι πλέον. Νομίζω, καμία.
Ε.Τ.: Εάν αναφέρεστε στη φήμη που τον θέλει να χρησιμοποιεί αόρατους συγγραφείς για τα έργα του, οι υπέρμαχοι αυτής της αστήρικτης άποψης είναι οι υπεύθυνοι για την εδραίωση της εν λόγω παρανόησης, η οποία είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να αποσαφηνιστεί. Το επιχείρημα ότι κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να είναι τόσο παραγωγικός όσο ο Κινγκ, μολονότι αβάσιμο, μπορεί να γίνει εύκολα πιστευτό και, συνεπώς, να του κοστίσει. Το αστείο της όλης υπόθεσης ωστόσο είναι πως μια μεγάλη μερίδα όσων υποστηρίζουν ότι δεν γράφει μόνος του όσα εκδίδει εξακολουθούν να παρακολουθούν τη συγγραφική του πορεία και να τον διαβάζουν μανιωδώς. Πράγμα που πιστεύω πως βάζει από μόνο του τελεία και παύλα στο θέμα.
Υπάρχει κάποιο στοιχείο του μύθου γύρω από τον Κινγκ που του έχει τρόπον τινά κοστίσει όσον αφορά τη λογοτεχνική του παρακαταθήκη;
Μ.Μ.: Όχι τόσο του «μύθου» του, όσο ένα στοιχείο του ίδιου. Η λογοδιάρροιά του; Αλλά είναι εγγενές στοιχείο της γραφής του. Μια φυσικότητα που άλλοτε ξεχειλίζει από τις σελίδες του κι άλλοτε τις ξεχειλώνει. Αλλά, και πάλι, το μέλλον είναι αδιόρατο. (Δύο τρεις τόμοι πάντως στη Library of America, με την crème de la crème του έργου του, θα του άξιζαν πιστεύω).
Ε.Τ.: Το στίγμα του “λαϊκού”, εμπορικού, pulp fiction συγγραφέα ακολουθεί τον Κινγκ όλη του την επαγγελματική ζωή, και αποτελεί κλασικό δείγμα της σύγκρουσης ανάμεσα στη μαζική αποδοχή και τη λογοτεχνική καταξίωση. Το είδος το οποίο υπηρετεί, η πρωτοφανής εμπορικότητα των έργων του, και η σχεδόν υπεράνθρωπη παραγωγικότητά του είναι οι λόγοι που για χρόνια τον κατέτασσαν, όπως έχει πει και ο ίδιος, “στον πάτο της λογοτεχνικής τροφικής αλυσίδας, κάπου πιο κάτω από τους συγγραφείς των αστυνομικών μυθιστορημάτων”. Επί δεκαετίες, τα έργα του γκετοποιήθηκαν, αποκλεισμένα καθώς ήταν από τις “σοβαρές” λογοτεχνικές σελίδες εφημερίδων και περιοδικών, και από “έγκριτους” κριτικούς λογοτεχνίας και συναδέλφους συγγραφείς.
Η στροφή άρχισε να πραγματοποιείται στα τέλη του 20ου αιώνα και τις αρχές του 21ου. Έργα του όπως Το πράσινο μίλι, Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ, Το Σώμα, καθώς και το δοκίμιό του Περί συγγραφής απέδειξαν την αξία της πένας και της νόησής του και του άνοιξαν, έστω και απρόθυμα, την πόρτα των μεγάλων σαλονιών της λογοτεχνικής ελίτ. Η βράβευσή του με το National Book Foundation Medal for Distinguished Contribution to American Letters to 2003, και, κυρίως, η απονομή τού National Medal of Arts το 2014 από τον Λευκό Οίκο, επισφράγισαν και επίσημα αυτήν τη μάλλον “αναγκαστική” για κάποιους αναγνώριση. Αν και περισσότερο αποδεκτός σήμερα απ’ ό,τι δύο ή τρείς δεκαετίες πριν, η κηλίδα του στίγματος εξακολουθεί να αχνοφαίνεται πάνω του, και πολύ φοβάμαι πως, όπως και πολλοί άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς, έτσι και ο Κινγκ δεν θα είναι παρών για να γίνει αυτόπτης μάρτυρας της πλήρους αποκατάστασης της παρακαταθήκης του και της καθολικής, πανηγυρικής αναγνώρισής του.
Πριν από λίγα χρόνια μιλώντας στους New York Times θυμήθηκε την εποχή που οι κριτικοί στις ΗΠΑ τον θεωρούσαν συγγραφέα δεύτερης κατηγορίας. «Προσπάθησα να γράψω όσο πιο ειλικρινά μπορούσα για απλούς ανθρώπους και καταστάσεις. Τελικά έζησα περισσότερο από πολλούς από τους κριτικούς. Όμως δεν θα είμαι εδώ για να δω το τελική αποτίμησή μου», είπε μεταξύ άλλων. Τελικά τι είναι αυτό που χρωστάει η λογοτεχνία σήμερα στον Στίβεν Κινγκ; Θα ρισκάρετε μια πρόβλεψη για το πώς οι ιστορικοί του μέλλοντος θα μνημονεύουν τον ίδιο και τα βιβλία του;
Μ.Μ.: Πάλι το μέλλον ꟷ μια πρόβλεψη. Ας αφήσουμε το μέλλον στο μέλλον και στους μέλλοντες. Κατά τ’ άλλα, και πάλι θα μιλήσω κάπως προσωπικά. Ο Κινγκ ήταν για μένα μια γέφυρα, από μια ας πούμε λογοτεχνία «της εποχής» προς τους κλασικούς (και προς άλλους συγκαιρινούς του, που κάποιοι ως συγγραφείς μπορεί να ’ναι πιο στιλίστες απ’ τον Κινγκ, αν και πιθανώς χωρίς τη δική του αφηγηματική αμεσότητα). Νομίζω πως αυτήν τη θέση την έχει, ίσως κάποτε συνειδητά, κιόλας. Για να μην πάω μακριά, διαβάστε το δοκιμιακό του Μακάβριος χορός, για τον τρόμο στη λογοτεχνία, το σινεμά, την τηλεόραση. Παρεμπιπτόντως, είναι απ’ τα καλύτερά του βιβλία. Στην εφηβεία μου το ’χα ξεκοκαλίσει. Αποκεί οδηγήθηκα (εντάξει, όχι μόνον αποκεί, αλλά κι από εκεί), στη Σίρλεϊ Τζάκσον, στον Ρόμπερτ Άικμαν, κι άλλους, κι άλλους· σκέφτηκα στα δεκαπέντε δεκάξι μου αλλιώς κι ίσως πιο βαθιά για τον Δράκουλα, το τέρας του Φρανκενστάιν, τον δόκτορα Τζέκιλ και τον κύριο Χάιντ ꟷ ο γάργαρος λόγος του Κινγκ, κι ας ήταν ίσως λίγο πρόχειρος κάποτε, μ’ είχε παρασύρει.
Ε.Τ.: Πιστεύω πως του χρωστάει πολλά: την αμεσότητα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη, την αφτιασίδωτη πρόθεση των έργων του, τη χειρουργική ψυχολογική ανατομία των “λαϊκών στρωμάτων” και της αμερικανικής επαρχίας, στοιχεία της οποίας αναγνωρίζουμε παντού στον “ξεχασμένο κόσμο” της υπαίθρου ανά την υφήλιο. Ο Κινγκ έδειξε πόσο περίπλοκος, σκοτεινός, αλλά και φωτεινός, μπορεί να είναι ο “απλός άνθρωπος” και πόσο οικουμενικές οι “απλές” καταστάσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπος.
Μολονότι μια πρόβλεψη για το πώς οι ιστορικοί του μέλλοντος θα μνημονεύουν τον ίδιο και τα βιβλία του αποτελεί πράγματι ρίσκο, πιστεύω πως στο μέλλον της κοινωνικής ισοπέδωσης που εικάζεται ότι θα επιφέρει η προέλαση της τεχνητής νοημοσύνης, θα αποκτήσουν αμφότεροι τη θέση που τους αξίζει –μια θέση αρκετά κοντά στην κορυφή.
Αν είχατε την ευκαιρία να τον γνωρίσετε, τι θα τον ρωτούσατε; Και τι πιστεύετε ότι θα σας απαντούσε;
Μ.Μ.: Δε θα τον ρωτούσα τίποτε. Θα τον άφηνα να μιλάει. Αλλά, γενικά, τους συγγραφείς καλό είναι να τους διαβάζεις ꟷ όχι απαραίτητα να τους γνωρίζεις…
Ε.Τ.: Στη ιδιωτική μου φαντασίωση της γνωριμίας μας, ο Κινγκ με υποδέχεται στο μεγάλο σαλόνι της νέο-γοτθικής έπαυλής του στο Μπάνγκορ του Μέιν, και οι δυο μας καθόμαστε να κουβεντιάσουμε μπροστά στο αναμμένο τζάκι (πάντα κρύο κάνει εκεί πάνω) πίνοντας μπίρες (στη φαντασίωση δεν τις έχει κόψει). Δεν θα τον κούραζα με ερωτήσεις για τις συγγραφικές μεθόδους και συνήθειές του – πιστεύω ότι τον έχω διαβάσει και μεταφράσει αρκετά ώστε να έχω μια αρκετά καλή ιδέα γι’ αυτές. Θα τον ρωτούσα τι στην ευχή τον τραβάει στο Μπάνγκορ, μια τόσο απομακρυσμένη, μικρή πόλη της Αμερικής, “άχρωμη και άοσμη” κατά πολλούς, με τόσο σκληρούς και ατελείωτους χειμώνες και τόσο περιορισμένες δυνατότητες ψυχαγωγίας και κοινωνικοποίησης. Η εικασία μου ως προς την απάντηση; Ή θα με πετούσε ευγενικά έξω, ή θα καταλήγαμε να συζητάμε μέχρι το πρωί για τη θέση –κυριολεκτική και μεταφορική– του ανθρώπου στο εδώ και στο επέκεινα.
Τα βιβλία του Στίβεν Κινγκ κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.