ΜΜΕ προσφεύγουν κατά της κυβέρνησης Τραμπ για τον αποκλεισμό τους από τον Λευκό Οίκο
Διαβάζεται σε 8'
CNN, MS NOW και Politico προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη μετά τον αποκλεισμό τους από τον Λευκό Οίκο, καταγγέλλοντας παραβίαση της ελευθερίας του Τύπου.
- 21 Σεπτεμβρίου 2026 14:22
Στη δικαιοσύνη προσφεύγουν CNN, MS NOW και Politico, τα τρία μέσα ενημέρωσης που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέκλεισε από τον Λευκό Οίκο, καταθέτοντας αγωγή με επίκεντρο την Πρώτη Τροπολογία, προκειμένου να αποκαταστήσουν την πρόσβασή τους.
Το επείγον αίτημα που κατέθεσαν CNN, MS NOW και Politico για την αποκατάσταση της πρόσβασής τους στον Λευκό Οίκο αναμένεται να εξεταστεί από ομοσπονδιακό δικαστή στην Ουάσιγκτον, ακόμη και μέσα στην εβδομάδα.
«Σήμερα το πρωί ενημερώσαμε την κυβέρνηση ότι καταθέτουμε αγωγή για να προστατεύσουμε τα δικαιώματά μας βάσει της Πρώτης Τροπολογίας και να υπερασπιστούμε την αρχή ότι η κυβέρνηση δεν αποφασίζει τι θα μεταδίδει ή θα δημοσιεύει ο Τύπος», ανέφεραν τα τρία ειδησεογραφικά μέσα σε κοινή δήλωσή τους τη Δευτέρα.
«Χωρίς προειδοποίηση ή καμία διαδικασία, ο Λευκός Οίκος ανακάλεσε τις διαπιστεύσεις των δημοσιογράφων μας επειδή διαφωνούσε με το ρεπορτάζ μας», ανέφεραν. «Αν αυτό μείνει αναπάντητο, απειλεί την ελευθερία του Τύπου και το δικαίωμα του κοινού σε ανεξάρτητη δημοσιογραφία, χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις».
Η αντιπαράθεση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις της κυβέρνησης κατά του Τύπου μέχρι σήμερα, με συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα τρία μέσα που αποκλείστηκαν. Ο Τραμπ είχε δηλώσει την περασμένη Παρασκευή, όταν ανακοίνωσε την απαγόρευση, ότι ενδέχεται να προσθέσει και άλλα στη λίστα.
Οι δημοσιογράφοι των CNN, MS NOW και Politico δεν μπορούν πλέον να έχουν πρόσβαση στους χώρους εργασίας τους μέσα στον Λευκό Οίκο. CNN και MS NOW έχουν επίσης αποκλειστεί από τη χρήση του τηλεοπτικού τους εξοπλισμού και των καθορισμένων σημείων για κάμερες στον χώρο.
Τη Δευτέρα, το CNN αποκλείστηκε και από το δημοσιογραφικό pool του Λευκού Οίκου, δηλαδή την ομάδα μέσων που μοιράζονται εκ περιτροπής την κάλυψη του προέδρου και παρέχουν υλικό στα υπόλοιπα μέσα. Εκείνη την ημέρα, το CNN ήταν προγραμματισμένο να έχει την τηλεοπτική κάλυψη του pool και να συνοδεύσει τον Ντόναλντ Τραμπ στο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη.
Το CNN έχει απευθυνθεί στον Λευκό Οίκο ζητώντας σχόλιο για την αγωγή.
Ειδικοί σε ζητήματα που αφορούν στην Πρώτη Τροπολογία και νομικοί έχουν ήδη χαρακτηρίσει ευρέως την απαγόρευση αντισυνταγματική και την έχουν καταδικάσει ως αιφνιδιαστική, μεροληπτική και επιζήμια για τη δυνατότητα των μέσων να καλύπτουν ζητήματα εθνικής σημασίας.
Η αγωγή των μέσων αναμένεται να στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στην αόριστη αιτιολόγηση που έδωσε ο Τραμπ την Παρασκευή για την ανάκληση της πρόσβασης, λέγοντας ότι δεν του αρέσουν τα «αρνητικά δημοσιεύματα».
«Αν θέλουν να τα γράφουν, κανένα πρόβλημα. Δεν είμαι υποχρεωμένος να τους αφήνω να μπαίνουν στο σπίτι του λαού», είχε δηλώσει επίσης ο πρόεδρος.
Τουλάχιστον ένας αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσε σε τηλεοπτική συνέντευξη την Κυριακή ότι θεωρεί πως μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του 1965, σχετικά με την άρνηση της κυβέρνησης να επικυρώσει διαβατήρια για ταξίδια στην Κούβα, στηρίζει τη θέση του Τραμπ.
Μετά την ανακοίνωση του Τραμπ ότι αποκλείει τα τρία μέσα από τον Λευκό Οίκο επειδή δεν του άρεσε η κάλυψή τους, οι δημοσιογραφικές τους διαπιστεύσεις για την πρόσβαση στους χώρους του Λευκού Οίκου απενεργοποιήθηκαν.
Το Σάββατο, η δημοσιογράφος του MS NOW Ακάιλα Γκάρντνερ, η δημοσιογράφος του CNN Μπέτσι Κλάιν και η δημοσιογράφος του Politico Σεγιέν Χάσλετ επιχείρησαν να εισέλθουν στον χώρο του Λευκού Οίκου για να καλύψουν την επικαιρότητα, αλλά η Μυστική Υπηρεσία δεν τους επέτρεψε την είσοδο και κατέσχεσε τις διαπιστεύσεις τους.
Παρόμοιες απαγορεύσεις που είχαν επιχειρήσει στο παρελθόν να επιβάλουν ο Τραμπ και άλλοι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου σε μεμονωμένους δημοσιογράφους ή μέσα έχουν απορριφθεί από τα δικαστήρια, ακόμη και πρόσφατα. Τα δικαστήρια έχουν καταστήσει σαφές ότι οι δημοσιογράφοι δεν μπορούν να αποκλείονται από την κάλυψη του Λευκού Οίκου εξαιτίας όσων λένε ή δημοσιεύουν στο πλαίσιο του ρεπορτάζ τους.
Μια σύγκρουση για την ελευθερία του Τύπου
Η τρέχουσα διαμάχη επικεντρώνεται σε μια νομική έννοια που απορρέει από την Πρώτη Τροπολογία και είναι γνωστή ως διάκριση βάσει άποψης (viewpoint discrimination), καθώς ο Τραμπ έχει δηλώσει ρητά ότι θέλει να αποκλείσει συγκεκριμένα μέσα λόγω της κάλυψης που ο ίδιος θεωρεί «αρνητική». Τα δικαστήρια έχουν επανειλημμένα απαγορεύσει τέτοιου είδους διακρίσεις και έχουν προστατεύσει τα δικαιώματα των δημοσιογράφων.
Το Περιφερειακό Δικαστήριο της Ουάσιγκτον, όπου αναμένεται να κατατεθεί τη Δευτέρα η προσφυγή των τριών μέσων, διαθέτει αρκετούς δικαστές που έχουν αποφανθεί υπέρ της ελευθερίας του Τύπου και κατά της κυβέρνησης Τραμπ σε υποθέσεις που αφορούσαν πολιτικές διακριτικής μεταχείρισης, ιδιαίτερα από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία πέρυσι.
Η νομολογία που έχει ήδη διαμορφωθεί από το ομοσπονδιακό εφετείο της Ουάσιγκτον προβλέπει επίσης ότι ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να ανακαλεί δημοσιογραφικές διαπιστεύσεις χωρίς να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται, ιδίως όταν δεν υπάρχει ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η σχετική νομολογία ανάγεται στο 1977, όταν η Μυστική Υπηρεσία ανακάλεσε τη διαπίστευση του Ρόμπερτ Σέριλ, δημοσιογράφου του The Nation. Τα ομοσπονδιακά δικαστήρια της Ουάσιγκτον αποκατέστησαν την πρόσβασή του, με το Εφετείο της Περιφέρειας της Κολούμπια να αποφασίζει τότε ότι «η άρνηση χορήγησης διαπίστευσης για τον Λευκό Οίκο παραβιάζει την Πρώτη Τροπολογία μόνο εφόσον βασίζεται στο περιεχόμενο των απόψεων του δημοσιογράφου ή εισάγει διαφορετική μεταχείριση σε βάρος προστατευόμενης κατηγορίας λόγου».
Το δικαστήριο είχε επίσης αναφέρει ότι «όχι μόνο οι δημοσιογράφοι και τα μέσα για τα οποία εργάζονται, αλλά και το κοινό συνολικά έχουν συμφέρον, προστατευόμενο από την Πρώτη Τροπολογία, να διασφαλίζεται ότι οι περιορισμοί στη συλλογή ειδήσεων δεν είναι αυστηρότεροι από όσο είναι αναγκαίο και ότι μεμονωμένοι δημοσιογράφοι δεν αποκλείονται αυθαίρετα από πηγές πληροφόρησης».
Κατά τις δύο προεδρικές θητείες του Τραμπ, δημοσιογράφοι όπως ο Τζιμ Ακόστα, που εργαζόταν τότε στο CNN, ο ανταποκριτής του περιοδικού Playboy Μπράιαν Κάρεμ, καθώς και το ειδησεογραφικό πρακτορείο Associated Press, είχαν επίσης αποκλειστεί από την πρόσβαση στον Λευκό Οίκο για δημοσιογραφική κάλυψη.
Τα δικαστήρια στις περισσότερες περιπτώσεις δικαίωσαν τους δημοσιογράφους, βασιζόμενα στο νομικό προηγούμενο του 1977, χωρίς ωστόσο να έχουν κρίνει ότι η πρόσβαση στον Λευκό Οίκο μέσω δημοσιογραφικής διαπίστευσης είναι ανεμπόδιστη.
Τα τρία ειδησεογραφικά μέσα έχουν τονίσει ότι η κάλυψη της κυβέρνησης Τραμπ θα συνεχιστεί ανεξάρτητα από τους περιορισμούς στην πρόσβασή τους.
«Η αποστολή του CNN να καλύπτει την κυβέρνηση των ΗΠΑ θα συνεχιστεί ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια περιορισμού της φυσικής πρόσβασης στον Λευκό Οίκο και σε άλλα κυβερνητικά κτίρια ή από οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια παρεμπόδισης της δημοσιογραφικής μας δουλειάς», ανέφερε το CNN σε ανακοίνωσή του το Σαββατοκύριακο.