Fitch: Σταθερή στο BBB η αξιολόγηση της Ελλάδας
Διαβάζεται σε 9'
O οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις της κρίσης χρέους εξακολουθούν να είναι ορατές, κυρίως μέσω του ιδιαίτερα υψηλού δημόσιου χρέους, των επίμονων εξωτερικών ελλειμμάτων και των διαρθρωτικών περιορισμών που εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας.
- 07 Νοεμβρίου 2026 07:19
Την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές (stable outlook) επιβεβαίωσε ο διεθνής οίκος Fitch Ratings, διατηρώντας αμετάβλητη την εκτίμησή του για την ελληνική οικονομία. Στην ανάλυσή του, ο οίκος αναγνωρίζει τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, την ανθεκτικότητα της ανάπτυξης και τη συνετή οικονομική πολιτική, επισημαίνοντας παράλληλα ότι το υψηλό δημόσιο χρέος, οι εξωτερικές ανισορροπίες και οι διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές προκλήσεις.
Σύμφωνα με τη Fitch, η αξιολόγηση της χώρας υποστηρίζεται από το κατά κεφαλήν εισόδημα και τους δείκτες διακυβέρνησης, οι οποίοι υπερβαίνουν τον μέσο όρο των κρατών της κατηγορίας BBB, αλλά και από την αξιοπιστία του πλαισίου οικονομικής πολιτικής, με τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη να λειτουργεί ως πρόσθετη θεσμική εγγύηση.
Στα ισχυρά σημεία της ελληνικής οικονομίας συγκαταλέγονται οι θετικές δημοσιονομικές επιδόσεις, η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και η ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη της χώρας και έχουν συμβάλει στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, ο οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις της κρίσης χρέους εξακολουθούν να είναι ορατές, κυρίως μέσω του ιδιαίτερα υψηλού δημόσιου χρέους, των επίμονων εξωτερικών ελλειμμάτων και των διαρθρωτικών περιορισμών που εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας.
Ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους
Το υψηλό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο περιοριστικό παράγοντα για την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας. Παρά το μεγάλο ύψος του, η ταχύτητα με την οποία μειώνεται ενισχύει τη βιωσιμότητά του και αποτελεί βασικό στοιχείο στήριξης της αξιολόγησης στη βαθμίδα BBB.
Η Fitch εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, ενώ προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση στο 124,6% του ΑΕΠ έως το 2028.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να υποστηριχθεί από τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, την ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του κόστους δανεισμού και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Καθοριστικό ρόλο εκτιμάται ότι θα διαδραματίσει και η ενεργή διαχείριση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών δανείων.
Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση, ο δείκτης χρέους της Ελλάδας θα εξακολουθήσει να υπερβαίνει αισθητά τον μέσο όρο των χωρών της βαθμίδας BBB, ο οποίος διαμορφώνεται στο 56,9% του ΑΕΠ. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οίκου, η Ελλάδα αναμένεται έως το τέλος του 2026 να πάψει να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη, καθώς ο σχετικός δείκτης προβλέπεται να υποχωρήσει κάτω από εκείνον της Ιταλίας.
Χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης και περιορισμένοι κίνδυνοι χρηματοδότησης
Παρά το υψηλό απόθεμα δημόσιου χρέους, η Fitch αξιολογεί θετικά τη διάρθρωσή του, εκτιμώντας ότι περιορίζει σημαντικά τους κινδύνους χρηματοδότησης και αναχρηματοδότησης.
Ειδικότερα, ο οίκος αναφέρεται στη μεγάλη μέση διάρκεια αποπληρωμής, η οποία ανέρχεται σε περίπου 19 έτη, στο υψηλό ποσοστό δανείων με ευνοϊκούς όρους και σταθερά επιτόκια, καθώς και στο σημαντικό ταμειακό απόθεμα της χώρας, το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026.
Παράλληλα, το τεκμαρτό επιτόκιο στο σύνολο του δημόσιου χρέους παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, κοντά στο 1,5%, έναντι εκτιμώμενης ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ περίπου 4%.
Η συγκεκριμένη σχέση περιορίζει την επιβάρυνση από τις μεταβολές των επιτοκίων στις διεθνείς αγορές, καθώς η μετακύλισή τους στο συνολικό κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους είναι σχετικά περιορισμένη. Επιπλέον, μέρος του επίσημου δανεισμού διαθέτει χαρακτηριστικά αντιστάθμισης του επιτοκιακού κινδύνου.
Κατά συνέπεια, η Fitch θεωρεί ότι η διάρθρωση του χρέους, σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης, προσφέρει ουσιαστική προστασία έναντι πιθανών αναταράξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και διασφαλίζει ευνοϊκότερες συνθήκες πρόσβασης της χώρας στη χρηματοδότηση.
Ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και πρωτογενή πλεονάσματα
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει ο οίκος αξιολόγησης στις δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας, οι οποίες εξακολουθούν να υπερέχουν σημαντικά έναντι του μέσου όρου των χωρών με αντίστοιχη πιστοληπτική αξιολόγηση.
Για το 2026, η Fitch προβλέπει ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης θα καταγράψει πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ, την ώρα που ο μέσος όρος των χωρών της βαθμίδας BBB εκτιμάται ότι θα εμφανίσει έλλειμμα 3,1%. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,6% του ΑΕΠ.
Στις εκτιμήσεις αυτές έχουν ενσωματωθεί τα μόνιμα δημοσιονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, συνολικού ύψους περίπου 0,8% του ΑΕΠ. Πρόκειται κυρίως για φορολογικές ελαφρύνσεις και στοχευμένες παρεμβάσεις δαπανών, ενώ συνυπολογίζονται και η προσωρινή ενεργειακή στήριξη και η αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Σημαντική συμβολή στην ενίσχυση των κρατικών εσόδων έχουν, σύμφωνα με τον οίκο, η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, η αύξηση των φορολογικών εισπράξεων και των ασφαλιστικών εισφορών. Η ενίσχυση των εσόδων εξακολουθεί να κινείται με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με την αύξηση των δημόσιων δαπανών, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για τη διατήρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Η δημοσιονομική πειθαρχία ως σταθερό πλεονέκτημα
Η Fitch εκτιμά ότι η δέσμευση της Ελλάδας για τη διατήρηση υγιών δημόσιων οικονομικών έχει πλέον αποκτήσει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά και αποτελεί βασικό πλεονέκτημα για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.
Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της περιόδου μετά την πανδημία καταδεικνύουν, σύμφωνα με τον οίκο, ένα ισχυρό ιστορικό συνετής διαχείρισης, το οποίο στηρίζεται και στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική αποδοχή της ανάγκης διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Στην κατεύθυνση αυτή λειτουργούν και οι θεσμικές δικλίδες ασφαλείας, όπως ο εγχώριος δημοσιονομικός κανόνας του 2025, που προβλέπει την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, αλλά και το ευρωπαϊκό πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, η Fitch θεωρεί ότι τυχόν χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής θα παραμείνει ελεγχόμενη. Ειδικά σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό του 2027, εκτιμά ότι η ηπιότερη δημοσιονομική στάση συνιστά κυρίως περιορισμό της υπεραπόδοσης των προηγούμενων ετών και όχι ένδειξη εγκατάλειψης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Ανάπτυξη με ρυθμό 2% την περίοδο 2026-2028
Ανθεκτική εμφανίζεται η ελληνική οικονομία απέναντι στο δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον και την αυξημένη γεωπολιτική και οικονομική αβεβαιότητα, σύμφωνα με την αξιολόγηση της Fitch.
Ο οίκος προβλέπει ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας θα διαμορφωθεί στο 2% κατά την περίοδο 2026-2028, επιτρέποντας στη χώρα να διατηρήσει τις καλύτερες επιδόσεις σε σύγκριση με την Ευρωζώνη.
Κύριοι μοχλοί της οικονομικής μεγέθυνσης αναμένεται να είναι η εγχώρια ζήτηση, με τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση να διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ειδικότερα, τα έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, οι δημόσιες επενδύσεις και οι πρόσθετοι ευρωπαϊκοί πόροι αναμένεται να ενισχύσουν τον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, συμβάλλοντας παράλληλα στη βελτίωση των μεσοπρόθεσμων αναπτυξιακών προοπτικών.
Παρά τις θετικές εκτιμήσεις, η Fitch αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υφίστανται καθοδικοί κίνδυνοι. Αυτοί συνδέονται κυρίως με την πορεία της διεθνούς οικονομίας, αλλά και με πιθανές καθυστερήσεις ή δυσκολίες στην υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων, δεδομένου ότι η επίτευξή τους αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την επιβεβαίωση των προβλέψεων.
Οι διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να περιορίζουν την οικονομία
Παρά τη βελτίωση των βασικών οικονομικών δεικτών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις, οι οποίες περιορίζουν τις δυνατότητες ταχύτερης σύγκλισης με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η ενίσχυση των επενδύσεων συμβάλλει σταδιακά στην ανασυγκρότηση του παραγωγικού κεφαλαίου, έπειτα από μια μακρά περίοδο υποεπενδύσεων, ωστόσο οι επιπτώσεις της κρίσης χρέους εξακολουθούν να αποτυπώνονται στην πραγματική οικονομία.
Όπως επισημαίνει η Fitch, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από την κορυφή που είχε καταγράψει πριν από την κρίση, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να υπολείπεται αισθητά του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σημαντική βελτίωση καταγράφεται στην αγορά εργασίας, με την ανεργία να ακολουθεί πτωτική πορεία. Ωστόσο, οι ελλείψεις εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων και άλλα διαρθρωτικά εμπόδια εξακολουθούν να περιορίζουν την παραγωγικότητα και τη δυνητική ανάπτυξη της οικονομίας.
Το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει βασική πηγή ανησυχίας
από τις σημαντικότερες αδυναμίες που εξακολουθεί να εντοπίζει η Fitch αφορά την εξωτερική θέση της ελληνικής οικονομίας και, ειδικότερα, το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Για το 2026, ο οίκος προβλέπει ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 6,5% του ΑΕΠ, ενώ η αποκλιμάκωσή του εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια.
Η επιμονή των εξωτερικών ελλειμμάτων συνδέεται, μεταξύ άλλων, με το διαχρονικά χαμηλό επίπεδο εγχώριας αποταμίευσης, αλλά και με την υψηλή εξάρτηση των επενδύσεων από εισαγόμενα προϊόντα και εξοπλισμό.
Οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και οι άμεσες ξένες επενδύσεις συμβάλλουν στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας. Ωστόσο, η Fitch δεν αναμένει ότι οι παράγοντες αυτοί θα οδηγήσουν σε ουσιαστική βελτίωση των σχετικών εξωτερικών δεικτών στο άμεσο διάστημα.
Πρόσθετη πρόκληση αποτελεί η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση της χώρας, η οποία την καθιστά ευάλωτη σε διεθνείς αυξήσεις των τιμών της ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης το 2026.
Ισχυρότερο και ανθεκτικότερο το ελληνικό τραπεζικό σύστημα
Θετική είναι η αποτίμηση της Fitch και για την κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, με τον οίκο να εκτιμά ότι οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι μετάδοσης προβλημάτων από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο προς τον κρατικό προϋπολογισμό παραμένουν περιορισμένοι.
Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζονται πλέον σημαντικά ισχυρότερες και ανθεκτικότερες σε σχέση με το παρελθόν, με την κερδοφορία, τη ρευστότητα και την κεφαλαιακή τους επάρκεια να διατηρούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα.
Η ποιότητα του ενεργητικού έχει παρουσιάσει μόνο περιορισμένη επιδείνωση, κυρίως λόγω της αναδιάρθρωσης παλαιότερων ανοιγμάτων στη λιανική τραπεζική. Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρή χρηματοδοτική βάση και διατηρούν την πρόσβασή τους στις αγορές.
Παράλληλα, τα μακροπροληπτικά μέτρα και οι περιορισμοί που εφαρμόζονται στους δανειολήπτες συμβάλλουν στην αποτροπή υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης και στον περιορισμό της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων.
Ωστόσο, η Fitch επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες διαρθρωτικές ευπάθειες. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η σημαντική εξάρτηση των τραπεζών από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTCs), καθώς και η έκθεσή τους σε εξωτερικούς οικονομικούς κραδασμούς και σε ενδεχόμενες απότομες μεταβολές των συνθηκών στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.