Φοροδιαφυγή: Πώς ο τζίρος με μικροποσά αποδείξεων μπορεί να γίνει “πλυντήριο”

Διαβάζεται σε 5'
Φοροδιαφυγή: Πώς ο τζίρος με μικροποσά αποδείξεων μπορεί να γίνει “πλυντήριο”
Χρήματα istockphoto

Το επιχειρηματικό περιβάλλον όπου η πραγματική κατανάλωση δεν είναι πάντα εύκολο να διασταυρωθεί με τα δηλωμένα έσοδα είναι ένα δύσκολο στοίχημα των ελεγκτικών αρχών.

Μια δυσκολία του συστήματος ειδικά όταν υπάρχουν μεγάλοι αριθμοί συναλλαγών μικρής αξίας σε μετρητά επιχειρούν να αποκρυπτογραφήσουν οι ελεγκτικοί φορείς με αιχμή την υπόθεση με τους γνωστούς φούρνους. Η συγκεκριμένη, βέβαια, υπόθεση παραμένει υπό διερεύνηση, ενώ οι κατηγορίες που έχουν αποδοθεί δεν έχουν κριθεί οριστικά από τη Δικαιοσύνη.

Ουσιαστικά, όμως, αυτό που είναι στο επίκεντρο, είναι κάτι που έχει καταγραφεί και στο παρελθόν, σε άλλες περιπτώσεις. Το εάν δηλαδή οι τζίροι που καταγράφονται είναι εικονικοί με “πλασματικά Ζ” όπως λέγεται, με χτυπήματα, δηλαδή, αποδείξεων που όμως δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές συναλλαγές.

Δηλαδή, το κρίσιμο ερώτημα, όπως αναφέρουν γνώστες της αγοράς, δεν είναι απλώς αν εκδόθηκαν αποδείξεις, αλλά αν οι συναλλαγές που καταγράφηκαν ανταποκρίνονται σε πραγματικές πωλήσεις και αν τα δηλωμένα έσοδα συμβαδίζουν με την παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα της επιχείρησης.

Ένας φούρνος, μάλιστα, έχει και κάποια ειδικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή, δεν λειτουργεί όπως ένα κατάστημα που διαθέτει προϊόντα με μοναδικούς σειριακούς αριθμούς. Τα ευπαθή είδη καταναλώνονται ή αποσύρονται γρήγορα, ενώ η παραγωγή συνοδεύεται από φύρα, επιστροφές και διακυμάνσεις στη ζήτηση. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συνιστούν από μόνα τους ένδειξη παρανομίας. Μπορούν, ωστόσο, να κάνουν πιο απαιτητική τη διασταύρωση των στοιχείων, όταν προκύπτουν ασυνήθιστες αποκλίσεις.

Όταν το παράνομο χρήμα εμφανίζεται ως εμπορικός τζίρος

Στο επίκεντρο της εν λόγω διερεύνησης βρίσκεται, συγκεκριμένα, ένα βασικό ερώτημα για το εάν μπορεί κεφάλαιο άγνωστης ή παράνομης προέλευσης να εμφανιστεί στα λογιστικά βιβλία μιας επιχείρησης ως έσοδο από νόμιμη εμπορική δραστηριότητα;

Όπως λοιπόν αναφέρεται, σύμφωνα με τη λογική των υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, η απάντηση είναι καταφατική. Παράνομα κεφάλαια, τα οποία ενδέχεται να προέρχονται από δραστηριότητες όπως η διακίνηση ναρκωτικών, η παράνομη οπλοκατοχή ή άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, αναζητούν διαδρομές που θα τους επιτρέψουν να ενσωματωθούν στην επίσημη οικονομία.

Μια επιχείρηση, έτσι, με βάση όσα αναφέρει η αγορά, με πραγματική εμπορική δραστηριότητα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης, εφόσον χρησιμοποιηθεί για να εμφανιστούν εισπράξεις που δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές πωλήσεις. Στην περίπτωση αυτή, το παράνομο κεφάλαιο επιχειρείται να παρουσιαστεί λογιστικά ως μέρος του κύκλου εργασιών.

Άλλωστε, στη νομιμοποίηση εσόδων, το ζητούμενο είναι να αποκτήσει το χρήμα μια φαινομενικά νόμιμη οικονομική διαδρομή, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί σε αγορές περιουσιακών στοιχείων, επιχειρηματικές επενδύσεις και άλλες συναλλαγές.

Βέβαια, η καταβολή φόρων πάνω σε δηλωμένα έσοδα δεν αρκεί, από μόνη της, για να αποδείξει τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν τα έσοδα ανταποκρίνονται σε πραγματική οικονομική δραστηριότητα και αν η προέλευση των κεφαλαίων μπορεί να τεκμηριωθεί.

Η αντίστροφη διαδρομή: Εικονικές δαπάνες και τεχνητή μείωση κερδών

Η εικόνα δεν εξαντλείται στην πιθανή εμφάνιση ανύπαρκτων πωλήσεων. Στο πεδίο των οικονομικών ελέγχων στο μικροσκόπιο, μπαίνει και η διόγκωση των εξόδων, με στόχο τη μείωση των φορολογητέων κερδών ή τη δημιουργία παραπλανητικής εικόνας για την οικονομική δραστηριότητα μιας επιχείρησης.

Οι δαπάνες για πρώτες ύλες, συσκευασίες, εξοπλισμό, επισκευές και συντήρηση αποτελούν, όπως τονίζουν από την αγορά, κανονικό μέρος της λειτουργίας ενός φούρνου ή ενός καταστήματος καφέ. Όταν, όμως, τα παραστατικά δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές συναλλαγές ή αποτυπώνουν ποσότητες και αξίες που δεν δικαιολογούνται από τη λειτουργία της επιχείρησης, δημιουργούνται ενδείξεις που απαιτούν περαιτέρω έλεγχο.

Στο πλαίσιο αυτό στο μικροσκόπιο μπορεί να βρεθεί όχι μόνο η επιχείρηση που καταχωρίζει τη δαπάνη, αλλά και ο προμηθευτής που εξέδωσε το παραστατικό. Εάν διαπιστωθεί ότι περισσότερες εταιρείες εμφανίζουν μεταξύ τους συναλλαγές χωρίς αντίστοιχο πραγματικό οικονομικό αντικείμενο, η έρευνα μπορεί να επεκταθεί σε ολόκληρη την αλυσίδα των εμπλεκομένων.

Έτσι, μια υπόθεση που αρχικά αφορά έναν φούρνο ή μια αλυσίδα καφέ μπορεί να οδηγήσει στην εξέταση ενός ευρύτερου δικτύου εταιρειών, προμηθευτών και επιχειρηματικών σχέσεων.

Το δύσκολο στοίχημα των ελεγκτών: Τι αγοράστηκε, τι πουλήθηκε και τι καταγράφηκε;

Η δυσκολία για τις ελεγκτικές αρχές βρίσκεται συχνά, όμως, όπως αναφέρεται από αρμόδιες πηγές, στη σύνθεση των επιμέρους στοιχείων. Οι ποσότητες πρώτων υλών, η παραγωγική δυνατότητα, οι πωλήσεις, οι επιστροφές, η φύρα, οι αγορές από προμηθευτές και τα οικονομικά αποτελέσματα πρέπει να εξετάζονται συνολικά.

Εάν, για παράδειγμα, τα δηλωμένα έξοδα μιας επιχείρησης εμφανίζονται δυσανάλογα υψηλά σε σχέση με την παραγωγή και τον κύκλο εργασιών της, η απόκλιση μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ελέγχου. Δεν συνιστά, ωστόσο, αυτομάτως απόδειξη παράβασης. Η επιχείρηση μπορεί να επικαλεστεί πραγματικές απώλειες, αυξημένο κόστος, καταστροφές προϊόντων ή άλλες συνθήκες που επηρεάζουν τη λειτουργία της.

Η ελεγκτική αρχή καλείται, επομένως, όπως τονίζουν γνώστες της αγοράς, να αντιπαραβάλει τα λογιστικά δεδομένα με τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία και να τεκμηριώσει τις διαπιστώσεις της. Σε αυτή τη διαδικασία μπορούν να συμβάλουν τα παραστατικά, οι τραπεζικές κινήσεις, τα δεδομένα των ταμειακών συστημάτων, τα στοιχεία των προμηθευτών και κάθε άλλο νόμιμα αποκτηθέν αποδεικτικό υλικό.

Πάντως, η αποδεικτική διαδικασία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν μια υπόθεση περνά από το στάδιο του διοικητικού ελέγχου σε εκείνο της ποινικής διερεύνησης. Οι διαπιστώσεις των αρχών πρέπει να στηρίζονται σε στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν και να αξιολογηθούν δικαστικά. Διαφορετικά, οι κατηγορίες ενδέχεται να μην αντέξουν στη δικαστική κρίση.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα