Πρέπει το ΚΙΝΑΛ να είναι δεξιό ή αριστερό;

Στιγμιότυπο από προεκλογική συγκέντρωση του ΚΙΝΑΛ
Στιγμιότυπο από προεκλογική συγκέντρωση του ΚΙΝΑΛ NIKOS LIBERTAS / SOOC

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης γράφει για τον τρόπο που θα μπορέσει το ΚΙΝΑΛ, να παίξει ρόλο στα πολιτικά πράγματα, καθώς και την ανάγκη να αποφασίσει ποιες περιόδους της ιστορίας του θα επανεκτιμήσει για τις επιλογές που έγιναν και το κόστος που είχαν στην απήχησή του.

Εκεί που δεν μας μίλαγαν, μας στρώσανε τραπέζι… Το ΚΙΝΑΛ, τα στελέχη του και η ιστορία τους έχουν γίνει αυτή την περίοδο το αντικείμενο θερμής και εκτεταμένης αναφοράς τόσο από τα κόμματα της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης όσο και από τα έντυπα που τους υποστηρίζουν. Κάτι σαν τα ζαχαρωτά σε παιδική γιορτή, που τρέχουν όλοι ποιος θα προλάβει να πάρει τα περισσότερα, ακόμα και αν ξέρουν ότι δεν κάνουν καλό στα δόντια τους.

Οι καιροί της απόστασης και της κομματικής έχθρας έχουν πλέον μπει στο χρονοντούλαπο και η έξαψη που εκδηλώνεται φαίνεται να είναι η απαρχή μιας γενικότερης στροφής της πολιτικής προσοχής προς το κέντρο γενικότερα και την κεντροαριστερά ειδικότερα.

Τα φαινόμενα αυτά καλλιεργούνταν από καιρό, πλην όμως εσχάτως φούντωσαν μετά από τρία καθοριστικά γεγονότα:

Πρώτον, τις σημαντικές επιτυχίες κεντροαριστερών κομμάτων στην Γερμανία, την Νορβηγία και την Ιταλία (δημοτικές εκλογές), σε αντίθεση με τις τραγικές αποτυχίες των πιο καθαρόαιμων αριστερών σε αυτές τις χώρες.

Σε πολλές άλλες χώρες η σοσιαλδημοκρατία είναι στην κυβέρνηση, από την Σουηδία έως την Ισπανία και ενισχύουν την θέση τους, παρά το σαμποτάζ που έκαναν οι κομμουνιστές στην κεντροαριστερή κυβέρνηση της Πορτογαλίας.

Το γεγονός ότι η επάνοδος της σοσιαλδημοκρατίας στην διακυβέρνηση γίνεται σε συνδυασμό με την προσδοκώμενη υλοποίηση των Ταμείων Ανάκαμψης για νέες υποδομές και μαζική απασχόληση στις οικονομίες τους.

Η συμπόρευση με τα αντίστοιχα θηριώδη προγράμματα υποδομών του Μπάϊντεν στις ΗΠΑ, επαναφέρει στην συλλογική μνήμη τις περιόδους ανασυγκρότησης που έγιναν μεταπολεμικά στην Ευρώπη και οδήγησαν στην ακμή της σοσιαλδημοκρατίας.

Σε ένα κόσμο που πριν ακόμα προλάβει να συνέλθει από την δεκαετή χρηματοπιστωτική κρίση εγκλωβίστηκε στους περιορισμούς της πανδημίας, οι εξελίξεις αυτές δίνουν μια προοπτική με περισσότερη ασφάλεια και λιγότερες ανισότητες.

Δεύτερος λόγος ήταν η αδόκητη απώλεια της προέδρου του ΚΙΝΑΛ που πυροδότησε ένα μεγάλο ρεύμα συμπάθειας στην κοινή γνώμη και έδειξε ότι ο χώρος της κεντροαριστεράς διαθέτει ακόμα αποθέματα ενδιαφέροντος και στήριξης μέσα στην κοινωνία, που δεν κατάφερε να τα σκορπίσει ούτε η προηγούμενη δεκαετία των Μνημονίων ούτε  οι αποκαλύψεις για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων από ορισμένους προύχοντες του σοσιαλισμού.

Όμως η συμπάθεια με την βάσκανο μοίρα της Γεννηματά και το ενδιαφέρον που ξύπνησε με την αναβίωση της σοσιαλδημοκρατίας ίσως να έμεναν απλώς περαστικά συναισθήματα αν δεν υπήρχε και ένας τρίτος λόγος που τα έθεσε σε κίνηση διαρκείας: η επικείμενη εκλογή νέας ηγεσίας που θα κρίνει την πορεία του ΚΙΝΑΛ τα επόμενα χρόνια.

Αυτό ήταν το έναυσμα που έκανε τα δύο μεγαλύτερα κόμματα εκατέρωθεν του ΚΙΝΑΛ να ανασκουμπωθούν και να ψάχνουν πώς άραγε θα τα επηρρεάσουν οι εξελίξεις και αν είναι δυνατόν να το κάνουν να έλθει προς το μέρος τους όταν το χρειαστούν.

Η Νέα Δημοκρατία προφανώς θα ήθελε το ΚΙΝΑΛ να αποκρούσει τις επιρροές προς τα αριστερά και να παραμείνει γύρω από αναφορές που δεν θα έκαναν απαγορευτική την σύμπλευση τους σε ορισμένα κρίσιμα θέματα, ίσως και σε μία κυβέρνηση ειδικού σκοπού αν οι εκλογικές περιστάσεις το απαιτούσαν.

Συμμετρικά, ο ΣΥΡΙΖΑ θα ήθελε το ΚΙΝΑΛ να τοποθετεί την θερμομόνωση εκ δεξιών ώστε να δείξει πρόθυμο να συμπεριληφθεί στο πρότζεκτ της «προοδευτικής διακυβέρνησης» που έχει λανσάρει τελευταία, χωρίς όμως και να έχει ξεκαθαρίσει τι ακριβώς πολιτικές θα περιέχει. Εννοείται ότι – αν ήταν στο χέρι τους - και οι δύο εκατέρωθεν σχηματισμοί θα προτιμούσαν το ΚΙΝΑΛ να παρέμενε ένα μικρό και ανέστιο κόμμα, χωρίς δυναμική και συνοχή ώστε να διεμβολιστεί ευκολότερα, αλλά προς το παρόν ο κίνδυνος αυτός παρακάμφθηκε από τις ίδιες τις εξελίξεις.

Με αυτά τα δεδομένα, το ερώτημα φυσικά είναι τι ακριβώς θέλει και τι μπορεί να κάνει το ΚΙΝΑΛ και προς την κατεύθυνση αυτή ίσως φανούν χρήσιμες οι παρακάτω σκέψεις:

Καταρχήν, το ΚΙΝΑΛ δεν χρωστάει σε κανέναν για να ακολουθήσει τις ενδόμυχες προτροπές του προς τα δεξιά ή τα αριστερά. Έχει παράδοση, ιστορία και στελέχη να το οδηγήσουν εκεί που θα επιλέξει η βάση των μελών του και των πολιτών που το στηρίζουν.

Στην πορεία αυτή θα αποφασίσει επίσης και ποιες περιόδους της ιστορίας του θα επανεκτιμήσει για τις επιλογές που έγιναν και το κόστος που είχαν στην πολιτική του απήχηση. Αντίθετα, αν επιδείξει μια εκ των προτέρων έφεση προς μία κατεύθυνση, τότε είναι βέβαιο πως σύντομα θα απορροφηθεί εκλογικά από το κόμμα που θέλει να προσεγγίσει.

Στην πραγματικότητα θα εξαερωθεί πριν καν πάει στις κάλπες γιατί κανείς δεν θα ήταν πρόθυμος να το ψηφίσει για να τον πάρει μετά από το χεράκι και να τον πάει σε άλλο κόμμα, αφού μπορεί να πάει και μόνος του.

Η αρχή αυτή δεν σημαίνει ούτε ίσες ιδεολογικές αποστάσεις ούτε πολιτική  στρεψοδικία, απλώς είναι αυτονόητη για να επιβιώσει και να μπορέσει να ασκήσει την μέγιστη δυνατή επιρροή του όταν χρειαστεί και κυρίως όπως αυτό κρίνει.

Με λίγα λόγια, η έμφαση για αυτόνομη πορεία είναι ο αναγκαίος όρος για να καταστεί πραγματικά χρήσιμος εταίρος σε μία συμμαχία πεπερασμένης διάρκειας και στόχευσης.

Σε αυτό μπορεί να μελετήσει την θετική εμπειρία κομμάτων άλλων χωρών, όπως οι Πράσινοι στην Γερμανία που δεν αποκάλυψαν προεκλογικά τις προθέσεις τους, έως τη καταστροφική εμπειρία των Φιλελεύθερων Δημοκρατών στην Βρετανία που είχαν ανοιχτή προτίμηση στους Συντηρητικούς και το πλήρωσαν εκλογικά.

Ένας άλλος καθοριστικός  όρος επιβίωσης είναι η συγκέντρωση  και εξειδίκευση σε λίγες κύριες πολιτικές και όχι το άπλωμα επί παντός του επιστητού. Δεν είναι την περίοδο αυτή ένα μεγάλο κόμμα, άρα δεν μπορεί να πορεύεται με τις συνήθειες που είχε όταν ήταν.

Ούτε τα στελέχη του περισσεύουν για να καμώνονται ότι ασχολούνται με τα πάντα, ούτε η κοινωνία έχει διάθεση να ακούει μεγαλοστομίες επιφανειακού χαρακτήρα.

Κατά συνέπεια πρέπει να ρίξει το βάρος του σε συγκεκριμένα θέματα αιχμής και με αυτά να προσπαθήσει να πάρει το ρεύμα των πολιτών με το μέρος του. Αν το επιτύχει, τότε σε επόμενη φάση θα μπορεί να κάνει και το μεγάλο άλμα πολλαπλασιάζοντας την επιρροή του.

Ποιο είναι όμως άραγε αυτό το κεντρικό θέμα που μπορεί να υποστηρίξει δυναμικά το ΚΙΝΑΛ σήμερα; Σίγουρα πάντως δεν είναι η προσπάθεια εγκωμιασμού του πρόσφατου καταστροφικού παρελθόντος με τα Μνημόνια και η φιλοδοξία μερικών να το μετατρέψουν σε λιτανεία του οικογενειακού ονόματος. Διαχρονικά το ΠΑΣΟΚ, ταυτίστηκε με την ανάπτυξη, την απασχόληση και την ενσωμάτωση της χώρας στην Ευρωζώνη.

Ζητήματα τα οποία και τώρα απασχολούν το πολιτικό σύστημα της χώρας, χωρίς όμως να βρίσκουν την ανταπόκριση και το αποτέλεσμα που θα έπρεπε να έχουν. Παράδειγμα, το Ταμείο Ανάκαμψης το οποίο μήνες τώρα φαίνεται να έχει βαλτώσει και αναλίσκεται σε υποτυπώδεις χρηματοδοτήσεις έργων που έτρεχαν από πριν.

Παρά το προφανές όφελος που θα είχε από την επιτάχυνση του, η κυβέρνηση φαίνεται ότι δεν δύναται να σχεδιάσει καινοτόμες και ολοκληρωμένες παρεμβάσεις στον παραγωγικό ιστό της χώρας που θα αλλάξουν ριζικά τα δεδομένα της απασχόλησης για τις επόμενες δεκαετίες.

Ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση έχει όμως κάποια αναπτυξιακή στόχευση πέρα από το διαρκές σύνθημα να κατανεμηθεί σε όλους, πράγμα που θα οδηγήσει σε κατακερματισμό των πόρων και αδυναμία για μια μείζονα ισχυροποίηση του οικονομικού μοντέλου της χώρας.

Πρόκειται απλώς για την απατηλή ταύτιση της ισότητας ευκαιριών που απαιτείται σε μια ανταγωνιστική οικονομία με τον εξισωτισμό του αποτελέσματος όπου οδηγεί η ισοπεδωτική πολιτική του «λίγα σε όλους για να μην παραπονιέται κανείς».

Το ΚΙΝΑΛ με την θετική εμπειρία (αλλά και την γνώση των δυσκολιών) δύο κοινοτικών πλαισίων στήριξης θα μπορούσε να καταστεί ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής της ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια, όταν η πανδημία θα έχει περάσει και η χώρα θα αγωνιά πώς θα οικοδομήσει το μέλλον της.

Με την απάντηση να είναι μία και σαφής: μεγάλα έργα και υποδομές από το Ταμείο Ανάκαμψης, τα οποία θα διευκολύνουν τις πολλές και μικρές επιχειρήσεις να χρηματοδοτούνται από τα ΕΣΠΑ και τα άλλα αναπτυξιακά προγράμματα.

Κατά σύμπτωση, το πρότζεκτ αυτό είναι και το μοναδικό που είναι διαθέσιμο για να δώσει προοπτικές απασχόλησης και μόρφωσης στην νέα γενιά, να την εμπνεύσει για το μέλλον και να την πείσει να παλιννοστήσει.

Το ίδιο συμβαίνει και στις άλλες χώρες που αναδείχθηκε ή κυριαρχεί η σοσιαλδημοκρατία. Σήμερα αυτό είναι το μεγαλύτερο πολιτικό διακύβευμα για το μέλλον και της δικής μας χώρας.

Το ΚΙΝΑΛ έχει υποχρέωση να το αναδείξει και να το υπηρετήσει όπως του αξίζει. Ο τρόπος που θα το υπηρετήσει για να θεμελιώσει τις προοπτικές ευημερίας των νέων ανθρώπων, πρέπει να κρίνει και τις επιλογές της ηγεσίας. Όλα τα υπόλοιπα είναι βαρετό κουβεντολόϊ κουρασμένων ανθρώπων.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Νίκος Χριστοδουλάκης, Εκλογές ΚΙΝΑΛ, Κίνημα Αλλαγής
SHARE:

24Media Network