ΕΙΔΑΜΕ ΤΗ ΜΗΔΕΙΑ ΜΕ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ – ΠΙΤΤΑΚΗ: ΟΤΑΝ Η ΜΝΗΜΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ
Είδαμε τη Μήδεια που σκηνοθετεί ο Νικίτα Μιλοβόγεβιτς με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και την Ρένη Πιττακή και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Ξένη, προδομένη σύζυγος, μητέρα, θύμα και θύτης. Αυτή είναι η Μήδεια, η ηρωίδα του Ευριπίδη που στο ομώνυμο έργο του αντιστέκεται σε πάσης φύσεως εύκολες απαντησεις.
Η αδικία που υφίσταται εξηγεί την οργή της, αλλά δεν μπορεί να αθωώσει την πράξη της. Σε αυτήν ακριβώς την οδυνηρή αντίφαση στηρίζει ο σπουδαίος Σέρβος σκηνοθέτης, Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, τη δική του σκηνοθετική ανάγνωση, μετατρέποντας την τραγωδία σε μια τελετουργία μνήμης και ψυχικής κατάρρευσης.
Στην καρδιά της παράστασης βρίσκεται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η οποία επιστρέφει στον εμβληματικό ρόλο της Μήδειας σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της συνάντηση με την ηρωίδα, χωρίς να επιχειρεί να ανακαλέσει μια παλαιότερη επιτυχία. Αντίθετα, προσεγγίζει τον ρόλο από μια διαφορετική ηλικιακή, υποκριτική και υπαρξιακή αφετηρία, δίνοντας στο εγχείρημα το βάρος μιας ουσιαστικής επαναδιαπραγμάτευσης.
Το έργο και η υπόθεση
Η ιστορία είναι γνωστή. Η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας, εγκαταλείπει την πατρίδα και την οικογένειά της για να ακολουθήσει τον Ιάσονα. Τον βοηθά να αποκτήσει το Χρυσόμαλλο Δέρας, μοιράζεται μαζί του την εξορία και αποκτά τα παιδιά του.
Όταν εκείνος αποφασίζει να την εγκαταλείψει για να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά της Κορίνθου, η Μήδεια βρίσκεται ξαφνικά χωρίς σύζυγο, χωρίς κοινωνική θέση και χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Η απόφαση του Ιάσονα δεν αποτελεί μόνο ερωτική προδοσία. Είναι η πλήρης ακύρωση της κοινής τους ιστορίας και όλων όσων εκείνη θυσίασε.
Η εκδίκηση είναι ακραία. Η Μήδεια σκοτώνει τη νέα νύφη και τον Κρέοντα και, τελικά, στρέφεται εναντίον των ίδιων της των παιδιών, για να πλήξει τον Ιάσονα στο πιο ευάλωτο σημείο του.
Η τραγωδία παραμένει ανατριχιαστικά σύγχρονη: μιλά για τη γυναικεία οργή, την κοινωνική περιθωριοποίηση, την έμφυλη ανισότητα και τη μετατροπή των παιδιών σε όπλα μιας σύγκρουσης ενηλίκων. Κυρίως, όμως, θέτει ένα δύσκολο ηθικό ερώτημα: πότε το θύμα μετατρέπεται σε θύτη και ποια είναι τα όρια της κατανόησης απέναντι σε μια ασυγχώρητη πράξη;
Το στοίχημα του Μιλιβόγεβιτς
Το βασικό σκηνοθετικό στοίχημα είναι σαφές: να μετακινηθεί το ενδιαφέρον από το έγκλημα στη διαδρομή που οδηγεί σε αυτό και, ακόμη περισσότερο, σε όσα απομένουν μετά την καταστροφή.
Ο Μιλιβόγεβιτς δεν αντιμετωπίζει τη Μήδεια ως ένα απόμακρο μυθολογικό τέρας ούτε ως μια μονοδιάστατη εκδικητική γυναίκα. Την κοιτάζει ως έναν άνθρωπο που έχει ήδη φτάσει στο τέλος της διαδρομής του και είναι καταδικασμένος να επιστρέφει διαρκώς στα γεγονότα που τον συνέτριψαν.
Η παράσταση αρχίζει, δραματουργικά, μετά τον φόνο των παιδιών. Όσα παρακολουθούμε μοιάζουν να αναδύονται μέσα από το μυαλό της: ο έρωτας για τον Ιάσονα, η φυγή από την πατρίδα, η μητρότητα, η προδοσία, η εξορία και η εκδίκηση. Το παρελθόν δεν ανακαλείται ως νοσταλγία, επιστρέφει σαν τιμωρία.
Ο Μιλιβόγεβιτς δεν ζητά από το κοινό να συγχωρήσει τη Μήδεια, ζητά απλώς να την κοιτάξει πριν τη δικάσει. Να δει την ξένη γυναίκα που εγκατέλειψε τα πάντα της για έναν άνδρα, που έμεινε χωρίς πατρίδα και βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν μηχανισμό εξουσίας που την αντιμετώπισε ως εμπόδιο.
Αποφεύγει τη γραμμική αφήγηση και οργανώνει την παράσταση σαν έναν ατελείωτο εφιάλτη. Τίποτα δεν μοιάζει να συμβαίνει πραγματικά στο παρόν. Τα πρόσωπα αναδύονται ως θραύσματα μνήμης, ενοχής και φόβου, σε έναν κόσμο όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ψυχικής αναβίωσης παραμένουν διαρκώς ανοιχτά.
Ο Χορός δεν περιορίζεται στον παραδοσιακό ρόλο του σχολιαστή. Μετατρέπεται σε προέκταση της συνείδησης της Μήδειας, σε συλλογικό σώμα που άλλοτε την περιβάλλει και άλλοτε την απειλεί. Οι μορφές μοιάζουν με φαντάσματα, Ερινύες ή επαναλαμβανόμενες εικόνες ενός τραύματος που αρνείται να σβήσει.
Η σκηνοθεσία είναι υποβλητική, συνεπής και συχνά κινηματογραφική. Η βία δεν εκτίθεται ως θέαμα, αλλά λειτουργεί ως μια απειλή που έχει ήδη εισχωρήσει στον σκηνικό κόσμο. Σε ορισμένα σημεία, ωστόσο, η ένταση των συμβόλων και η επιμονή στη σκοτεινή ατμόσφαιρα αφήνουν λιγότερο χώρο στις αποχρώσεις του λόγου.
Η σκηνογραφία, η κίνηση και η μουσική
Η σκηνογραφία του Σωτήρη Μελανού αποτελεί οργανικό τμήμα της δραματουργίας. Στο κέντρο της σκηνής δεσπόζει ένας μεγάλος κυκλικός σχηματισμός με κόκκινο περίβλημα και μαύρο περιεχόμενο. Άλλοτε αυτό μοιάζει με στάχτες και άλλοτε με φίδια. Οι κόκκινες πόρτες στο βάθος λειτουργούν ως περάσματα ανάμεσα στη μνήμη και στο παρόν, στη ζωή και στον θάνατο. Από αυτές εισέρχονται τα πρόσωπα σαν μορφές ενός κόσμου που έχει ήδη χαθεί.
Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα υπηρετούν τη διαχρονικότητα της σκηνικής ανάγνωσης, αποφεύγοντας την αυστηρή ιστορική αναπαράσταση. Οι μάσκες του Νικόλα Παπαδόπουλου αποτελούν μία ισχυρή εικαστική παρέμβαση, δεν αποκρύπτουν απλώς τα πρόσωπα, αλλά εξωτερικεύουν τις ενοχές, τις εμμονές και τους δαίμονες που κατοικούν μέσα στη Μήδεια. Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου υπηρετούν με συνέπεια και ακρίβεια την πορεία της ηρωίδας.
Η κίνηση της Αμάλια Μπένετ είναι ένας από τους βασικούς άξονες της παράστασης. Ο Χορός κινείται ως ενιαίο σώμα, με τελετουργική ακρίβεια, βραδύτητα και αιφνίδιες εκρήξεις. Η κίνηση δεν διακοσμεί τον λόγο, αλλά εκφράζει όσα ο λόγος αδυνατεί να περιγράψει: τον εγκλωβισμό, την ταραχή και το αναπόφευκτο.
Η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού πλέκει ένα επιβλητικό ηχοτοπίο, καθώς δεν λειτουργεί ως εξωτερική επένδυση, αλλά ως μέρος της ψυχικής τοπογραφίας της παράστασης.
Οι ερμηνείες
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη κυριαρχεί στον ρόλο της Μήδειας με μια ερμηνεία μεγάλης πυκνότητας και εσωτερικού ελέγχου. Δεν επιστρέφει στον ρόλο αυτό για να αποδείξει ότι μπορεί ακόμη να παίξει τη Μήδεια. Επιστρέφει για να αναμετρηθεί με το τι σημαίνει σήμερα αυτός ο ρόλος για την ίδια.
Η προηγούμενη ερμηνεία της υπάρχει αναπόφευκτα ως σκιά, αλλά δεν την εγκλωβίζει. Γίνεται ένα υπόγειο στρώμα μνήμης, απολύτως συμβατό με τη σκηνοθετική σύλληψη του Μιλιβόγεβιτς. Η φωνή, το βλέμμα, η σωματική στάση και κυρίως οι σιωπές της συνθέτουν μια Μήδεια στην οποία συνυπάρχουν η απόγνωση και η ψυχρή αποφασιστικότητα, η μητέρα και η φόνισσα, το θύμα και ο θύτης. Δεν αναζητά την εύκολη συγκίνηση ούτε επιχειρεί να εξασφαλίσει τη συμπάθεια του κοινού. Διατηρεί την ηρωίδα τρομακτικά ανθρώπινη, χωρίς να μειώνει την ηθική απόσταση που προκαλεί το έγκλημά της.
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος προσεγγίζει τον Ιάσονα ως έναν ψυχρό, ορθολογικό και σχεδόν πολιτικό άνθρωπο. Η ερμηνεία του αποφεύγει την συνηθισμένη μορφή του άπιστου συζύγου και αναδεικνύει έναν κόσμο που υποτάσσει το συναίσθημα στη φιλοδοξία και στην κοινωνική ανέλιξη. Για εκείνον ο γάμος είναι στρατηγική επιλογή, για τη Μήδεια αποτελεί ολόκληρη την ύπαρξή της.
Η Ρένη Πιττακή, ως Τροφός, φέρνει στη σκηνή τη δύναμη της υποκριτικής οικονομίας. Με καθαρότητα, μέτρο και βαθιά ανθρώπινη ποιότητα, γίνεται η φωνή της μνήμης, της αγωνίας και της συνείδησης απέναντι στην επερχόμενη καταστροφή.
Ο Άρης Λεμπεσόπουλος ως Κρέων διαθέτει ισχυρή σκηνική παρουσία, χωρίς όμως να επιτυγχάνει πάντοτε την ίδια εκφραστική πυκνότητα με το υπόλοιπο σύνολο. Ορισμένες υπερτονισμένες χειρονομίες και συμβολικές λεπτομέρειες, όπως το χρυσό γάντι, περιορίζουν στιγμές που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν πιο άμεσα και ανθρώπινα.
Ο Τάσος Σωτηράκης και ο Διονύσης Πιφέας συμβάλλουν στη συνοχή ενός έμπειρου συνόλου, ενώ ο Χορός —Ηλέκτρα Καρτάνου, Εμμανουήλ Κοντός, Ιωάννα Μπιτούνη, Κατερίνα Νταλιάνη, Μαριάμ Ρουχάτζε και Νίκος Τσιμάρας— λειτουργεί με ακρίβεια, πειθαρχία και αξιοσημείωτη συλλογική ενέργεια.
Αξίζει να δει κανείς τη Μήδεια του Μιλιβόγεβιτς;
Ρητορικό το ερώτημα. Και βέβαια αξίζει, όπως και θα άξιζε στην παράσταση αυτή να παιχτεί στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.
Η «Μήδεια» του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς είναι μια σκοτεινή, υψηλής αισθητικής παράσταση, η οποία αντιμετωπίζει την τραγωδία ως εσωτερική αναβίωση ενός γεγονότος που έχει ήδη συντελεστεί. Το ισχυρότερο στοιχείο της είναι η μετατροπή της μνήμης σε “προσωπικό Άδη”: η Μήδεια δεν μπορεί να αλλάξει το παρελθόν ούτε να διαφύγει από αυτό. Είναι καταδικασμένη να το επαναλαμβάνει.
Η εκδίκηση μεταμφιέζεται σε δικαιοσύνη και καταστρέφει όχι μόνο εκείνον που τιμωρείται, αλλά και εκείνον που την επιλέγει. Αυτό που μένει δεν είναι η εικόνα ενός μυθολογικού τέρατος, αλλά ενός ανθρώπου που χάνει την πατρίδα, την αγάπη, την αξιοπρέπεια και, στο τέλος, τον ίδιο του τον εαυτό.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικά σύγχρονο στοιχείο της Μήδειας: ότι η άβυσσος δεν βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο, αλλά μέσα του.