Πρώτη στις έμφυλες ανισότητες στην ανεργία η Ελλάδα

Διαβάζεται σε 6'
Γυναίκες σε εταιρικό περιβάλλον
Γυναίκες σε εταιρικό περιβάλλον iStock

Η καθηγήτρια Μαρία Καραμεσίνη γράφει για την εξέλιξη των ανισοτήτων φύλου στην αγορά εργασίας, τη συμβολή της Μεταπολίτευσης και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης σε αυτές.

Δύο είναι οι μεγάλες τομές στη σύγχρονη πολιτική, οικονομική και κοινωνική ιστορία της χώρας μας, που ανέτρεψαν τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης και άλλαξαν ριζικά τους θεσμούς και την κατάσταση πραγμάτων σε όλους τους τομείς: η Μεταπολίτευση του 1974 και η οικονομική κρίση του 2008, που οδήγησε το 2010 στην κρατική χρεοκοπία.

Οι παραπάνω μεγάλες ιστορικές τομές καθόρισαν την εξέλιξη και μιας από τις μεγαλύτερες κοινωνικές αλλαγές στη σύγχρονη Ελλάδα: τη μαζική ένταξη των γυναικών εργάσιμης ηλικίας στο εργατικό δυναμικό, την αύξηση του βαθμού απασχόλησής τους (54,5% το 2025, έναντι 17% το 1971) σε αμειβόμενες μορφές εργασίας (μισθωτή εργασία, αυτοαπασχόληση), την αναβάθμιση της θέσης τους στο σύστημα απασχόλησης και τη μείωση των έμφυλων ανισοτήτων στη αγορά εργασίας, παρόλο που οι τελευταίες είναι σήμερα από τις μεγαλύτερες μεταξύ των χωρών της ΕΕ.

Το άρθρο εξετάζει τη συμβολή της Μεταπολίτευσης στις παραπάνω τάσεις και αποτιμά την παρακαταθήκη της ως προς τις κατακτήσεις των γυναικών στο πεδίο της αμειβόμενης εργασίας. Στη συνέχεια εξετάζει τις αρνητικές συνέπειες της ύφεσης του 2008, της κρίσης χρέους και των μνημονιακών πολιτικών σε αυτές τις κατακτήσεις και τις προσπάθειες της τελευταίας δεκαετίας για ανάκτηση του χαμένου εδάφους. Τέλος, συζητά τις σημερινές προκλήσεις στο πεδίο της πολιτικής έμφυλης ισότητας στην απασχόληση.

Η Μεταπολίτευση του 1974 επέδρασε προωθητικά στη μαζική ένταξη των γυναικών στην αμειβόμενη εργασία και στη βελτίωση της θέσης τους στο σύστημα απασχόλησης τις επόμενες δεκαετίες για τέσσερις βασικούς λόγους.

Πρώτον, έθεσε τις βάσεις για την μετατροπή της ελληνικής οικονομίας σε μια οικονομία υπηρεσιών, η οποία αναζήτησε εργατικό δυναμικό κυρίως στον γυναικείο πληθυσμό.

Δεύτερον, έδωσε ώθηση στην γενίκευση του Λυκείου, στην επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους, που αύξησαν το εκπαιδευτικό επίπεδο των γυναικών και τους έδωσαν πρόσβαση σε επαγγέλματα υψηλότερου κοινωνικού γοήτρου και στην απασχόληση στον δημόσιο τομέα.

Τρίτον, επανεκκίνησε τη διαδικασία ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, που ολοκληρώθηκε το 1981 και άσκησε καθοριστική επίδραση στην κατάργηση των άμεσων διακρίσεων στην εργασία εις βάρος των γυναικών και στην θεσμοθέτηση της πολιτικής ισότητας των φύλων ως νέο πεδίο κοινωνικής πολιτικής.

Τέλος, απελευθέρωσε την κοινωνική δυναμική, η οποία γέννησε κοινωνικά κινήματα, μεταξύ των οποίων το γυναικείο και φεμινιστικό κίνημα, που άλλαξε τις αντιλήψεις, τις στάσεις και τις διεκδικήσεις των γυναικών για οικονομική ανεξαρτησία, επαγγελματική καταξίωση και ισότητα στην εργασία και τις οδήγησε στο να επενδύσουν μαζικά στην (τριτοβάθμια) εκπαίδευση για να αντισταθμίσουν τις εις βάρος τους διακρίσεις στην αγορά εργασίας. Η ασίγαστη δίψα των γυναικών για αυτοπροσδιορισμό πέρα από κοινωνικά στερεότυπα και για οικονομική ανεξαρτησία, ανάπτυξη των ικανοτήτων τους και αναγνώριση της αξίας τους είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της Μεταπολίτευσης και, ταυτόχρονα, η κληρονομιά του γυναικείου και φεμινιστικού κινήματος που ξεπήδησε μέσα από τα σπλάχνα της.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι κατακτήσεις δεν ήταν ομοιόμορφες.

Η εγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστριών στην ελληνική αγορά εργασίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ύστερα, διεύρυνε τις ανισότητες μεταξύ γυναικών, προσθέτοντας στις ταξικές ανισότητες αυτές με βάση την εθνική προέλευση.

Η κρίση του 2008, η χρεοκοπία της χώρας και η βαθιά ύφεση που προκάλεσαν τα Μνημόνια υπήρξαν τομή στη συνέχεια των κατακτήσεων των γυναικών επί τρεισήμισι δεκαετίες, αντιστρέφοντας την τάση αυξανόμενης συμμετοχής των τελευταίων στην αμειβόμενη εργασία και ανακόπτοντας εκείνη της βελτίωσης της θέσης τους στο σύστημα απασχόλησης. Η δραματική μείωση του γυναικείου ποσοστού απασχόλησης και η εκτόξευση του γυναικείου ποσοστού ανεργίας μεταξύ 2008 και 2013 υπήρξαν ιστορικά πρωτόγνωρες, αν και μικρότερες σε κλίμακα από εκείνες των αντίστοιχων ανδρικών ποσοστών, με αποτέλεσμα τη μείωση των έμφυλων ανισοτήτων στην απασχόληση και την ανεργία.

Την ίδια περίοδο, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας έπληξε δυσανάλογα τους μισθούς και τους όρους εργασίας όσων βρίσκονται στο κάτω άκρο της αγοράς εργασίας, όπου συγκεντρώνονται «προνομιακά» οι γυναίκες των λαϊκών τάξεων και οι μετανάστριες.

Εν κατακλείδι, η Μεταπολίτευση επέδρασε προωθητικά στη μαζική ένταξη στο εργατικό δυναμικό και στην αναβάθμιση της θέσης των γυναικών στο σύστημα απασχόλησης, ενώ η οικονομική κρίση του 2008 προκάλεσε οπισθοδρόμηση. Παραδόξως, και οι δύο αυτές ιστορικές τομές προκάλεσαν μείωση των έμφυλων ανισοτήτων στην αγορά εργασίας.

Βέβαια, από το 2014 μέχρι σήμερα, η συνεχής αύξηση της γυναικείας απασχόλησης έχει απορροφήσει τις απώλειες σε θέσεις εργασίας της κρίσης του 2008 και της ύφεσης των Μνημονίων.

Όμως, αν και το γυναικείο ποσοστό απασχόλησης είναι σήμερα υψηλότερο εκείνου του 2008, υπολείπεται αισθητά από το επίπεδο στο οποίο θα είχε φτάσει αν δεν είχε μεσολαβήσει η κρίση. Έτσι, η Ελλάδα είναι το κράτος-μέλος της ΕΕ με το δεύτερο χαμηλότερο γυναικείο ποσοστό απασχόλησης, ενώ παρουσιάζει τις μεγαλύτερες έμφυλες ανισότητες στην ανεργία.

Επιπλέον, σε μια αγορά εργασίας όπου επικρατούν οι ατομικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, το έμφυλο μισθολογικό χάσμα σημείωσε σημαντική άνοδο μεταξύ 2018 και 2023, ξεπερνώντας αρκετά τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό σημαίνει, ότι έπειτα από περίπου πενήντα χρόνια σημαντικών γυναικείων κατακτήσεων, αλλά και οπισθοδρομήσεων, το στοίχημα της έμφυλης ισότητας στην αμειβομένη εργασία παραμένει μεγάλη κοινωνική και πολιτική πρόκληση στη χώρα μας.

Ολόκληρο το κείμενο εργασίας για το Ινστιτούτο ΕΝΑ, εδώ

Μαρία Καραμεσίνη
Μαρία Καραμεσίνη

Η Ελλάδα είναι το κράτος-μέλος της ΕΕ με το δεύτερο χαμηλότερο γυναικείο ποσοστό απασχόλησης, τις μεγαλύτερες έμφυλες ανισότητες στην ανεργία, το πέμπτο μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς το χρόνο που δαπανούν στην απλήρωτη οικιακή εργασία, ενώ το έμφυλο μισθολογικό χάσμα σημείωσε άνοδο μεταξύ 2018 και 2023, ξεκινώντας από χαμηλότερα και ξεπερνώντας τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η Μαρία Καραμεσίνη είναι Καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα