Οι κερδισμένοι των επιδοτήσεων – Πόσο “φρενάρουν” την ακρίβεια
Παρά τα “αναχώματα” τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις καλούνται φέτος να βάλουν “βαθιά” το χέρι στην τσέπη για να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες καθώς παρά τις επιδοτήσεις και τα επιδόματα το ράλυ των τιμών έχει εκτοξεύσει τις απαιτήσεις δαπανών.
- 15 Οκτωβρίου 2026 06:03
Οι νέες επιδοτήσεις στα καύσιμα και η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% συνθέτουν το πακέτο παρεμβάσεων με το οποίο επιχειρείται να περιοριστεί η επιβάρυνση των νοικοκυριών ενόψει του χειμώνα.
Το μεγαλύτερο όφελος κατευθύνεται στους καταναλωτές πετρελαίου θέρμανσης, καθώς η συνολική ενίσχυση φτάνει τα 40 λεπτά ανά λίτρο, ενώ πρόσθετη στήριξη προβλέπεται για τους δικαιούχους του επιδόματος θέρμανσης, ειδικά σε ορεινές περιοχές. Βέβαια εκει οι απαιτήσεις είναι μεγάλές και έτσι το “συνολικό ταμείο” θα κριθεί με βάση τον καιρό και το αν ο χειμώνας θα εόναι βαρύς ή όχι.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο οι παρεμβάσεις αυτές αρκούν για να ανακόψουν το κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια και να διατηρήσουν σε διαχειρίσιμα επίπεδα το κόστος θέρμανσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι για όσους και όσες δεν είναι ενταγμένοι στην “περίμετρο” του επιδόματος θέρμανσης, η επιβάρυνση για αγορές 1000 λίτρων σε σχέση με ξεπερνούν τα 450 ευρώ.
Tην ίδια ώρα, οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, πάνω από τα 87 ευρώ/MWh, ενώ οι διακυμάνσεις στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εντείνουν την αβεβαιότητα και οι προβλέψεις για τον χειμώνα διατηρούν την ανησυχία για νέες πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Έκπτωση 40 λεπτών ανά λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης
Στο μεταξύ, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η παρέμβαση στο πετρέλαιο θέρμανσης συνδυάζει κρατική επιδότηση 20 λεπτών ανά λίτρο με ισόποση έκπτωση από τα διυλιστήρια. Με τη διπλή αυτή ενίσχυση, η μέση τιμή διαμορφώνεται περίπου στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 1,95 ευρώ που θα έφτανε χωρίς τις παρεμβάσεις.
Για τα νοικοκυριά που δικαιούνται επίδομα θέρμανσης, η τελική επιβάρυνση περιορίζεται ακόμη περισσότερο, καθώς η τιμή υπολογίζεται ότι θα υποχωρήσει περίπου στα 1,35 ευρώ ανά λίτρο. Πρόκειται για μια ουσιαστική διαφορά σε σχέση με την τιμή εκκίνησης, αν και το κόστος παραμένει υψηλότερο από τα περίπου 1,13 ευρώ ανά λίτρο που ίσχυαν κατά την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Τα νησιά
Η εικόνα, πάντως, δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα. Στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες μεγάλες πόλεις η τιμή αναμένεται να κινηθεί κοντά στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο, ενώ στα νησιά, όπου το μεταφορικό κόστος επιβαρύνει την τελική τιμή, μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 1,70 ευρώ.
Πρόσθετες μειώσεις μπορούν να προκύψουν από τις εμπορικές προσφορές των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών. Ενδεικτικά, η ΕΚΟ διαθέτει πετρέλαιο θέρμανσης με τιμή εκκίνησης 1,49 ευρώ ανά λίτρο, ενώ η AVIN προσφέρει εκπτώσεις σε αγορές με συγκεκριμένες τραπεζικές κάρτες. Οι τελικές τιμές διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή, τον προμηθευτή και τους όρους κάθε προσφοράς.
Ποιοι ωφελούνται περισσότερο από τις νέες επιδοτήσεις
Οι μεγαλύτεροι “κερδισμένοι”, πάντως, είναι τα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης και, κυρίως, εκείνα που πληρούν τα κριτήρια για τη χορήγηση του σχετικού επιδόματος. Στην πρώτη κατηγορία, η επιδότηση περιορίζει άμεσα το κόστος αγοράς, ενώ στη δεύτερη συνδυάζεται με αυξημένη οικονομική ενίσχυση, δημιουργώντας ένα διπλό δίχτυ προστασίας.
Για τους καταναλωτές πετρελαίου κίνησης προβλέπεται συνολική μείωση 20 λεπτών ανά λίτρο, από την οποία τα 15 λεπτά προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό και τα υπόλοιπα 5 λεπτά από τα διυλιστήρια. Αντίστοιχα, η αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων επιδοτείται από το κράτος με 10 λεπτά ανά λίτρο.
Οι παρεμβάσεις αυτές, πάντως, έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ισχύουν έως τις 31 Οκτωβρίου. Επομένως, το πραγματικό όφελος για κάθε οδηγό θα εξαρτηθεί από την ποσότητα καυσίμου που καταναλώνει, ενώ για τους οδηγούς που διανύουν πολλά χιλιόμετρα το πετρέλαιο κίνησης αποτελεί τη βασική πηγή άμεσης ελάφρυνσης.
Αντίθετα, όσοι θερμαίνονται με φυσικό αέριο ή ηλεκτρικό ρεύμα δεν επωφελούνται από την άμεση επιδότηση στην αντλία. Για αυτούς, η αυξημένη ενίσχυση μέσω του επιδόματος θέρμανσης αποτελεί βασικό μέσο στήριξης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τα προβλεπόμενα κριτήρια.
Αυξημένο κατά 30% το επίδομα θέρμανσης
Σημαντικό μέρος του νέου πακέτου αφορά την ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027. Η αύξηση κατά 30% μεταφράζεται σε αισθητά υψηλότερα ποσά για τους δικαιούχους, με το τελικό ύψος της ενίσχυσης να εξαρτάται από τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, την περιοχή κατοικίας και το μέσο θέρμανσης.
Στην πράξη, ένα νοικοκυριό που θα δικαιούνταν επίδομα 500 ευρώ με βάση τον προηγούμενο υπολογισμό θα λάβει πλέον 650 ευρώ. Αντίστοιχα, για ένα νοικοκυριό με αρχικό ποσό 800 ευρώ, η ενίσχυση αυξάνεται στα 1.040 ευρώ.
Η αύξηση αφορά το σύνολο των επιλέξιμων κατηγοριών θέρμανσης, ενώ το πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται σε 52 εκατ. ευρώ. Με βάση τα περσινά δεδομένα, ο συνολικός προϋπολογισμός του επιδόματος αυξάνεται από τα 173 εκατ. ευρώ στα 225 εκατ. ευρώ.
Η διαδικασία
Σημειώνεται ότι η πλατφόρμα MyΘέρμανση αναμένεται να ανοίξει έως τις 10 Νοεμβρίου 2026, ενώ η προκαταβολή προβλέπεται να καταβληθεί έως τις 23 Δεκεμβρίου. Η προκαταβολή υπολογίζεται με βάση το ποσό που έλαβε ο δικαιούχος την προηγούμενη χρονιά και ενισχύεται επίσης κατά 30%, με στόχο να εξασφαλιστεί ρευστότητα για την κάλυψη των πρώτων χειμερινών αναγκών.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η ενίσχυση της προκαταβολής μπορεί να ανεβάσει το ποσοστό της έως το 78% του περσινού επιδόματος, έναντι του 60% που αποτελούσε τη βάση υπολογισμού. Το ακριβές ποσό που θα πιστωθεί σε κάθε δικαιούχο θα εξαρτηθεί από τους τελικούς όρους εφαρμογής του μέτρου.
Πόσο αυξάνεται το επίδομα ανά περιοχή
Η προσαύξηση κατά 30% αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στα παραδείγματα τετραμελών οικογενειών που θερμαίνονται με πετρέλαιο. Τα ποσά διαφοροποιούνται ανά περιοχή, καθώς στον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη οι κλιματολογικές συνθήκες και οι σχετικοί συντελεστές.
Στη Λάρισα, το επίδομα αυξάνεται από 277,20 ευρώ σε 360,36 ευρώ, ενώ στο Ηράκλειο Κρήτης ανεβαίνει από 138,60 ευρώ σε 180,18 ευρώ. Στην Πάρο, η ενίσχυση διαμορφώνεται στα 152,88 ευρώ, έναντι 117,60 ευρώ πέρυσι, ενώ στην Αγία Παρασκευή Αττικής αυξάνεται από 231 ευρώ σε 300,30 ευρώ.
Μεγαλύτερη είναι η ενίσχυση σε περιοχές με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης. Στην Καστοριά, για παράδειγμα, το ποσό για το συγκεκριμένο νοικοκυριό ανεβαίνει από 588 ευρώ σε 764,40 ευρώ.
Αντίστοιχη αύξηση καταγράφεται και για όσους χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια για τη θέρμανσή τους. Στη Λάρισα, το επίδομα αυξάνεται από 351,12 ευρώ σε 456,46 ευρώ, στην Πάρο από 148,96 ευρώ σε 193,65 ευρώ και στο Ηράκλειο από 175,56 ευρώ σε 228,23 ευρώ. Στην Αγία Παρασκευή διαμορφώνεται στα 380,38 ευρώ, ενώ στην Καστοριά φτάνει τα 968,24 ευρώ.
Τα παραδείγματα αναδεικνύουν τη σημασία της γεωγραφικής διαφοροποίησης, χωρίς να σημαίνει ότι όλα τα νοικοκυριά μιας περιοχής θα λάβουν τα ίδια ποσά. Η τελική ενίσχυση εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά κάθε δικαιούχου και τις προϋποθέσεις του προγράμματος, ενώ όπως αναφέρεθηκε το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από τις ανάγκες που θα γεννήσει ο καιρός.
Πάνω από 200 εκατ. ευρώ το κόστος των παρεμβάσεων στα καύσιμα
Το συνολικό, πάντως, κόστος της προσπάθειας συγκράτησης των τιμών ξεπερνά τα 200 εκατ. ευρώ, αν συνυπολογιστούν οι εκπτώσεις των διυλιστηρίων και οι νέες κρατικές επιδοτήσεις.
Οι Helleniq Energy και Motor Oil έχουν ήδη αναλάβει σημαντικό μέρος της επιβάρυνσης μέσω των εκπτώσεων που εφαρμόζουν από το καλοκαίρι. Για το διάστημα από τις 15 Ιουλίου έως τις 15 Οκτωβρίου, το κόστος των εκπτώσεων των δύο ομίλων εκτιμάται σε περίπου 100 εκατ. ευρώ, ενώ αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω έως το τέλος του μήνα.
Για το δεύτερο, δε, δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, το κόστος των άμεσων κρατικών επιδοτήσεων στα καύσιμα υπολογίζεται σε 46 εκατ. ευρώ. Αν προστεθούν τα 52 εκατ. ευρώ για την αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, η πρόσθετη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού από τις νέες παρεμβάσεις φτάνει τα 98 εκατ. ευρώ.
Η κατανομή της στήριξης, βέβαια, διαφοροποιείται ανάλογα με το καύσιμο. Στο πετρέλαιο θέρμανσης, η κρατική επιδότηση και η έκπτωση των διυλιστηρίων αθροίζονται σε 40 λεπτά ανά λίτρο. Στο πετρέλαιο κίνησης η συνολική μείωση ανέρχεται σε 20 λεπτά, ενώ στην αμόλυβδη η κρατική ενίσχυση φτάνει τα 10 λεπτά ανά λίτρο.
Οι παρεμβάσεις, πάντως, αναμένεται να επανεξεταστούν στο τέλος Οκτωβρίου, ανάλογα με την πορεία των διεθνών τιμών. Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή εικόνα δεν προδικάζει ούτε τη διάρκεια ούτε το ύψος των ενισχύσεων για το επόμενο διάστημα.
Φυσικό αέριο και ηλεκτρικό ρεύμα: Το αδύναμο σημείο του χειμώνα
Σε αντίθεση με το πετρέλαιο θέρμανσης, για το οποίο προβλέπεται συνδυασμός κρατικής και ιδιωτικής ενίσχυσης, η εικόνα στο φυσικό αέριο και στην ηλεκτρική ενέργεια παραμένει πιο σύνθετη.
Οι ευρωπαϊκές τιμές του φυσικού αερίου κινούνται κοντά στα 87 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, έχοντας καταγράψει μεγάλη αύξηση σε ετήσια βάση. Οι περιορισμένες προμήθειες υγροποιημένου φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή, ο ανταγωνισμός για τα διαθέσιμα φορτία και τα χαμηλότερα από τα ιστορικά επίπεδα αποθέματα ενισχύουν την αβεβαιότητα για την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης.
Οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις αποθήκευσης εμφανίζονται γεμάτες κατά 73,94%, ενώ οι προβλέψεις για χαμηλότερες θερμοκρασίες στην Κεντρική Ευρώπη ενδέχεται να αυξήσουν τη ζήτηση. Παράλληλα, οι διακοπές σε νορβηγικές υποδομές περιορίζουν τις δυνατότητες τροφοδοσίας μέσω αγωγών, εντείνοντας τους κινδύνους για νέες ανατιμήσεις σε περίπτωση παρατεταμένου ψύχους.
Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα και την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της χονδρεμπορικής τιμής. Ενδεικτικά, η μέση τιμή του πρώτου δεκαπενθημέρου του Οκτωβρίου διαμορφώνεται στα 161 ευρώ.
Οι τιμές αυτές δεν μεταφέρονται αυτομάτως και με τον ίδιο τρόπο στους λογαριασμούς όλων των καταναλωτών. ‘Ετσι, η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από το τιμολόγιο, τις χρεώσεις του προμηθευτή και το προφίλ κατανάλωσης κάθε νοικοκυριού. Ωστόσο, η άνοδος της χονδρεμπορικής αγοράς ενισχύει τον κίνδυνο αυξημένου κόστους, ιδίως για όσους έχουν κυμαινόμενα τιμολόγια.