Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης Φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη (IG: @evitaskourleti) / Ένδυση: Χριστάκης, Κριεζώτου 5 Αθήνα (IG: @christakis_athens)

Ορέστη Ανδρεαδάκη, πώς θα ανακαλύψουμε ξανά το σινεμά από την αρχή;

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μας υποδέχθηκε στα γραφεία του Φεστιβάλ και μας μίλησε για το ελληνικό σινεμά του σήμερα, για τη διοργάνωση που έρχεται, και για την αγωνία του να ερχόμαστε ξανά σε επαφή με τον κόσμο.

Σε λίγες μέρες, θα συμβεί ξανά.

Ταινίες, άλλες δυσεύρετες, άλλες κλασικές, άλλες ολόφρεσκες και βραβευμένες, όλες τους διαλεχτές, θα αρχίσουν να παίζονται πάλι στις αγαπημένες αίθουσες της Θεσσαλονίκης. Ο κόσμος θα συγκεντρωθεί ξανά στην προβλήτα ή μπροστά στο Ολύμπιον ή σε κάποιο από τα φανταστικά καφέ της πόλης. Και οι συζητήσεις θα είναι ξανά, για σινεμά.

Από την τελευταία φορά, έχουν μεσολαβήσει πια σχεδόν δύο χρόνια πανδημίας στη διάρκεια των οποίων το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το μεγαλύτερο Φεστιβάλ κινηματογράφου της χώρας, διεξήχθη τρεις φορές- όλες εκτάκτου ανάγκης. Δύο online διοργανώσεις και μία υβριδική -το περασμένο καλοκαίρι- κατάφεραν να κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα του Φεστιβάλ.

Όμως αυτό που στα αλήθεια θέλουμε, είναι το σώμα του. Και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης επιτέλους ανοίγει ξανά τις πόρτες του στον σινεφίλ κόσμο της χώρας, ξεκινώντας από τις 4 Νοεμβρίου και για τις επόμενες 10 μέρες.

Θα είναι σίγουρα συγκινητική επιστροφή αλλά θα έχει οπωσδήποτε και κάτι το πρωτόγνωρο μέσα, μια αίσθηση ανακάλυψης των πάντων από την αρχή, όπως εξάλλου συμβαίνει αυτό τον καιρό με κάθε άλλη μας κοινωνική συναναστροφή. Το φετινό Φεστιβάλ λοιπόν ετοιμάστηκε καλά: Διαλέγει ταινίες από το πιο πυκνό φεστιβαλικό πρόγραμμα της πρόσφατης μνήμης. Εμπνεέται από τον Κανόνα του Παιχνιδιού του Ζαν Ρενουάρ. Συγκεντρώνει στη Θεσσαλονίκη μερικούς από τους μεγαλύτερους μοντέρ της Ελλάδας και του πλανήτη για να μιλήσουν (και να δείξουν!) τα πάντα για αυτή την σημαντική τέχνη.

Για να μάθουμε περισσότερα για την σημαδιακή φετινή διοργάνωση, και για να αναρωτηθούμε τι σημαίνει το να ανακαλύπτουμε ξανά την εμπειρία του σινεμά από την αρχή, συναντήσαμε τον κατάλληλο άνθρωπο. Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μας υποδέχθηκε στα γραφεία του Φεστιβάλ και μας μίλησε για το ελληνικό σινεμά του σήμερα, για τη διοργάνωση που έρχεται, και για την αγωνία του να ερχόμαστε ξανά σε επαφή με τον κόσμο.

***

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ONLINE ΦΕΣΤΙΒΑΛ


Θυμάμαι τη στιγμή που καταλάβαμε τη σοβαρότητα της πανδημίας τουλάχιστον στην Ελλάδα, ήταν για πολλούς από εμάς όταν ακυρώθηκε η φυσική διοργάνωση του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του ‘20. Γράφανε τότε στα social «ακραίο!» και άλλα τέτοια, αλλά 10 μέρες μετά κλείσανε τα πάντα. Πώς ήταν αυτό το διάστημα που ακολούθησε για τις διοργανώσεις του Φεστιβάλ που μεσολάβησαν έκτοτε;
Είναι προφανές ότι ήταν ένα πολύ δύσκολο διάστημα για όλο τον κόσμο. Και για μας. Ωστόσο με την βοήθεια και την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, καταφέραμε να σταθούμε στα πόδια μας. Βγάλαμε δυο φεστιβάλ online, διοργανώσαμε ειδικά σεμινάρια, masterclasses, workshops, διαγωνισμούς, αναθέσαμε σε σκηνοθέτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό να γυρίσουν μικρού μήκους ταινίες με αφορμή την πανδημία, εκδώσαμε πέντε βιβλία. Όλη αυτή η περίοδος μας οδήγησε στο καλοκαιρινό φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, το πρώτο που έγινε σε φυσικούς χώρους. Η εμπειρία από το καλοκαίρι ήταν πάρα πολύ καλή. Ξαναήρθε ο κόσμος, έγιναν τα πράγματα στον φυσικό τους χώρο. Όμως δεν είμαι σίγουρος ότι τελικά το καλοκαίρι είναι η κατάλληλη περίοδος για να κάνεις το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Η θέση του είναι τον Μάρτιο και θα επιστρέψει τον Μάρτιο, που είναι μια πάρα πολύ καλή περίοδος για τον φεστιβαλικό κόσμο, τις ταινίες που κυκλοφορούν και τις πρεμιέρες που γίνονται. Ήταν όμως όμορφο που έγινε αυτή η διοργάνωση στα θερινά, και άρεσε.

Θα το έβλεπες στο μέλλον να υπάρχει μια αντίστοιχη διοργάνωση το καλοκαίρι;
Όχι, όχι, όχι. Νομίζω η θέση του είναι τον Μάρτιο.

Έγιναν λοιπόν δύο πλήρη Φεστιβάλ online. Τι αποκομίσατε από αυτό το πράγμα; Ποια ήταν η εμπειρία του κόσμου, τι ακούγατε;
Είναι πολλά πράγματα. Η πρώτη καραντίνα ήταν η πιο δύσκολη αλλά και κατά κάποιο τρόπο κι η πιο εύκολη. Γιατί ο περισσότερος κόσμος έμεινε σπίτι του, άρχισε να μαγειρεύει, να φτιάχνει ψωμί με προζύμι, να διαβάζει βιβλία, να τακτοποιεί τη βιβλιοθήκη του, αλλά ταυτόχρονα να βιώνει μια θλίψη, μια καταπίεση, ένα άγχος. Ήταν ωραίο που βγάλαμε τότε το Φεστιβάλ online και κάναμε αυτές τις ενέργειες, ήταν ένα θετικό πράγμα. Αυτό που μένει κι από το δικό μας κι από τα άλλα αντίστοιχα που έγιναν, είναι ότι μπορούμε πια να χρησιμοποιούμε την online δυνατότητα σε κάποιες περιπτώσεις.

Ωστόσο, στη δεύτερη καραντίνα, άλλαξαν τα πράγματα. Τον Νοέμβριο έγινε το δεύτερο online Φεστιβάλ μας το οποίο επίσης είχε πολύ μεγάλη ανταπόκριση, ο κόσμος μπήκε κι είδε ταινίες - άνθρωποι που όχι μόνο δεν είχαν πάει ποτέ στο Φεστιβάλ αλλά δεν είχαν πάει ποτέ καν στη Θεσσαλονίκη από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Κι όμως τόσο για το Φεστιβάλ όσο και γενικά για την ψυχολογία του κόσμου, η δεύτερη καραντίνα μας κόστισε πολύ. Γιατί εκεί καταλάβαμε ότι δε μπορούμε να ζούμε με αυτό τον τρόπο, ούτε μπορούμε να κάνουμε Φεστιβάλ με αυτό τον τρόπο, ούτε μπορούμε να επικοινωνούμε με αυτό τον τρόπο. Εκεί είδαμε ότι η επικοινωνία δεν είναι αυτό το πράγμα.

Η ανθρώπινη επαφή κι η επαφή με τον δήμο είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Και δεν ήταν ιδιαίτερα τυχαίο το γεγονός ότι το θέμα του Φεστιβάλ ήταν η Τυραννία της Οικειότητας, αυτό το εκπληκτικό βιβλίο του Ρίτσαρντ Σένετ, ο οποίος στην πραγματικότητα είχε προβλέψει όλη αυτή την κατάσταση από το 1977. Ότι δηλαδή οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες δεν πάσχουν από την αποξένωση αλλά από την υπερβολική και πλαστή οικειότητα, η οποία καταργεί την επαφή του ανθρώπου με τον δήμο, με τον δημόσιο χώρο, και κατ’επέκταση με την δημοκρατία. Δημοκρατία δεν είναι το να είσαι κλεισμένος στο σπίτι σου και να επικοινωνείς διαδικτυακά. Δημοκρατία είναι να έχεις μια συμμετοχή και παρέμβαση στο συλλογικό γίγνεσθαι. Και μέσω του διαδικτύου! Και μέσω των social media! Αλλά όχι αποκλειστικά.

Οπότε τώρα βλέπουμε πρώτον τις τεράστιες επιπτώσεις που έχει στην ψυχολογία όλων μας, και δεν θα μιλήσω καν για την οικονομία, κάτι αληθινά τραγικό, άνθρωποι έχουν πληγεί φοβερά. Αλλά και καθώς επανερχόμαστε, διαπιστώνουμε την αξία του να βγούμε ξανά έξω. Να ξανα-επικοινωνήσουμε.

ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥ



Πώς σχεδιάζει το Φεστιβάλ να επιστρέψει λοιπόν στον τόπο του; Τι να περιμένουμε;
Οι άλλοι μεγάλοι πολιτιστικοί οργανισμοί της Ελλάδας είναι Covid Free. Θα δεχόμαστε κι εμείς μόνο εμβολιασμένους και νοσήσαντες του τελευταίου εξαμήνου. Θα ακολουθήσουμε αυστηρά όλα τα μέτρα. Θα βρούμε τρόπο να ελέγχουμε χωρίς να γίνουν καθυστερήσεις κι ουρές. Και θα προσπαθήσουμε να ξαναστήσουμε αυτή τη σχέση του κοινού με το έργο τέχνης, με την κινηματογραφική ταινία. Το ίδιο στην Αγορά και στα masterclass και στις συναντήσεις μας.

Θα προσπαθήσουμε να πραγματοποιήσουμε και events. Δεν θα μπορούν να είναι εκείνα τα θρυλικά πάρτι. Αλλά θα προσπαθήσουμε. Ίσως λίγο πιο καθιστά. Ίσως με λίγο πιο χαμηλή μουσική. Αλλά ναι, θέλουμε να ξανάρθει ο κόσμος, να κάτσει σε ένα τραπέζι μετά την ταινία, να κουβεντιάσει για την ταινία, να κουβεντιάσει για τη ζωή, να πάρει αυτά τα έργα τέχνης που φέραμε, και να τα βάλει μέσα στη ζωή του.

Επίσης, έχουμε ένα καινούριο ΔΣ με Πρόεδρο την Ελευθερία Θανούλη που είναι και πρόεδρος του τμήματος του Τμήματος Κινηματογράφου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου κι έχουμε ξεκινήσει μια εξαιρετική συνεργασία. Αντιπρόεδρος είναι ο κινηματογραφιστής Γρηγόρης Βαρδαρινός και μέλη η Πηνελόπη Βαλτή, σκηνογράφος, ο Σπύρος Βούγιας, ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ ως εκπρόσωπος του Δήμου Θεσσαλονίκης, η ηθοποιός Θέμιδα Μπαζάκα, ο επιχειρηματίας Στέφανος Νόλλας και ο Φίλιος Στάγκος, γενικός διευθυντής ΕΡΤ3.

Και βέβαια τίποτα από όλα αυτά δε θα μπορούσε να γίνει χωρίς την υποστήριξη, τη βοήθεια και την έμπνευση που μας δίνει το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο είναι πάντα δίπλα μας. Όπως επίσης, κοντά μας βρίσκεται πάντα η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας μέσω της χρηματοδότησης του προγράμματος ΕΣΠΑ και φυσικά ο Δήμος Θεσσαλονίκης. Στο πλάι μας έμειναν σε αυτή την τρομερά δύσκολη περίοδο και όλοι οι χορηγοί, οι οποίοι όχι μόνο δεν μας εγκατέλειψαν αλλά συνεχίζουν να μας υποστηρίζουν.

Κοιτάξατε άλλα Φεστιβάλ και τον τρόπο που επανήλθαν με τη σειρά τους κι αυτά;
Βέβαια, έκανα εγώ προσωπικά κατασκοπεία στο Λοκάρνο και στη Βενετία. Στο Λοκάρνο συμμετείχα σε μια κριτική επιτροπή οπότε το είδα κι από πιο μέσα. Αλλά και στη Βενετία έκανα κατασκοπεία και προσπαθούσα να δανειστώ τρόπους και λύσεις που βρήκαν. Κι όλα αυτά που πήραμε, τα έχουμε βάλει στο τραπέζι και τα επεξεργαζόμαστε.

Αλλά θυμάσαι κι εσύ, στο Λοκάρνο κατέρρευσε το app τους, σε πολλές περιπτώσεις δε μπορούσες να βγάλεις εισιτήριο, κι αυτά στην Ελβετία! Ενώ στη Βενετία το σύστημα που είχαν βρει για την online διάθεση εισιτηρίων εισέπραξε την πιο αρνητική κριτική που έχει εισπράξει το Φεστιβάλ στην ιστορία του, δεν μπορούσες να βγάλεις εισιτήριο να δεις ταινίες. Κολοσσιαία Φεστιβάλ αντιμετωπίζουν προβλήματα, θα είναι δύσκολο και για εμάς. Χρειαζόμαστε και τη βοήθεια του κόσμου, και τις γνώμες του, και πολλή δουλειά.

Αυτό που αναφέρθηκε πιο πριν περί κουβέντας πάνω σε μια ταινία, αυτό είναι το πιο ωραίο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το πώς δημιουργείται μια συλλογικότητα γύρω από συγκεκριμένα σημεία.
Αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα σε ένα Φεστιβάλ, κι αυτό χάσαμε στην περίοδο της καραντίνας. Καθένας ήταν μόνος του κι έβλεπε μια ταινία κι έλεγε, τώρα τι θα την κάνω αυτή την ταινία; Όταν είμαστε στη Θεσσαλονίκη την παίρνω αυτή την ταινία, την πάω στο εστιατόριο, την πάω στο μπαρ, μέσω αυτής έχω μια επικοινωνία, έχω μια επαφή... ερωτεύομαι! Αυτό είναι το πιο σημαντικό.

Επίσης, επιλέγαμε ως χαλαρό μότο του φετινού Φεστιβάλ, αλλά και τίτλο της έκθεσης που κάνουμε κάθε χρόνο, όχι μια έννοια ή κάποιον τίτλο, αλλά Κανόνα του Παιχνιδιού του Ζαν Ρενουάρ. Ο Ρενουάρ το 1939 χωρίς να μιλήσει καθόλου για αυτό που συνέβαινε στην Ευρώπη, τρεις μήνες πριν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα είπε όλα. Είπε για μια νέα εποχή που έρχεται, είπε για την αδιαφορία και τον φόβο των ανθρώπων να αντιμετωπίσουν αυτή τη νέα εποχή. Θέλουμε λοιπόν εμείς να θυμίσουμε αυτή την προσέγγιση, ότι μπήκαμε ήδη σε μια νέα εποχή και για να την αντιμετωπίσουμε και για να ζήσουμε, πρέπει να ξαναφτιάξουμε κανόνες. Τώρα, τι θα είναι αυτοί οι κανόνες, αν μπορεί κανείς να τους ανατρέπει κάθε στιγμή και να φτιάχνει καινούριους, αυτό είναι το ερώτημα που το αφήνουμε για να το συζητήσουμε στη Θεσσαλονίκη.

Αυτό έχει και μεγάλο ενδιαφέρον σε αυτή την περίοδο, αυτό το συλλογικό restart. Τι κρατάμε από πριν, τι αφήνουμε, τι ξεκινάμε από την αρχή. Η κινηματογραφική διαδικασία εδώ έλλειψε. Πώς θα εξελιχθεί η σχέση μας με αυτήν; Θα χρειαστεί να την ανακαλύψουμε ξανά από την αρχή;
Την κινηματογραφική εμπειρία;

Ναι.
Μα, θα πρέπει να ξανα-ανακαλύψουμε την εμπειρία της ζωής! Η κινηματογραφική εμπειρία είναι το τελευταίο. Παρατηρούμε κι εμείς, όταν ξαναβγήκαμε ουσιαστικά στην αρχή του καλοκαιριο΄πυ δε μπορούσαμε να προσαρμοστούμε στην πρότερη κατάσταση. Είτε μέναμε βουβοί σε μια παρέα ή απέναντι σε ένα φίλο μας, είτε μας έπιανε μια απερίγραπτη πολυλογία, κάναμε υπερβολές είτε αυτοσυγκράτησης είτε υπερέκθεσης. Οπότε κοιτώντας αυτό το καλοκαίρι και τώρα, καθώς μπαίνει το φθινόπωρο, διαπιστώνω πως ήταν κάτι το εντελώς αφύσικο όσο αφορά στη συμπεριφορά μας.

Και το είδαμε και στην επαφή των ανθρώπων με την τέχνη, με τις συναυλίες, με τις ταινίες. Μολονότι η περίοδος ήταν μικρή θεωρητικά, ενάμισης χρόνος, οι επιπτώσεις ήταν πολύ μεγαλύτερες. Και θα χρειαστεί μια μεγαλύτερη περίοδος προσαρμογής για το πώς θα επικοινωνήσουμε ξανά μεταξύ μας, αλλά και με την τέχνη. Δεν θα είναι εύκολο.

«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΟ»



Ας μιλήσουμε για την κινηματογραφική παραγωγή, πέρσι δεν είχαμε Κάννες, η Βενετία ήταν επίσης πιο light, οπότε φέτος ουσιαστικά είδαμε μέσα σε τρεις μήνες την παραγωγή δύο χρόνων. Πάρα πολύ υλικό από σπουδαίους δημιουργούς. Αυτό πώς μεταφράζεται σε εσάς ως Φεστιβάλ, ως διαδικασία επιλογής;
Υπήρχε πολλή περισσότερη δουλειά για να διαλέξουμε τις ταινίες ωστόσο επικεντρωθήκαμε όσο το δυνατόν περισσότερο στις πιο πρόσφατες και πιστεύω το πρόγραμμα έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον φέτος. Έχουμε τρία Διαγωνιστικά, μιας και προστέθηκε ένα, αναβαθμίστηκε δηλαδή το τμήμα Film Forward, που έχει ταινίες που βρίσκονται στο μεταίχμιο πολλών κινηματογραφικών στυλ. Οπότε και στα τρία Διαγωνιστικά (το Διεθνές, το Meet the Neighbours και το Film Forward) υπάρχουν ταινίες καινούριες με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Για την ελληνική παραγωγή, που έχουμε φέτος στο Φεστιβάλ 24 νέες ταινίες και 11 παλαιότερες σε αφιερώματα, είμαστε εξαιρετικά ευχαριστημένοι. Καταρχάς γιατί υπάρχουν ελληνικές ταινίες και στα τρία Διαγωνιστικά, από τρεις στο κάθε ένα. Οπότε οι ελληνικές που διαγωνίζονται για αρκετά βραβεία, και χρηματικά έπαθλα, είναι εννιά. Πρώτη φορά γίνεται κάτι τέτοιο, και δεν είναι τυχαίο. Πρωταρχικός στόχος του Φεστιβάλ είναι να υποστηρίξει και να βοηθήσει την ελληνική κινηματογραφική κοινότητα. Και στην Αγορά έχουν αυξηθεί οι ενέργειες κι οι δράσεις για την υποστήριξη των ελλήνων δημιουργών και συντελεστών της ελληνικής κινηματογραφικής κοινότητας, ενώ βοηθάμε τους νέους έλληνες δημιουργούς που πηγαίνουν στο εξωτερικό, στα μεγάλα Φεστιβάλ.


Όσο κι αν το Φεστιβάλ θέλει να στηρίξει την ελληνική παραγωγή από μόνο του με όλες αυτές τις ενέργειες, προφανώς την ίδια στιγμή αντιδρά και σε κάτι που συμβαίνει. Θέλω να πω, είναι σε καλή κατάσταση η ελληνική παραγωγή αυτή τη στιγμή.
Είναι σε ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ κατάσταση η ελληνική παραγωγή. Έρχονται στην Ελλάδα κολοσσιαίες παραγωγές, ο αριθμός των ελλήνων τεχνικών που δουλεύει σε αυτές τις παραγωγές έχει αυξηθεί, αλλά κι η ίδια η ελληνική παραγωγή βρίσκεται στην καλύτερή της περίοδο.

Έχουμε κάνει μια έρευνα που θα δημοσιευτεί στον φετινό Α-Κατάλογο από τον Ρόμπι Εκσιέλ, που δείχνει πόσο η arthouse ελληνική ταινία έχει δυναμώσει την τελευταία 10ετία, το πόσο έχουν αυξηθεί σε ένα πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό οι ελληνικές ταινίες στα διεθνή Φεστιβάλ. Στα τελευταία 5 χρόνια δεν υπήρξε παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις μεγάλο Φεστιβάλ χωρίς ελληνική παρουσία, και πολλές φορές και χωρίς κάποιο βραβείο.

Κι έχουν αυξηθεί τα εισιτήρια των arthouse ταινιών στις ελληνικές αίθουσες αλλά και οι πωλήσεις τους σε ξένες αγορές και κινηματογραφικές και τηλεοπτικές. Άρα με απλά λόγια, ΝΑΙ το ελληνικό σινεμά πάει καλά, ΝΑΙ το ελληνικό σινεμά βρίσκεται στην καλύτερή του περίοδο, και πρέπει όλοι που βρισκόμαστε σε τέτοια θέση να το υποστηρίζουμε. Τελεία και παύλα.


Οι πολλές μεγάλες διεθνείς παραγωγές που ανέφερες, κατά πόσον θεωρείς ότι βοηθούν την ίδια την ελληνική παραγωγή;
Βεβαίως την βοηθάει! Οι έλληνες παραγωγοί αναλαμβάνουν είτε την εκτέλεση είτε την συμπαραγωγή αυτών των ταινιών. Δεύτερον, κόσμος βρίσκει δουλειά και παίρνει ανάσα οικονομική. Και τρίτον, δουλεύοντας σε αυτές τις ταινίες αποκτάς τρομερή εμπειρία. Όσοι δούλεψαν μου μετέφεραν ότι έμαθαν καινούρια πράγματα, ανακάλυψαν έναν νέο κόσμο. Κι επίσης είναι μεγάλη η προβολή, αλλά και είναι σημαντικά τα λεφτά που μπαίνουν στην Ελλάδα, σε ξενοδοχεία, σε υπηρεσίες.

ΤΑ HIGHLIGHTS ΤΗΣ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗΣ


Πες μας για το μεγάλο αφιέρωμα του φετινού Φεστιβάλ. Έχει να κάνει με την τέχνη του μοντάζ.
Νομίζω πρώτη φορά γίνεται τέτοιο αφιέρωμα. Δεν είναι σε σκηνοθέτη, σε ηθοποιό, σε είδος ή χώρα, αλλά είναι σε μια κινηματογραφική ειδικότητα, την πιο σημαντική, την πιο συναρπαστική και την πιο μοναχική. Το μοντάζ. Νομίζω όλοι οι επαγγελματίες του κινηματογραφικού κόσμου, από την εποχή του Αϊζενστάιν και του Βερτόφ μέχρι σήμερα, ξέρουν ότι η ταινία γίνεται στο τραπέζι του μοντάζ. Εκεί γίνονται όλα. Άρα θέλουμε να τιμήσουμε τους ανθρώπους αυτούς, των οποίων τα ονόματα είναι άγνωστα σε σχέση με άλλες ειδικότητες, όπως η φωτογραφία ή η μουσική.

Θέλουμε να τιμήσουμε επίσης την ελληνική κοινότητα των μοντέρ. Μην ξεχνάμε, ότι τα τελευταία χρόνια δύο έλληνες μοντέρ, ο Γιώργος Μαυροψαρίδης κι ο Γιώργος Λαμπρινός κέρδισαν υποψηφιότητα για Όσκαρ. Είναι τεράστιο αυτό το πράγμα. Υπάρχουν όμως κι άλλοι σπουδαίοι έλληνες μοντέρ. Πολλοί από αυτούς μάλιστα δεν δουλεύουν μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ξένες ταινίες. Εκεί βοηθά η νέα τεχνολογία, πολλοί μοντάρουν στην Ελλάδα ταινίες σκηνοθετών που βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου.

Θα βγάλουμε κι ένα μεγάλο βιβλίο, που με πολύ συναρπαστικό και καθόλου διδακτικό τρόπο μας βάζει στη μαγεία των μυστικών του μοντάζ. Και πολλοί άνθρωποι θα έρθουν και θα δείξουν, όχι μόνο με λόγια αλλά και με εικόνες, το πώς μια σκηνή μπορεί να απογειωθεί ή να καταστραφεί από έναν καλό ή κακό μοντέρ.

Είναι και παρεξηγημένο το μοντάζ, πολύς κόσμος νομίζω πως καλό μοντάζ είναι κάτι που κινείται γρήγορα. Δύσκολο να εξηγήσεις.
Ναι, ακόμα κι άνθρωποι επαγγελματίες και σίγουρα μεγάλο μέρος των κινηματογραφόφιλων έχουν ακόμα μεγάλες απορίες, τι ακριβώς είναι το μοντάζ, πώς γίνεται, πώς μπορεί να αλλάξει εντελώς το υλικό μιας ταινίας. Παίρνει ο μοντέρ το υλικό μιας ταινίας, 50 ώρες ας πούμε, και μπορεί να φτιάξει μια ταινία, κι ένας άλλος από το ίδιο υλικό να δημιουργήσει κάτι τελείως διαφορετικό.


Υπάρχει τέλος κάποια ταινία από τη φετινή επιλογή που ξεχώρισες πολύ;
Η ταινία που ξεχώρισα πιο πολύ από όσες είδα το τελευταίο εξάμηνο, που είναι και μια ταινία που λέει κάτι πάρα πολύ ουσιαστικό και πάρα πολύ επίκαιρο, είναι η ταινία έναρξης του Φεστιβάλ, Το Γεγονός. Αφηγείται την ιστορία μιας νέας κοπέλας στο Παρίσι του ‘60 που μένει έγκυος και δεν μπορεί να κάνει έκτρωση διότι εκείνη την εποχή ήταν παράνομη. Και μάλιστα η ποινή για όποιον την έκανε, την γυναίκα αλλά και τους γιατρούς, ήταν φυλάκιση.

Σε αντίθεση με το 4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες, μια ταινία που είχε τοποθετηθεί σε μια εξ ορισμού σκοτεινή περίοδο της Ευρώπης, την εποχή του Τσαουσέσκου, αυτή η ταινία τοποθετείται στο Παρίσι, με μια φοιτήτρια που όταν πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο το πρωί μιλούν για τον Σαρτρ. Αλλά ο γιατρός, όταν εκείνη του λέει πως θέλει να συνεχίσει τις σπουδές της για να συνεχίσει να μελετά τον Σαρτρ, αυτός την πετάει έξω. Κι όχι μόνο ο γιατρός αλλά κι οι φίλες της, το αγόρι που την άφησε έγκυο, όλοι.

Και βλέπεις πόσο αυτό το θέμα έχει επανέλθει ξαφνικά, το πόσ αντί να πηγαίνουν οι κοινωνίες μπροστά σε τέτοια θέματα πηγαίνουν πίσω. Το Τέξας ψήφισε απαγόρευση εκτρώσεων, βλέπουμε όλα όσα συμβαίνουν στην Πολωνία. Βεβαίως είναι ταυτόχρονα και μια συγκλονιστική κινηματογραφική εμπειρία. Είναι απίστευτη η ερμηνεία της Αναμαρία Βαρτολομέι και φυσικά η σκηνοθεσία της Οντρέ Ντιγουάν. Την επιλέξαμε για αυτό τον λόγο- εκτός του ότι είναι μια εξαιρετική ταινία, θέλει να πει κάτι σημαντικό για το σήμερα.

Το 62ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα διεξαχθεί 4-14 Νοεμβρίου.
CULTURE ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ