ΔΕΠΥ: Πώς συνδέεται με μία σειρά από άλλα θέματα υγείας

Διαβάζεται σε 6'
Παιδί αναζητά επίλυση προβλημάτων
Παιδί αναζητά επίλυση προβλημάτων iStock

Η ΔΕΠΥ δεν επηρεάζει μόνο την προσοχή. Νέα επιστημονικά δεδομένα τη συνδέουν στατιστικά με αυξημένο χρόνιο πόνο, φλεγμονές και άλλα προβλήματα υγείας.

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) είναι μία από τις συχνότερες νευροαναπτυξιακές διαταραχές, επηρεάζοντας περίπου 15,5 εκατομμύρια ενήλικες και σχεδόν 7 εκατομμύρια παιδιά μόνο στις ΗΠΑ.

Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται μόνο στη συγκέντρωση, την οργάνωση και τον έλεγχο της συμπεριφοράς.

Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με ΔΕΠΥ εμφανίζουν συχνότερα και άλλες παθήσεις, όπως αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές πρόσληψης τροφής, αυτοάνοσα νοσήματα, ημικρανίες, σύνδρομο long COVID και χρόνιο πυελικό πόνο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports.

Στο πλαίσιο της μελέτης, οι ερευνητές εξέτασαν 958 ενήλικες με χρόνιο πόνο που δεν ανταποκρινόταν στις διαθέσιμες θεραπείες και διαπίστωσαν ότι όσοι βίωναν εξαιρετικά έντονο πόνο, τον οποίο βαθμολογούσαν σταθερά με 9 ή 10 σε κλίμακα από το 0 έως το 10, παρουσίαζαν συχνότερα συμπτώματα ΔΕΠΥ σε σχέση με τους υπόλοιπους ασθενείς.

Συνολικά, η παρουσία συμπτωμάτων ΔΕΠΥ στο συγκεκριμένο δείγμα ήταν περίπου διπλάσια σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.

Παρά τα ευρήματα αυτά, οι επιστήμονες δεν μπορούν ακόμη να απαντήσουν με βεβαιότητα εάν υπάρχει άμεση βιολογική σχέση ανάμεσα στη ΔΕΠΥ και τον χρόνιο πόνο ή άλλες συνοδές παθήσεις, όμως αυτό που αποκάλυψαν ήταν οι στατιστική σχέση.

Εξίσου πιθανό είναι οι συνδέσεις αυτές να οφείλονται στις μακροχρόνιες συνέπειες της ίδιας της διαταραχής, όπως το χρόνιο στρες, η ψυχική εξάντληση, οι διαταραχές ύπνου, οι κοινωνικές δυσκολίες, η απουσία θεραπείας ή ακόμη και οι παρενέργειες ορισμένων φαρμακευτικών αγωγών.

Όταν η ΔΕΠΥ επηρεάζει την αίσθηση του πόνου

Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι οι ενήλικες με ΔΕΠΥ αναφέρουν συχνότερα χρόνιο πόνο και συχνά βιώνουν εντονότερα συμπτώματα σε παθήσεις όπως οι ημικρανίες, η ινομυαλγία και η χρόνια οσφυαλγία.

Σύμφωνα με την κλινική ψυχολόγο Κάρεν Στιούαρτ, η οποία ειδικεύεται στη ΔΕΠΥ, δύο χαρακτηριστικά που συναντώνται συχνά στα άτομα με τη διαταραχή, η παρορμητικότητα και η γνωστική ακαμψία,  ενδέχεται να παίζουν σημαντικό ρόλο.

Η γνωστική ακαμψία αναφέρεται στη δυσκολία ενός ατόμου να προσαρμόζει τον τρόπο σκέψης ή συμπεριφοράς του όταν οι συνθήκες αλλάζουν.

Όπως εξηγεί, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τον πόνο μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την έντασή του. Η τάση να προεξοφλεί κανείς το χειρότερο δυνατό σενάριο και να εγκλωβίζεται σε αρνητικές σκέψεις μπορεί να ενισχύσει την υποκειμενική εμπειρία του πόνου.

Παρόμοια άποψη εκφράζει και η ψυχίατρος Μάργκο Πούμαρ, η οποία παρατηρεί ότι πολλοί ασθενείς με ΔΕΠΥ δυσκολεύονται να αποστασιοποιηθούν από την ανησυχία που προκαλεί ο πόνος. Συχνά καταλήγουν να ανακυκλώνουν σκέψεις όπως «δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι» ή «τι θα γίνει αν αυτό δεν περάσει ποτέ», γεγονός που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ψυχολογική τους κατάσταση.

Η συνεχής αυτή εγρήγορση ενδέχεται να συνδέεται με ένα φαινόμενο που οι επιστήμονες ονομάζουν «κεντρική ευαισθητοποίηση». Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία το νευρικό σύστημα γίνεται υπερβολικά ευαίσθητο στα αισθητηριακά ερεθίσματα, με αποτέλεσμα ο πόνος και η δυσφορία να γίνονται αντιληπτά με μεγαλύτερη ένταση. Ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν ότι το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με ΔΕΠΥ.

Ο πιθανός ρόλος της φλεγμονής

Στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος βρίσκεται και η λεγόμενη νευροφλεγμονή, δηλαδή η φλεγμονώδης αντίδραση που εκδηλώνεται στον εγκέφαλο ή στον νωτιαίο μυελό.

Ο ερευνητής Γιουτζίν Μέρζον επισημαίνει ότι η νευροφλεγμονή μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν μεταξύ τους τα νευρικά κύτταρα, συμβάλλοντας στην εμφάνιση βασικών χαρακτηριστικών της ΔΕΠΥ, όπως η διάσπαση προσοχής και οι δυσκολίες στον προγραμματισμό και την οργάνωση.

Παρότι οι ακριβείς αιτίες της νευροφλεγμονής παραμένουν ασαφείς, αρκετές μελέτες υποστηρίζουν ότι ενδέχεται να επηρεάζει τόσο την ανάπτυξη του εγκεφάλου όσο και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Παράλληλα, φαίνεται ότι μπορεί να επιδεινώνει συμπτώματα όπως ο πόνος, η κόπωση και τα προβλήματα μνήμης.

Η σύνδεση με το ανοσοποιητικό σύστημα

Οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει ότι η ΔΕΠΥ εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα που πάσχουν από παθήσεις που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα, όπως το άσθμα, οι αλλεργίες, το έκζεμα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 και ο υποθυρεοειδισμός.

Σε μία από τις μελέτες του Μέρζον διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με ΔΕΠΥ διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από τον SARS-CoV-2 κατά τα πρώτα στάδια της πανδημίας, ενώ εμφάνιζαν συχνότερα σοβαρή νόσηση και επίμονα συμπτώματα μετά την ανάρρωση, γνωστά ως long COVID.

Παράλληλα, άλλη έρευνα της ίδιας ομάδας έδειξε ότι παιδιά με ΔΕΠΥ παρουσίαζαν αυξημένους δείκτες φλεγμονής ήδη από την ηλικία του ενός έτους, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι οι ανοσολογικοί μηχανισμοί ενδέχεται να εμπλέκονται στην ανάπτυξη της διαταραχής.

Οι ερευνητές εξετάζουν επίσης παρόμοιες συσχετίσεις σε αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος.

Σε ορισμένους ασθενείς, η νόσος μπορεί να προκαλέσει νευρολογικά και ψυχιατρικά συμπτώματα που θυμίζουν έντονα τη λεγόμενη «ομίχλη εγκεφάλου» της ΔΕΠΥ, όπως δυσκολία συγκέντρωσης, προβλήματα μνήμης και δυσχέρεια στην οργάνωση της σκέψης.

Για πολλά χρόνια, τέτοιες εκδηλώσεις θεωρούνταν απλώς ψυχολογικές αντιδράσεις στη χρόνια νόσο. Σήμερα, όμως, αυξάνονται οι ενδείξεις ότι πίσω από αυτές μπορεί να κρύβονται συγκεκριμένοι βιολογικοί μηχανισμοί που σχετίζονται με τη φλεγμονή του νευρικού συστήματος.

Οι δυσκολίες της καθημερινής διαχείρισης

Πέρα όμως από τις πιθανές βιολογικές συνδέσεις, η ίδια η ΔΕΠΥ μπορεί να δυσχεραίνει τη διαχείριση άλλων προβλημάτων υγείας.

Η παρακολούθηση μιας χρόνιας πάθησης απαιτεί συνέπεια στη λήψη φαρμάκων, τακτική παρακολούθηση των συμπτωμάτων, τήρηση ιατρικών ραντεβού και σταθερές συνήθειες ύπνου.

Όλες αυτές οι δραστηριότητες βασίζονται στις λεγόμενες εκτελεστικές λειτουργίες του εγκεφάλου, δεξιότητες που επιτρέπουν τον προγραμματισμό, την οργάνωση, τη διαχείριση του χρόνου και την ολοκλήρωση των καθηκόντων.

Επειδή ακριβώς οι λειτουργίες αυτές επηρεάζονται από τη ΔΕΠΥ, πολλοί ασθενείς δυσκολεύονται να ακολουθήσουν με συνέπεια τις θεραπευτικές οδηγίες, κάτι που ενδέχεται να επιβαρύνει την πορεία μιας χρόνιας νόσου.

Την ίδια στιγμή, ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι τα διεγερτικά φάρμακα που χορηγούνται για τη θεραπεία της ΔΕΠΥ, καθώς και ορισμένες κατηγορίες αντικαταθλιπτικών, ίσως προσφέρουν παράλληλα οφέλη σε ασθενείς που αντιμετωπίζουν χρόνιο πόνο ή διαταραχές της διάθεσης.

Πέρα από τη διαταραχή προσοχής

Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, οι επιστήμονες τονίζουν ότι πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Οι ακριβείς μηχανισμοί που συνδέουν τη ΔΕΠΥ με άλλες παθήσεις εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας.

Ωστόσο, ένα συμπέρασμα φαίνεται να κερδίζει συνεχώς έδαφος: η ΔΕΠΥ δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μια διαταραχή που αφορά μόνο τον εγκέφαλο ή τη συμπεριφορά.

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, ο ανθρώπινος οργανισμός λειτουργεί ως ένα ενιαίο σύστημα. Και η ΔΕΠΥ, όπως όλα δείχνουν, επηρεάζει πολύ περισσότερες πτυχές της υγείας απ’ όσες πιστεύαμε μέχρι σήμερα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα