Πώς τα αντισυλληπτικά χάπια συνδέονται με υπερφαγική συμπεριφορά
Διαβάζεται σε 6'
Νέα μελέτη εξετάζει τη σχέση των αντισυλληπτικών χαπιών με τη διατροφική συμπεριφορά, δείχνοντας πιθανή σύνδεση με αυξημένη συναισθηματική υπερφαγία σε ορισμένες γυναίκες.
- 13 Ιουλίου 2026 06:06
Τα αντισυλληπτικά χάπια χρησιμοποιούνται από εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, οι επιδράσεις των ορμονών που περιέχουν εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας, καθώς υπάρχουν ακόμη ερωτήματα που οι επιστήμονες δεν έχουν απαντήσει πλήρως.
Ένα από αυτά αφορά τη σχέση των ορμονών με τη διατροφική συμπεριφορά. Είναι γνωστό εδώ και χρόνια ότι οι φυσικές ορμονικές μεταβολές κατά τη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο τρώνε οι γυναίκες.
Αντίθετα, λιγότερα είναι γνωστά για το πώς επηρεάζουν τη διατροφή οι ορμόνες που λαμβάνονται μέσω φαρμακευτικής αγωγής.
Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open επιχείρησε να διερευνήσει αυτή τη σχέση, εξετάζοντας γυναίκες που χρησιμοποιούν συνδυασμένα αντισυλληπτικά χάπια, τα οποία περιέχουν οιστρογόνα και προγεσταγόνα.
Περίπου το 85% των γυναικών που επιλέγουν ορμονική αντισύλληψη χρησιμοποιούν αυτόν τον τύπο χαπιού.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο συγκεκριμένος συνδυασμός ορμονών μοιάζει με το ορμονικό προφίλ που έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο υπερφαγικών επεισοδίων στη φυσική φάση του εμμηνορροϊκού κύκλου.
Η παρακολούθηση της διατροφής κατά τη διάρκεια του κύκλου λήψης χαπιών
Η ερευνητική ομάδα παρακολούθησε 422 γυναίκες που ήδη λάμβαναν συνδυασμένα αντισυλληπτικά χάπια. Οι συμμετέχουσες κατέγραφαν κάθε βράδυ τις διατροφικές τους συνήθειες για 49 συνεχόμενες ημέρες.
Ο σχεδιασμός της μελέτης βασίστηκε στον τρόπο λήψης των αντισυλληπτικών χαπιών: συνήθως οι γυναίκες λαμβάνουν περίπου τρεις εβδομάδες ενεργών χαπιών, τα οποία περιέχουν ορμόνες, και στη συνέχεια περίπου μία εβδομάδα ανενεργών χαπιών χωρίς ορμόνες.
Το γεγονός ότι κάθε γυναίκα συγκρίθηκε με τον ίδιο της τον εαυτό επέτρεψε στους ερευνητές να περιορίσουν την επίδραση άλλων παραγόντων, όπως η ηλικία, η κληρονομικότητα ή οι καθημερινές συνήθειες.
«Επειδή παρακολουθήσαμε τις ίδιες γυναίκες από ημέρα σε ημέρα, μπορέσαμε να δούμε πώς άλλαζε η διατροφική τους συμπεριφορά ανάλογα με την έκθεση στις ορμόνες», δήλωσε η δρ Shaunna Clark, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Texas A&M και μία από τις συγγραφείς της μελέτης.
Περισσότερη συναισθηματική υπερφαγία στις ημέρες λήψης των ορμονών
Οι ερευνητές εξέτασαν τη λεγόμενη συναισθηματική υπερφαγία, δηλαδή την τάση για υπερβολική κατανάλωση τροφής ως αντίδραση σε αρνητικά συναισθήματα.
Όταν συνέκριναν τις ημέρες κατά τις οποίες οι γυναίκες έπαιρναν τα ενεργά χάπια με τις ημέρες των ανενεργών χαπιών, διαπίστωσαν ότι η συναισθηματική υπερφαγία αυξανόταν κατά τη διάρκεια της λήψης των ορμονικών χαπιών.
Το ίδιο μοτίβο παρατηρήθηκε και στον δεύτερο κύκλο λήψης των χαπιών, γεγονός που ενίσχυσε την ένδειξη ότι η αλλαγή δεν ήταν τυχαία. Παρόμοια τάση καταγράφηκε και σε μια μικρότερη ομάδα 51 γυναικών που είχαν διαγνωστεί με διαταραχή υπερφαγίας.
Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης αν η αλλαγή στη διατροφή θα μπορούσε να εξηγείται απλώς από την ψυχολογική κατάσταση των γυναικών, δηλαδή από μια πιθανή επιδείνωση της διάθεσής τους. Ωστόσο, ακόμη και όταν συνυπολογίστηκε η αρνητική διάθεση, η σχέση ανάμεσα στη λήψη των ορμονών και την αυξημένη υπερφαγική συμπεριφορά παρέμεινε.
«Αυτό δείχνει ότι οι ίδιες οι ορμόνες μπορεί να διαδραματίζουν ρόλο και ότι οι αλλαγές δεν οφείλονται αποκλειστικά στη διάθεση ή σε άλλους παράγοντες», ανέφερε η δρ Clark.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης ήταν ότι η συναισθηματική υπερφαγία μειώθηκε στον δεύτερο κύκλο παρακολούθησης. Οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι η καθημερινή καταγραφή των γευμάτων επηρέασε τη συμπεριφορά των συμμετεχουσών, καθώς η αυτοπαρατήρηση συχνά οδηγεί σε πιο συνειδητές επιλογές τροφής.
Αυτό σημαίνει ότι η απλή καταγραφή της διατροφής μπορεί να αποτελέσει ένα εύκολο και οικονομικό εργαλείο για γυναίκες που παρατηρούν αλλαγές στις διατροφικές τους συνήθειες κατά τη διάρκεια του κύκλου λήψης αντισυλληπτικών.
Ορμόνες, εγκέφαλος και ατομικές διαφορές
Υπάρχει και μια πιθανή βιολογική εξήγηση για την επίδραση των ορμονών στη διατροφή. Οι ορμόνες των ωοθηκών επηρεάζουν τα κυκλώματα ντοπαμίνης και οπιοειδών στον εγκέφαλο, τα οποία σχετίζονται με το σύστημα ανταμοιβής, τις λιγούρες και την έλξη προς τροφές πλούσιες σε ζάχαρη ή λίπος.
Παράλληλα, ορισμένες μικρές μελέτες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες που λαμβάνουν αντισυλληπτικά χάπια μπορεί να παρουσιάζουν εντονότερες εγκεφαλικές αντιδράσεις σε ερεθίσματα που σχετίζονται με το φαγητό.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα αφορούν τη συνολική τάση της ομάδας και δεν σημαίνουν ότι όλες οι γυναίκες θα παρουσιάσουν αυξημένη πείνα ή υπερφαγία όταν λαμβάνουν ενεργά χάπια.
«Οι συμμετέχουσες είχαν ηλικίες από την ύστερη εφηβεία έως τη νεαρή ενήλικη ζωή και όλες χρησιμοποιούσαν τον ίδιο τύπο χαπιού, τα μονοφασικά συνδυασμένα αντισυλληπτικά, τα οποία παρέχουν σταθερή δόση ορμονών στις ημέρες λήψης των ενεργών χαπιών», εξήγησε η δρ Clark.
Η αντίδραση στις ορμόνες φαίνεται να διαφέρει από γυναίκα σε γυναίκα. Κάποιες μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητες στις ορμονικές μεταβολές, ενώ άλλες να μην παρουσιάζουν καμία αξιοσημείωτη αλλαγή.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν επίσης την ενασχόληση με το βάρος και την εικόνα σώματος, όπως τις ανησυχίες για δίαιτα, κιλά και σωματική εμφάνιση. Το στοιχείο αυτό δεν παρουσίασε σημαντικές μεταβολές, γεγονός που δείχνει ότι η επίδραση των ορμονών φαίνεται να αφορά κυρίως τη διατροφική συμπεριφορά και όχι τη γενικότερη ψυχολογική κατάσταση ή την εικόνα σώματος.
Τα ευρήματα αυτά συμφωνούν με προηγούμενες παρατηρήσεις για τον φυσικό εμμηνορροϊκό κύκλο. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα υπερφαγικά επεισόδια τείνουν να αυξάνονται μετά την ωορρηξία, όταν τα επίπεδα οιστρογόνων και προγεστερόνης είναι υψηλά.
Τα ενεργά αντισυλληπτικά χάπια δημιουργούν ένα παρόμοιο ορμονικό περιβάλλον, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι οι ορμόνες μπορεί να επηρεάζουν τη σχέση μας με το φαγητό.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τις γυναίκες
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει πως τα αντισυλληπτικά χάπια προκαλούν υπερφαγία. Καταγράφει μια συσχέτιση που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση και δεν αποτελεί λόγο για διακοπή της αντισύλληψης.
Η σημασία των αποτελεσμάτων βρίσκεται στην προοπτική μιας πιο εξατομικευμένης προσέγγισης. Αν μελλοντικές έρευνες καταφέρουν να εντοπίσουν ποιες γυναίκες είναι πιο ευάλωτες στις ορμονικές επιδράσεις, οι γιατροί θα μπορούν να παρέχουν πιο στοχευμένες συμβουλές.
«Τέτοια ευρήματα μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα πώς διαφορετικές ορμονικές επιδράσεις επηρεάζουν τη διατροφική συμπεριφορά», δήλωσε η δρ Clark. «Μελλοντικά, αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει γιατρούς και ασθενείς να λαμβάνουν πιο ενημερωμένες αποφάσεις σχετικά με την υγεία και τη φροντίδα τους».
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι ορισμένες γυναίκες μπορεί πράγματι να παρατηρούν αλλαγές στη διατροφή τους κατά τη διάρκεια του κύκλου λήψης των αντισυλληπτικών χαπιών και οι αλλαγές αυτές ενδέχεται να σχετίζονται με τις ορμόνες.