Ιάσων Φωτήλας: “Θέλαμε να διατηρηθεί το επίπεδο, η διασύνδεση με το παρελθόν, ο χαρακτήρας και προοπτική των σχολών”
Διαβάζεται σε 10'
Η πρώτη αποκλειστική συνέντευξη του Υφυπουργού Πολιτισμού, Ιάσωνα Φωτήλα, μετά την υπογραφή του περίφημου νομοσχεδίου και μετά την παρουσίαση του έργου που θα μας εκπροσωπήσει στη Μπιενάλε.
- 02 Απριλίου 2026 06:26
Το γεγονός ότι γνωριζόμαστε οικογενειακώς από μικροί και τον έχω ζήσει φοιτητή στη Ρώμη μου έδωσε ένα πιο άνετο εισιτήριο στη συνέντευξή μας και με καθιστά γνώστρια κάποιων ποιοτήτων του χαρακτήρα του. Επίμων και ακριβοδίκαιος, ένας ειλικρινής λάτρης των τεχνών, ο Ιάσων βρέθηκε σε μια θέση πολύ τιμητική και αρκετά καυτή. Οι συζητήσεις κράτησαν καιρό, το ίδιο και οι βαριά κριτική. Και όμως, την τελευταία στιγμή, το Υπουργείο Πολιτισμού έκανε μια επιτυχημένη ντρίμπλα που σκόρπισε χαμόγελα.
Γνωρίζω την αγάπη σας για τη μουσική και το θέατρο και την ερασιτεχνική ενασχόλησή σας. Φανταζόσασταν ποτέ ότι θα φθάνατε να ηγείστε, με έναν τρόπο, του πολιτισμού της χώρας; Πώς αισθάνεστε για αυτό;
Ασφαλώς και όχι, δεν το φανταζόμουν. Όταν ανέβαινα σε σανίδες ερασιτεχνικού θεάτρου στην Πάτρα, δεν σκεφτόμουν ότι κάποια μέρα θα συζητούσα και θα υλοποιούσα πολιτιστική πολιτική σε εθνικό επίπεδο.
Αλλά αυτή ακριβώς η εμπειρία — το να ξέρεις τι σημαίνει να στέκεσαι μπροστά σε ένα κοινό, να νιώθεις τη δύναμη μιας παράστασης από μέσα — είναι που με κάνει να αντιμετωπίζω αυτή τη θέση με σεβασμό και όχι με αλαζονεία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με εμπιστεύτηκε σε έναν τομέα που αγαπώ βαθιά, και αυτό το αισθάνομαι ως υποχρέωση, όχι ως προνόμιο.
Δουλεύω δίπλα στην υπουργό Λίνα Μενδώνη, η οποία γνωρίζει τον χώρο καλύτερα από κάθε άλλο, και αυτό είναι για μένα και ασφάλεια και κίνητρο να αποδώσω.
Ποια είναι γενικότερα η στρατηγική του Υπουργείου Πολιτισμού για την προβολή της σύγχρονης ελληνικής τέχνης στο εξωτερικό;
Η στρατηγική μας έχει δύο άξονες: παρουσία σε μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες και οικοδόμηση μόνιμων συνεργασιών με θεσμούς του εξωτερικού.
Η Μπιενάλε της Βενετίας είναι η πιο εμβληματική περίπτωση, αλλά δεν είναι η μόνη. Κινούμαστε σε συνεργασίες με μουσεία και φεστιβάλ στη Δυτική Ευρώπη, ενώ παράλληλα επενδύουμε στην ψηφιακή προβολή, που πολλαπλασιάζει την εμβέλεια χωρίς ανάλογο κόστος.
Θέλουμε η σύγχρονη ελληνική δημιουργία να μη φτάνει στο εξωτερικό ως εξαίρεση, αλλά ως κανόνας — να υπάρχει μια αδιάκοπη ροή και όχι ευκαιριακές εμφανίσεις.
Με ποια κριτήρια επιλέχθηκε το έργο «Escape Room» του Ανδρέα Αγγελιδάκη για τη Μπιενάλε;
Η επιλογή έγινε μέσα από διαδικασία που συνδύασε εισηγήσεις και επιμελητική σκέψη ειδικών.
Το βασικό κριτήριο ήταν η καλλιτεχνική αρτιότητα και η δυνατότητα διαλόγου με το διεθνές κοινό.
Ο Αγγελιδάκης είναι ένας καλλιτέχνης που συνομιλεί με ζητήματα της εποχής — αρχιτεκτονική, τεχνολογία, η σχέση μας με τον χώρο — με τρόπο που δεν είναι ούτε εγκλωβισμένος σε μια τοπική αισθητική ούτε αποκομμένος από αυτήν.
Στη Μπιενάλε δεν πηγαίνεις απλώς για να «εκπροσωπηθείς» — πηγαίνεις για να συμβάλεις στη συζήτηση.
Αυτό ακριβώς κάνει το «Escape Room».
Ποιος είναι ο ρόλος του MOMus και πιστεύετε πως χρειάζεται να ενδυναμωθεί η περιφέρεια;
Το MOMus είναι ένας θεσμός που έχει αναλάβει και υλοποιεί με μεγάλη επιτυχία έναν ρόλο πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που πολλοί υπέθεταν.
Στην περίπτωση της Μπιενάλε, συνέβαλε και συμβάλει ουσιαστικά στην υλοποίηση της ελληνικής παρουσίας και αυτό λέει πολλά για την ικανότητά του.
Και ναι, πιστεύω βαθύτατα ότι η περιφέρεια χρειάζεται ενδυνάμωση — όχι ως χειρονομία αλλά ως αναγκαιότητα. Η Αθήνα δεν μπορεί να είναι ο μόνος πνεύμονας του σύγχρονου πολιτισμού.
Η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, το Ηράκλειο έχουν ζωντανές σκηνές και δυναμικούς δημιουργούς που συχνά αναγνωρίζονται πρώτα έξω κι έπειτα εδώ. Αυτό πρέπει να αλλάξει.
Με ποιους τρόπους στηρίζει το Υπουργείο νέους καλλιτέχνες ώστε να αποκτήσουν διεθνή παρουσία;
Υπάρχουν στοχευμένα προγράμματα υποτροφιών και χρηματοδότησης για συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ, residencies και εκθέσεις.
Αλλά το σημαντικότερο είναι να χτίσουμε δομές που να λειτουργούν συστηματικά και όχι αποσπασματικά.
Ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών — ένα έργο που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για μένα προσωπικά. Θέλουμε νέοι καλλιτέχνες να έχουν πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου σπουδές και ταυτόχρονα σε δίκτυα που τους συνδέουν με τον διεθνή χώρο.
Το ταλέντο υπάρχει — αυτό που χρειάζεται είναι η υποδομή.
Πιστεύετε ότι υπάρχουν όρια στην τέχνη και πώς κρίνετε τη λογοκρισία;
Η τέχνη από τη φύση της σπρώχνει τα όρια — αυτή είναι η δουλειά της.
Η λογοκρισία, οποιασδήποτε μορφής, είναι για μένα μια παραδοχή αδυναμίας: φοβάσαι αυτό που δεν μπορείς να ελέγξεις.
Και σε κάθε περίπτωση, τα όρια τα θέτει ο νόμος και όχι ο κάθε υπουργός, ο κάθε πολιτικός.
Τώρα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η τέχνη συγκρούεται με άλλες αξίες — αξιοπρέπεια, προστασία ευάλωτων ομάδων — και αυτές οι εντάσεις χρειάζονται διάλογο, όχι απαγόρευση.
Κράτος και τέχνη πρέπει να διατηρούν μια δημιουργική απόσταση σεβασμού.
Πώς μπορεί η σύγχρονη τέχνη να γίνει πιο προσβάσιμη στο ευρύ κοινό;
Κατ’ αρχάς, σταματώντας να την αντιμετωπίζουμε ως κάτι ελιτίστικο — αυτή η αντίληψη είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Η προσβασιμότητα δεν είναι μόνο θέμα εισιτηρίων ή ωραρίων — είναι θέμα επικοινωνίας, παιδείας, και εμπιστοσύνης στο κοινό. Όταν εξηγείς χωρίς να διδάσκεις, όταν προσκαλείς χωρίς να εκβιάζεις τη συγκίνηση, το κοινό έρχεται.
Δουλεύουμε σε προγράμματα που φέρνουν τη σύγχρονη τέχνη σε σχολεία, σε γειτονιές, σε χώρους που δεν είναι μουσεία. Και ο ψηφιακός χώρος — αν αξιοποιηθεί σοβαρά — μπορεί να κάνει άλματα που δεν φανταζόμασταν.
Ποιες θεωρείτε τις σημαντικότερες ενέργειες σας των τελευταίων ετών στο πεδίο του σύγχρονου πολιτισμού;
Θα αναφέρω τρία πράγματα που με γεμίζουν ικανοποίηση.
Πρώτον, η έναρξη της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών — ένα αίτημα δεκαετιών που επιτέλους παίρνει σάρκα και οστά. Δεύτερον, η εκκίνηση του Ακροπόλ, ενός θεσμού που αποδεικνύει ότι η αρχαιολογική κληρονομιά και η σύγχρονη δημιουργικότητα δεν είναι ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές.
Τρίτον, η έναρξη της αναθεώρησης του νομοθετικού πλαισίου για τα κρατικά θέατρα και τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. — ίσως η πιο δύσκολη δουλειά, αλλά και η πιο αναγκαία για τη μακροπρόθεσμη υγεία του θεσμικού μας οικοδομήματος.
Πώς μπορεί η πολιτιστική πολιτική να προστατεύσει τους δημιουργούς στην ψηφιακή εποχή;
Το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων στην ψηφιακή εποχή είναι από τα πιο επείγοντα και από τα λιγότερο ορατά στη δημόσια συζήτηση.
Ένα έργο μπορεί να έχει εκατομμύρια θεατές/ακροατές/χρήστες σε μια νύχτα και ο δημιουργός του να μην λάβει τίποτα. Αυτό δεν είναι βιώσιμο.
Δουλεύουμε σε επίπεδο πρόσθετης νομοθετικής ενίσχυσης, αλλά και σε επίπεδο ευρωπαϊκής συνεργασίας — γιατί το πρόβλημα είναι υπερεθνικό.
Παράλληλα, πρέπει να βοηθήσουμε τους δημιουργούς να κατανοήσουν οι ίδιοι τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους. Η γνώση είναι κι αυτή σημαντική μορφή προστασίας.
Τι θα θέλατε να έχει αλλάξει στον χώρο του σύγχρονου πολιτισμού όταν ολοκληρωθεί η θητεία σας;
Θα ήθελα να έχει εδραιωθεί η αίσθηση ότι ο σύγχρονος πολιτισμός δεν είναι «πολυτέλεια» — ούτε για το κράτος ούτε για τους πολίτες.
Ότι επενδύεις στην τέχνη γιατί είναι ο τρόπος που μια κοινωνία σκέφτεται, αμφισβητεί και ανανεώνεται.
Αλλά και πως, επενδύοντας στον πολιτισμό, δημιουργείς αναπτυξιακή δυναμική για ολόκληρη την κοινωνία.
Συγκεκριμένα: να έχουν πάρει σάρκα και οστά οι νέοι θεσμοί που ξεκινήσαμε, το Ακροπόλ να αποτελεί το νέο διεθνή κόμβο σύγχρονου πολιτισμού. να έχει ολοκληρωθεί η νομοθετική αναθεώρηση για τα κρατικά θέατρα και τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., και να έχουμε χτίσει ένα πλαίσιο που να λειτουργεί πέρα από πρόσωπα και κυβερνήσεις.
Αλλά και νέοι θεσμοί, όπως η Διεθνής Έκθεση Παιδικού και Εφηβικού Βιβλίου στην Δυτική Ελλάδα, να εδραιωθεί σαν υπόδειγμα εξωστρέφειας και πολιτιστικής πρακτικής.
Ο καλύτερος υπουργός είναι αυτός που δεν χρειάζεται να γυρίζει συνέχεια και να διορθώνει αυτά που έκανε, αλλά να συνεχίζει χτίζοντας πάνω στο έργο το δικό του και των προηγουμένων.
Το περίφημο νομοσχέδιο
Ποιες ήταν οι πιο δύσκολες αποφάσεις για το νομοσχέδιο;
Δεν υπήρξαν δύσκολες αποφάσεις, με την κλασική έννοια γιατί όπως έχω αναφέρει είναι μια μεταρρύθμιση που δεν αφήνει κανέναν χαμένο. Κανέναν ζημιωμένο. Οι σχολές γίνονται πανεπιστήμια, οι καλλιτέχνες αποκτούν νέες δυνατότητες, ενώ αδικίες διορθώνονται. Η δυσκολία ήταν να γίνει αντιληπτό πως οι προθέσεις και τα λόγια μας, θα γίνουν πράξη και πως οι διαβεβαιώσεις μας, θα ισχύσουν στο απόλυτο.
Ποια σημεία παλέψατε ιδιαίτερα και γιατί;
Θέλαμε να διατηρηθεί ο χαρακτήρας και η καλλιτεχνική ταυτότητα των σχολών και μετά την μετάβασή τους στο νέο καθεστώς. Μην ξεχνάμε πως μιλάμε για τις κορυφαίες σχολές καλλιτεχνικής εκπαίδευσης την πατρίδας μας.
Σχολές που έχουν προσφέρει τόσα πολλά στην κοινωνία και τον πολιτισμό.
Θέλαμε, λοιπόν, να διατηρηθεί τόσο το επίπεδο, όσο και η διασύνδεση με το παρελθόν, τον χαρακτήρα και την προοπτική τους.
Ποια νιώθεις πως είναι η σημαντικότερη νίκη και παρακαταθήκη που αφήνετε;
Μια νέα πανεπιστημιακή σχολή, με πέντε ανώτατα τμήματα, μια νέα κατηγορία Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, λύσεις σε αδιέξοδα του καλλιτεχνικού κόσμου, αλλά και δημιουργία διαδρόμων και προοπτικών, δεν είναι κάτι που τα καταφέρνει κανείς κάθε μέρα!
Καταφέραμε και δικαιώσαμε τη δέσμευση της Κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση. Το σημαντικότερο για μένα προσωπικά, είναι η δικαίωση μιας πολύμηνης προσπάθειας και ευχαριστώ ιδιαίτερα την υπουργό μου Λίνα Μενδώνη για την εμπιστοσύνη, αλλά και τους συναδέλφους μου για την αποδοτική συνεργασία.
Έπαιξαν ρόλο οι αντιδράσεις στον τρόπο που διαχειριστήκατε το όλο θέμα;
Σημαντικότερο ρόλο, νομίζω, πως έπαιξε η προσέγγισή μας σε αυτές. Το γεγονός δηλαδή πως μιλήσαμε με εκατοντάδες, συλλόγους, σωματεία, ενώσεις, διοικήσεις, αλλά και μεμονωμένους καλλιτέχνες.
Και με τους περισσότερους και περισσότερες, παραπάνω από μία φορά.
Δεν εστιάσαμε στις αντιδράσεις που είχαν κομματικό, πολιτικάντικο και σε κάθε περίπτωση, μη παραγωγικό χαρακτήρα, αλλά επιμείναμε να συνομιλούμε με εκείνους που εξέφραζαν γνήσια αντίδραση, ή αγωνία.
Και μέσα από τον διάλογο αυτό, συμπεριλάβαμε και αρκετά σημεία και προσαρμογές.
Άλλωστε, όπως έχω πολλές φορές πει, δεν θεωρώ τον εαυτό μου παντογνώστη! Προσπαθώ να ακούω των συνομιλητή μου, με καλή διάθεση και προσοχή και όπου εντοπίζω θετικό σημείο, ή καλύτερη ιδέα, να την υιοθετώ.