ΜΕΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑΣ: ΤΑ “ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ” ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΖΩΝΤΑΝΑ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ
Κάποτε στην ελληνική Μακεδονία τα παραδοσιακά σλαβομακεδονικά τραγούδια ακούγονταν χωρίς στίχους.Η κατάσταση όμως είναι πια διαφορετική όπως διαπιστώσαμε μία βραδιά στη Μελίτη της Φλώρινας.
Στην προσπάθεια του ελληνικού κράτους να επιβάλλει την ελληνοφωνία στην ελληνική Μακεδονία στις αρχές του 20ου αιώνα (αλλά και αργότερα) εξοβελίστηκαν από τη δημόσια σφαίρα ακόμα και τα παραδοσιακά τραγούδια στα Σλαβομακεδονικά. Οι ντόπιοι τα τραγουδούσαν στα σπίτια τους ή σε μικρές παρέες (κάτω από συνθήκες ουσιαστικής απαγόρευσης) αλλά δημόσια, σε πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις, ακουγόταν μόνο η μουσική. Χωρίς τους στίχους. Οι άνθρωποι χόρευαν χωρίς να τραγουδούν, μέσα σε μία ιδιότυπη, επιβεβλημένη από τα πάνω, σιωπή.
Προς το τέλος του περασμένου αιώνα και μετά την μεγάλη πολιτική αλλαγή του 1981, κάποια πράγματα έδειχναν να διαφοροποιούνται. Σιγά-σιγά τα τραγούδια άρχισαν να εμφανίζονται ξανά στο δημόσιο χώρο αλλά το άγρυπνο κράτος ήταν πάντα εκεί για να παρακολουθεί αυτές τις “εθνικά ύποπτες” εξελίξεις. Με κέντρο, έτσι, τη Μελίτη της Φλώρινας και το περίφημο πανηγύρι στη γιορτή του Προφήτη Ηλία έλαβαν χώρα προσπάθειες περιορισμού της αναβίωσης των Σλαβομακεδονικών τραγουδιών και της σύνδεσής τους με την τοπική κοινωνία.
Τα παρακάτω χωρία προέρχονται από το εξαιρετικό βιβλίο του δημοσιογράφου-ερευνητή Τάσου Κωστόπουλου “Η απαγορευμένη γλώσσα” (εκδόσεις Βιβλιόραμα) και καταδεικνύουν την προσπάθεια αλλά και το μέγεθος της λογοκρισίας.
“Το πρώτο καταγεγραμμένο σχετικό επεισόδιο στη διάρκεια του πανηγυριού της Μελίτης χρονολογείται το 1988. Σύμφωνα με μία περιγραφή της βραδιάς, βασισμένη σε καταγραφή συμβάντος από το βίντεο μίας περαστικής φλωρινιώτισσας μετανάστριας, η αστυνομία είχε προειδοποιήσει τον πρόεδρο του χωριού ότι απαγορεύεται το τραγούδι στα σλαβομακεδονικά και πως οι χοροί πρέπει να ανακοινώνονται με τα εξελληνισμένα ονόματά τους. Όταν η απαγόρευση παραβιάστηκε, οι αστυνομικοί επενέβησαν για να σταματήσουν το χορό και το τραγούδι αποσπώντας με τη βία το μικρόφωνο από τον τραγουδιστή και κόβοντας την παροχή του ηλεκτρικού”.
Και εν συνεχεία:
“Η εκστρατεία του (σσ νομάρχη) ξεκίνησε τον Ιούλιο (σσ 1990) με τη βίαιη διακοπή του πανηγυριού της Μελίτης, επειδή συμμετείχε σ’ αυτό ένα από τα τοπικά συγκροτήματα που ήταν γνωστό ότι τραγουδούν στα σλαβομακεδονικά και συνεχίστηκε με την απαγόρευση του πανηγυριού του Ατραπού λίγο αργότερα… Στις αρχές του Αυγούστου, ο νομάρχης Παναγιώτης Παπαδόπουλος κάλεσε στο γραφείο του τον πρόεδρο της κοινότητας των Λόφων (σσ πολύ κοντά στη Μελίτη) και παρουσία των στελεχών του τοπικού μηχανισμού ασφαλείας απαίτηση τη ματαίωση της πολιτιστικής εβδομάδας που είχε προγραμματιστεί στο χωριό για τα μέσα του μήνα, με το πρόσχημα ότι σ’ αυτές θα πάρουν μέλος και πολίτες της ΣΔ Μακεδονίας οι οποίοι φιλοξενούνται από τους κατοίκους στα σπίτια τους. Στην αντίθετη περίπτωση, προειδοποίησε, οι εκδηλώσεις θα διαλύονταν με την προσφυγή στην αστυνομική βία”.
Στη Μελίτη λοιπόν
Στις αρχές του μήνα το NEWS 24/7 βρέθηκε στη Μελίτη και παρακολούθησε εκδήλωση αφιερωμένη (και) στα σλαβομακεδονικά τραγούδια. Τοπική μπάντα έπαιξε live, ο κόσμος χόρεψε και τραγούδησε με την ψυχή του. Μεταξύ όσων το απόλαυσαν βρέθηκαν και πολλά νέα παιδιά, ακόμη και κάτω από 20 ετών, που έχουν μία μεγάλη περιέργεια να ιχνηλατήσουν τα ήθη και τα έθιμα των παππούδων και των γιαγιάδων τους, να ανακαλύψουν αυτή τη λογοκριμένη κουλτούρα.
Ηταν μία βραδιά διαφωτιστική, μέσα στην απλότητά της. Ο τρόπος με τον οποίο τραγουδούσε και χόρευε ο κόσμος αποκάλυπτε ανθρώπους που έβγαζαν από τα βάθη της ψυχής του ένα μεγάλο καημό. Ανθρώπους που είχαν καταπιεστεί στο παρελθόν αν όχι οι ίδιοι άμεσα, σίγουρα οι γονείς τους και η ευρύτερη οικογένειά τους. Οι μεγαλύτεροι ήξεραν “νερό” τους στίχους και η αλήθεια είναι ότι έδειχναν να το απολαμβάνουν λίγο παραπάνω.
Η Χαρούλα Αποστολίδου, γεννημένη στη Μελίτη, είναι φιλόλογος και θεατρική συγγραφέας. Στη βραδιά της Μελίτης παρουσίασε το βιβλίο της “Μάλο μόμε, μικρό κορίτσι” με θέμα της τη μετανάστευση των Μακεδόνων στη Γερμανία στα μέσα του προηγούμενου αιώνα.
“Η παράδοση στον τόπο μας ουσιαστικά δεν σταμάτησε ποτέ. Είμαι 60 ετών. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό του θυμάμαι να χορεύουμε στα πανηγύρια, στους γάμους και τις γιορτές. Και αυτό συνεχίζεται. Τα παιδιά δείχνουν να αγαπούν ιδιαίτερα τα πανηγύρια” τονίζει χαρακτηριστικά.
“Φαίνεται ότι τα μουσικά σχολεία έκαναν εξαιρετική δουλειά ως προς αυτό το κομμάτι. Τα παιδιά έμαθαν και λάτρεψαν τα παραδοσιακά τραγούδια. Και τα δικά μας, εννοείται” συμπληρώνει. Δίνει έμφαση σ’ αυτό “στα δικά μας”.
“Ναι, είναι τα δικά μας, τα ντόπια. Δεν τα σταμάτησε τίποτα τελικά. Και πως να τα σταματήσεις σε τελική ανάλυση; Εδώ δεν τα κατάφεραν τις δεκαετίες πριν 50 και 60 χρόνια, θα το κατάφερναν τώρα;” επισημαίνει αναφερόμενη στα πάσης φύσεως κρούσματα λογοκρισίας.
“Η πολιτική από την πλευρά του κράτους ήταν ανόητη. Αν το συγκεκριμένο κομμάτι της κουλτούρας είχε ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό, κάθε κουβέντα ή και σκέψη αλυτρωτική θα είχε σταματήσει αυτομάτως”. Είναι ένα πολύ λογικό συμπέρασμα που στη Δυτική Μακεδονία το ακούσαμε και από άλλους.
“Όπως είδες και εσύ” ολοκληρώνει η κα Αποστολίδη, “ο κόσμος το απολαμβάνει, βγαίνει πηγαία από μέσα του γιατί είναι το δικό τους. Και τα τραγούδια είναι λεβέντικα, δεν νομίζεις;” Ισχύει. Ειδικά στις φιγούρες οι χορευτές τα έδιναν όλα και εκφράζονταν με μεγάλο πάθος χρησιμοποιώντας κάθε πιθαμή του κορμιού τους.
Νικώντας το φόβο της καταπίεσης
Ο Χρήστος Άψης είναι δάσκαλος παραδοσιακών χορών. Κατάγεται από το Εμπόριο Πτολεμαΐδας και πρόσφατα, μετά από μία κοπιώδη προσπάθεια, εξέδωσε το “Μέγκλεν“, συλλογή παραδοσιακών τραγουδιών στα σλαβομακεδονικά από την περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας. Ηταν και αυτός παρών στη Μελίτη όπου μίλησε για τη συλλογή του.
“Μία από τις πρώτες αναμνήσεις μου στο Εμπόριο όπου μεγάλωσα είναι ο πατέρας μου και δύο άνθρωποι της ΕΥΠ να του λένε “τι θα μάθει αυτό το παιδί από τη συμπεριφορά σας, κύριε Αψη”. Ο πατέρας μου μαζί με άλλους κατοίκους είχε ζητήσει να επιστρέψει ο ιερέας στο χωριό ο οποίος είχε εκδιωχθεί από τον Καντιώτη. Ο Καντιώτης είχε δεχθεί την επιστροφή μόνο αν ο ιερέας έλεγε από άμβωνος τρεις φορές “ζήτω η Ελλάς” θυμάται ο Χρήστος Άψης.
“Μου έλεγαν επίσης ότι αυτοί οι χοροί δεν ήταν καλοί. Αλλοι, περισσότερο προστατευτικά, με προειδοποιούσαν ότι δεν θα μπορέσω να βρω δουλειά” συνεχίζει με ένα τόνο πίκρας στη φωνή του.
“Τα τραγούδια τα παραδοσιακά στα σλαβομακεδόνικα έπαιζαν ορχηστρικά, λες και δεν υπήρχε ανάγκη να ειπωθούν. Μετά μεγάλωσα και διαπίστωσα ότι κάτι γίνεται λάθος. Σε κάποια σπίτια στην αρχή και μετά στα πανηγύρια της Μελίτης άκουσα να τραγουδούν. Αλλαξα την κοσμοθεωρία μου, ήμουν σχεδόν 16 ετών” αφηγείται.
Ο Χρήστος Άψης περιγράφει με ζωντάνια τη διαδικασία της έρευνας συλλογής των στίχων των τραγουδιών. “Ξέρεις τι με εντυπωσίασε περισσότερο; Το ότι κάποιοι άνθρωποι ενώ στην αρχή φοβούνταν, εν συνεχεία “ξεκλειδώνονταν” γιατί κάποιος έδινε αξία σ’ αυτό που γνώριζαν. Συνέχεια βέβαια με ρωτούσαν: “Εσύ αυτά τα τραγούδια γιατί τα μαζεύεις;”.
Υπήρχε μία καχυποψία πάντα. Το χειρότερο; Μου έλεγαν πολύ “σε παρακαλώ, να μην το μάθουν τα παιδιά μου”. Εχω δύο αναγνώσεις σ’ αυτή τη γεμάτη αγωνία φράση. Η μία είναι ότι δεν ήθελαν να βιώσουν τα παιδιά τους αυτό που βίωσαν αυτοί, δηλαδή την καταπίεση. Η άλλη έχει να κάνει σίγουρα με το φόβο της επίπληξης από τα παιδιά τους, ότι θα μπορούσαν, με κάποιον τρόπο, να τα εκθέσουν σε κινδύνους”.
Μιλώντας για τα κατάλοιπα της κρατικής καταπίεσης, ο Άψης αφηγείται ένα εξόχως χαρακτηριστικό περιστατικό: “Ξέρεις, σε κάποια χωριά υπάρχει ακόμα η αντίληψη ότι δεν είναι δυνατόν να “φύγεις” αμοιρολόγητος. Κάποιος πέθανε, ήταν γύρω στα 70. Η μάνα του ήταν ακόμη εν ζωή. Η κόρη του όμως δεν επέτρεψε στη γιαγιά της να μοιρολογήσει το γιο της. Τόσο μεγάλος ήταν ο φόβος, ο δισταγμός μην ακουστεί η γλώσσα. Αυτολογοκρίνονταν ακόμα και στα μοιρολόγια!”
Η βραδιά στη Μελίτη ολοκληρώθηκε με τον καλύτερο τρόπο, δηλαδή με άφθονο χορό. Αλλά και τραγούδι φυσικά, κάτι που πριν από μερικά χρόνια δεν ήταν αυτονόητο. Ένα κομμάτι της παράδοσης της περιοχής πλέον αναδεικνύεται, κάνει την εμφάνισή του στο δημόσιο χώρο, ζει για δεύτερη φορά. Και αυτό μάλλον ενοχλεί.
Η γλώσσα όμως, όπως τόνισε και ο Δημήτρης Χριστόπουλος σε πρόσφατο άρθρο του στο NEWS 24/7, “και υπάρχει, και τραγουδιέται και μιλιέται”. Είναι κτήμα των ανθρώπων της. Και αυτό καμία απαγόρευση δεν μπορεί να το αλλάξει.
Παρακάτω μπορείτε να ακούσετε αποσπάσματα από τρία τραγούδια στα σλαβομακεδονικά όπως παίχθηκαν ένα βράδυ του Απριλίου στη Μελίτη