Γιατί δεν βγαίνουν στον αφρό τα οικολογικά κόμματα σε Ελλάδα και Ευρώπη;

Διαβάζεται σε 6'
Κλιματική κρίση
Κλιματική κρίση AP

Η οικολογική ισορροπία διασαλεύεται όσο ποτέ άλλοτε αλλά τα οικολογικά κόμματα στην Ευρώπη δεν μπορούν να αποκτήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Η λογική λέει ότι σε εποχές όπως αυτές που διανύουμε κατά τις οποίες τα περιβαλλοντικά επίδικα είναι απολύτως επείγοντα και τα σχετικά φαινόμενα όπως η κλιματική αλλαγή αλλάζουν, ίσως μία για πάντα, την καθημερινότητά μας τα πάσης φύσεως πράσινα κόμματα με οικολογικό πρόσημο θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.

Αυτό, όπως ξέρουμε, δεν συμβαίνει. Για την ακρίβεια γινόμαστε μάρτυρες του ακριβώς αντίθετου φαινομένου, της εξαύλωσης του πολιτικού χώρου της οικολογίας ο οποίος κινείται στα ελάχιστα δυνατά ποσοστά. Τουλάχιστον εν Ελλάδι, αυτό βιώνουμε τα πολλά τελευταία χρόνια, αφού έχουν περάσει 17 από την τελευταία φορά που κάποια “πράσινη” πολιτική κίνηση έκανα αισθητή την παρουσία της σε εκλογική διαδικασία (ευρωεκλογές του 2009).

Ο Νίκος Ράπτης είναι ένας από τους βαθείς γνώστες του “πράσινου” χώρου στην Ελλάδα. Θέσαμε στα υπόψη του τις απορίες μας τις οποίες θεώρησε βάσιμες και αναμενόμενες.

“Υπάρχουν λόγοι υποκειμενικοί, του χώρου, που καθηλώνουν τα ποσοστά σε χαμηλά επίπεδα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι από οργανωτικής πλευράς πολλά σχήματα υιοθέτησαν ένα μοντέλο που προέρχεται από την άκρα Αριστερά, γεγονός που οδηγούσε σε δυσπιστία πολλά στελέχη, κυρίως νέα” σχολιάζει χαρακτηριστικά.

Ισως, σε ότι αφορά το ελληνικό πολιτικό οικολογικό κίνημα, μία μεγάλη ευκαιρία ανάδυσης παρουσιάστηκε το 1989 όταν το σύστημα της απλής αναλογικής που ενστερνίστηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου άνοιξε την πόρτα της Βουλής. Οι Οικολόγοι Εναλλακτικοί τα κατάφεραν, πέρασαν το κατώφλι του κοινοβουλίου αλλά δεν μακροημέρευσαν, παρά τη ζωηρή και συχνά “κινηματική” παρουσία τους.

“Ο χώρος καβάλησε ένα κύμα το 1989 το οποίο όμως δεν είχε συνέχεια γιατί οι αντιθέσεις στις γραμμές του ήταν πολλές και έντονες. Για θέματα όπως ο εμφύλιος πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία και η στάση απέναντι στον Μιλόσεβιτς οι οπτικές ήταν πολλές. Ηταν ένα θέμα που δίχασε, πάνω – κάτω όπως διχάζει σήμερα η στάση απέναντι στην Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή. Και εν τέλει, το άστρο έδυσε γρήγορα” επισημαίνει ο Νίκος Ράπτης.

“Κατακόρυφα ανεβήκαμε και στις ευρωεκλογές του 2009 αλλά τότε τα media θυμήθηκαν τη στάση πολλών ανθρώπων του χώρου στο Μακεδονικό στις αρχές της δεκαετίας του 90. Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος είχε μία προωθημένη άποψη και τα media την υπογράμμιζαν συνεχώς. Θα μπορούσαμε να ποντάρουμε περισσότερο στη Μαρία Βασιλάκου αλλά αυτή η επιλογή δεν έγινε και χάθηκε και αυτή η ευκαιρία. Ξέρετε, αν τις ευκαιρίες δεν τις εκμεταλλεύεσαι, είναι στη συνέχεια αρκετά δύσκολο να βρεις πολιτικό βηματισμό.

Οντως, οι ευκαιρίες χάθηκαν. Από εκεί και πέρα τα τελευταία, κατά τον Νίκο Ράπτη, το “πράσινο” κίνημα στην Ελλάδα κατευθύνθηκε προς δύο συγκεκριμένα ρεύματα. Τα τοπικά κινήματα για το περιβάλλον και μία κουλτούρα ο οποίος ο ίδιος την προσομοιάζει με μεταχίπικη κουλτούρα.

“Τα πρώτα μετατράπηκαν σε αντιαιολικά κινήματα πράγμα που φαίνεται λίγο προβληματικό. Ο χώρος, με κάποιον τρόπο, βρίσκεται σε διαρκή άμυνα, βάλλεται από παντού. Το δεύτερο ρεύμα κατευθύνθηκε δυστυχώς προς την ακροδεξιά όπως έδειξε και η εμπειρία των ΗΠΑ. Επαψε, άρα, να συνδέεται οργανικά με τον οικολογικό χώρο” υπογραμμίζει.

Στην Ελλάδα κοντολογίς, είναι σίγουρο ότι απουσιάζει η πιο άμεση σύνδεση της οικολογίας με την καθημερινότητα των πολιτών. Η προστασία του περιβάλλοντος δεν πρέπει να παρουσιάζεται μόνο ως ιδεολογικός στόχος, αλλά ως ζήτημα που επηρεάζει την ποιότητα ζωής, την υγεία, το κόστος ενέργειας, τις φυσικές καταστροφές και την αγροτική παραγωγή. Οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα στην Ελλάδα δείχνουν ότι η κλιματική κρίση είναι πλέον άμεσα ορατή.

Δεύτερον, χρειάζονται πιο οργανωμένη πολιτική παρουσία και σταθερή εκπροσώπηση. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τα πράσινα κόμματα κατάφεραν να ενισχυθούν επειδή δημιούργησαν ισχυρές τοπικές οργανώσεις, συμμετείχαν σε κυβερνήσεις και πρόβαλαν συγκεκριμένες, ρεαλιστικές προτάσεις. Στην Ελλάδα, ο οικολογικός χώρος παραμένει συχνά κατακερματισμένος και χωρίς σταθερή πολιτική συνέχεια.

Στην Ευρώπη

Είναι σαφές ότι το πράσινο κύμα βρίσκεται σε υποχώρηση και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ακόμα και σε χώρες όπως η Γερμανία όπου οι οικολόγοι, με συγκεκριμένες εκφάνσεις τους, συμμετείχαν, ουκ ολίγες φορές, σε κυβερνητικά σχήματα.

Τι συνέβη; Ο Νίκος Ράπτης τόνισε ότι “τα “πράσινα” κόμματα, που ήταν επιτυχημένα, έγιναν κόμματα της μεσαίας τάξης και δέχονται την κριτική που δέχονται συχνά και οι σοσιαλδημοκράτες. Εχουμε αυτό το σχήμα αυτών που αγωνιούν για το τέλος του μήνα έναντι αυτών που αγωνιούν για το τέλος του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι “πράσινοι” Γερμανοί απευθύνονται σε μεσοστρώματα πλέον, αυτό δεν αλλάζει.

Επιπρόσθετα, οι θέσεις που διατυπώνουν σε θέματα όπως το ουκρανικό, θωερούνται πλέον καθαρά νατοϊκές. Αλλοι υποστηρίζουν ότι αποτελούν την αιχμή του δόρατος του νέου γερμανικού μιλιταρισμού. Οι σχετικές κατηγορίες, να ξέρετε, διατυπώνονται ακόμα και από mainstream media της Γερμανίας”.

Σε ότι αφορά την Αγγλία “τα πράγματα κατευθύνονται περισσότερο προς τα αριστερά. Νομίζω ότι υπάρχει ένα πολιτικό κενό, ένα κενό εκπροσώπησης των ανθρώπων που χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους στους οποίους πλέον συμπεριλαμβάνονται και μεσοστρώματα. Οι άνθρωποι ψάχνουν πράγματα και αναζητούν εναλλακτικές που θα βελτιώσουν τις ζωές τους. Γι’ αυτό και από το 2023 παρατηρείται μία στροφή στην Αριστερά που ακόμα δεν παρατηρείται βέβαια εδώ στην Ελλάδα. Η στροφή όμως αυτή δυναμώνει και ίσως σύντομα το διαπιστώσουμε στα εν Ελλάδι πολιτικά πράγματα.

Η παρουσία στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις

Στις ευρωεκλογές του 2019, τα περισσότερα πράσινα κόμματα σημείωσαν σημαντική άνοδο, κυρίως σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο και οι σκανδιναβικές χώρες. Η ενίσχυση αυτή συνδέθηκε με τη μεγάλη κινητοποίηση των νέων γύρω από την κλιματική αλλαγή, αλλά και με την αυξανόμενη ανησυχία για την ενεργειακή μετάβαση και τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Ωστόσο, στις ευρωεκλογές του 2024 καταγράφηκε υποχώρηση των οικολογικών κομμάτων, επίσης σε αρκετές χώρες. Ιδιαίτερα στη Γερμανία, οι Πράσινοι περιορίστηκαν περίπου στο 12%, έναντι 20,5% το 2019, ενώ απώλειες σημειώθηκαν και στη Γαλλία. Η εξέλιξη αυτή αποδόθηκε σε παράγοντες όπως η ακρίβεια, οι κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι σε ορισμένες «πράσινες» πολιτικές και η άνοδος συντηρητικών ή ακροδεξιών κομμάτων.

Παρότι το γεγονός πάντως ότι στις τελευταίες ευρωεκλογές αρκετά οικολογικά κόμματα εμφάνισαν εκλογική κάμψη, η επιρροή τους παραμένει σημαντική. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν συνδέονται κυρίως με τις οικονομικές πιέσεις, την ενεργειακή κρίση και τις αντιδράσεις απέναντι στο κόστος της πράσινης μετάβασης.

Επομένως, ακόμη κι αν οι εκλογικές τους επιδόσεις παρουσιάζουν διακυμάνσεις, τα πράσινα κόμματα έχουν πλέον εδραιωθεί ως ένας σταθερός και υπολογίσιμος παράγοντας στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, επηρεάζοντας όχι μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και τη συνολική κατεύθυνση των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το θέμα είναι πως θα περάσουν στο επόμενο στάτους, επηρεάζοντας άμεσα τις ζωές των ανθρώπων.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα