Νέες ταινίες: Το “Backrooms” είναι κάτι παραπάνω από ένα ανατριχιαστικό ιντερνετικό φαινόμενο
Διαβάζεται σε 11'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 28 Μαΐου 2026 07:51
To “Star Wars: Mandalorian & Grogu” άνοιξε μεν στην 1η θέση του ελληνικού box office αλλά με πάρα πολύ απογοητευτικά νούμερα: Λιγότερο από 17.000 το πρώτο 4ήμερο, με το κοινό μάλλον να μην ανταποκρίνεται και την ταινία μάλλον να μην πείθει πως είναι κινηματογραφικό (κι όχι τηλεοπτικό) event.
Συμπαθέστατο άνοιγμα για την ελληνική “Αρκουδότρυπα” με σχεδόν 5.000 εισιτήρια και την υπόσχεση μιας καλής πορείας στα θερινά, την ώρα που το “Ο Διάβολος Φοράει Prada 2” και το “Michael” έφτασαν μια ανάσα από τα 200.000 εισιτήρια.
Η νέα εβδομάδα έχει πολλές καλές προτάσεις, ανάμεσά τους μια ταινία τρόμου-φαινόμενο καθώς και το νέο φιλμ του Στίβεν Σόντερμπεργκ με πρωταγωνιστή τον θρυλικό Ίαν ΜακΚέλεν.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Backrooms
(Κέιν Πάρσονς, 1ω50λ)
★★★½
Ο ασθενής μιας ψυχοθεραπεύτριας εξαφανίζεται σε μια μυστηριώδη διάσταση και τότε εκείνη επιχειρεί να τον σώσει – αλλά διακινδυνεύοντας τον ίδιο της τον εαυτό.
Σε 25 λέξεις: Ένα ιντερνετικό φαινόμενο μεταφράζεται με εξαιρετικό τρόπο σε ένα υπαρξιακό, απόκοσμο αίνιγμα στιβαρής σκηνοθετικής ματιάς και επίμονης ανατριχίλας. Εντυπωσιακός Τσιβετέλ Ετζιοφόρ.
Κριτική
Επέκταση ενός ιντερνετικού φαινομένου/meme που σχετίζεται με την ύπαρξη χώρων περίεργα ανοίκειων, αρκετά κοντά στην πραγματικότητα αλλά που σαν κάτι να είναι λίγο λάθος, το “Backrooms” αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα εντυπωσιακής βεβαιότητας σκηνοθετικό ντεμπούτο για τον 20χρονο(!) Κέιν Πάρσονς.
Ένας άντρας γεμάτος εκνευρισμό για την κατεύθυνση που πήρε η ζωή του, αδυνατώντας να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα που του έχει όντως συμβεί, ανακαλύπτει έναν ανεξήγητο χώρο στο υπόγειο του καταστήματός του. Μια σειρά από απόκοσμα δωμάτια, αρρωστιάρικα κιτρινωπής χροιάς, με αντικείμενα σε λάθος θέσεις, με πόρτες σε περίεργα σημεία, με μια αλλόκοτη χαρτογράφηση που δεν βγάζει νόημα: Τι κάνει μια άδεια πισίνα σε ένα υπόγειο; γιατί μια πόρτα βρίσκεται στο ταβάνι; πώς μια γωνία του δωματίου μοιάζει να μικραίνει όσο την πλησιάζεις;
Στο ρόλο ο Τσιβετέλ Ετζιοφόρ του “12 Χρόνια Σκλάβος” βγάζει μια αγριάδα, μια απειλή και μια απόγνωση που δεν τον έχουμε ξαναδεί να αποδίδει με αυτό τον τρόπο, αρπάζοντας τον θεατή σε αυτό το ταξίδι ψυχολογικών αδιεξόδων και απόκοσμης εξερεύνησης, το οποίο ο Πάρσονς υποστηρίζει με εντυπωσιακό έλεγχο του χώρου, της φόρμας και του ρυθμού.
Η ταινία αρνείται να δώσει μια εύκολα κατανοήσιμη, ασφαλή δομή στα όσα εκτυλίσσονται, παρασύροντάς μας σε μια υπνωτιστική διαδρομή στη διάρκεια της οποίας θα νιώσουμε κι εμείς χαμένοι, αλλά πάντα καθοδηγούμενοι από ένα σίγουρο σκηνοθετικό χέρι. Ο Πάρσονς εξερευνά τον κάθε χώρο με περιέργεια αλλά και με πλούσια αποτύπωση του απόκοσμου, προσδίδοντας σε αυτή την αναζήτηση μια ψυχολογικά αλληγορική διάσταση που αντιστέκεται στις εντελώς “κλειστές” ερμηνείες.
Μπλέκει υφές και τόνους (ένα εκτεταμένο κομμάτι του φιλμ είναι γυρισμένο σαν πρώτου προσώπου βίντεο καταγραφή όπου η εικόνα μοιάζει να αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια μας) και ήχους (ένας βόμβος συνυπάρχει με το τρεμόπαιγμα του φωτός και την σκέψη πως αυτό που κοιτάς υπάρχει-και-δεν-υπάρχει) εντείνοντας –σε συνδυασμό με την εφιαλτική σκηνογραφία– την αίσθηση πως ψηλαφίζουμε κάτι το γνώριμο αλλά και τόσο απομακρυσμένο από την φυσική μας εμπειρία, την ίδια στιγμή. Το αποτέλεσμα είναι αληθινά ανατριχιαστικό και απροσδιόριστα οικείο: Ποιος δεν έχει νιώσει έτσι κάμποσες φορές;
Το “Backrooms” είναι μέρος μιας σύγχρονης τάσης στον τρόμο – έτσι κι αλλιώς το είδος με τη μεγαλύτερη διάθεση για πειραματισμό στο σινεμά του 21ου αιώνα – που συνδέεται με την αίσθηση ψηφιακής αν-οικειότητας. Το “We’re all Going to the World’s Fair” από το Τζέιν Σένμπρουν (που γύρισε φέτος το “Teenage Sex and Death at Camp Miasma” που λάτρεψαν όλοι στις Κάννες) εντοπίζει τον τρόμο του να χάνεις τη σύνδεση με τον εαυτό και με το σώμα σου μέσα στο αέναο doomscrolling και την αποσύνδεση της οθόνης.
Το αβάν γκαρντ “Skinamarink” του Κάιλ Έντουαρντ Μπολ αφήνει εντελώς στην άκρη πλοκές, χαρακτήρες και αναγνωρίσιμες δομές για να μας βυθίσει σε έναν εφιάλτη όπου κάθε χαραμάδα, κάθε τοίχος, κάθε πόρτα, είναι μια πηγή απειλής σε έναν χώρο εντελώς παράλογο, εφιαλτικό, που μοιάζει να αποσυντίθεται σε κάθε βλεφάρισμά μας.
Κοινό στοιχείο που διατρέχει όλα αυτά τα φιλμ είναι η αίσθηση του ανοίκειου, μια ανατριχίλα που διατρέχει το σώμα μας καθώς παρακολουθούμε εικόνες που δεν βγάζουν απαραίτητα κυριολεκτικό νόημα αλλά αποτυπώνουν ένα απροσδιόριστο βίωμα που σχετίζεται με την αποσωματοποίηση της ψηφιακής γενιάς. Με επιρροές που, συνειδητά ή μη, επιστρέφουν στους αιχμηρούς εφιάλτες του “Inland Empire” του Ντέιβιντ Λιντς (μια ταινία-backrooms πριν υπάρξουν τα backrooms), στην στοιχειωμένη πρώιμη ψηφιακή μοναξιά του “Pulse” του Κιγιόσι Κουροσάβα ή ακόμα και στον οπτικοακουστικό πειραματισμό του “Meshes of the Afternoon”.
Οι έγνοιες αυτού του σύγχρονου ιντερνετικού/ψυχολογικού τρόμου του ανοίκειου δεν είναι απαραίτητα καινούριες, απλά τώρα εκφράζονται μέσα από μια οπτική καθαρά δεμένη με έναν 21ο αιώνα που μας βλέπει να χάνουμε όλο και περισσότερο τη σύνδεση με το σώμα – άρα και μάλλον με τον εαυτό μας.
Οι Κρίστοφερ
(“The Christophers”, Στίβεν Σόντερμπεργκ, 1ω40λ)
★★★½
Τα παιδιά ενός κάποτε διάσημου καλλιτέχνη προσλαμβάνουν μια πλαστογράφο για να ολοκληρώσει ένα παρατημένο έργο του, ώστε να έχουν μια κληρονομιά να πουλήσουν όταν εκείνος πεθάνει.
Σε 25 λέξεις: Βαθιά ανθρώπινο έργο από τον Σόντερμπεργκ πάνω στην ύπαρξη και στα ίχνη που αφήνει πίσω, με εξαιρετικό στήσιμο πλάνων και εντυπωσιακά παιγμένο από Ίαν ΜακΚέλεν και Μικέιλα Κόουλ.
Κριτική
Σε μεγάλη φόρμα συνεχίζει να είναι κι ο Στίβεν Σόντερμπεργκ που την τελευταία διετία έχει υπογράψει το πρώτου προσώπου ghost story “Presence” και το κατασκοπικό/ερωτικό θρίλερ δωματίου “Black Bag”, σαν πάντα να θέλει να εξερευνά γνώριμα είδη από μια διαφορετική γωνία. (Θα αγνοήσουμε το άθλιο ντοκιμαντέρ για τον Τζον Λένον που παρουσίασε στις φετινές Κάννες, επειδή τον αγαπάμε.)
Η “διαφορετική γωνία” είναι σημαντική εδώ ως παρατήρηση, γιατί ο Σόντερμπεργκ δείχνει πάντα μέσα από το έργο του πως αυτό είναι που ψάχνει, ακόμα και κυριολεκτικά, μέσα στο πλαίσιο και της πιο συνηθισμένης σκηνής. Έχει πει πολλές φορές πως βαριέται τις μηχανικά γυρισμένες σκηνές διαλόγου με διαρκή πλάνα πάνω από τους ώμους και με πλάνο/αντιπλάνο, κι αυτό φαίνεται στο πόσο ανεξάντλητα εξερευνά άλλες οδούς στησίματος και πλάνων, ακόμα και σε μια μεγάλης διάρκειας αφήγηση όπως το τηλεοπτικό “The Knick”.
Στους “Κρίστοφερ” έχουμε μια τρομερά χορταστική εφαρμογή αυτής της εξερεύνησης. Γραμμένο επί της ουσίας ως ένα εκτεταμμένο κομμάτι διαλόγου μιάμισης ώρας ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες μέσα σε έναν κλειστό χώρο (από τον απολαυστικό σεναρίστα Εντ Σόλομον του “Men in Black” και του “Bill & Ted’s Excellent Adventure”), το φιλμ δίνει την ευκαιρία στον Σόντερμπεργκ να κεντήσει οπτικά.
Αποφεύγει τα διαρκή σύντομα πλάνα (που δίνουν μεγαλύτερη ευελιξία στο μοντάζ αλλά δεν αφήνουν την εικόνα να αποκτήσει χαρακτήρα), αντιθέτως αφήνει το κάδρο να σταθεί με σιγουριά, έχοντας πάντα βρει τρόπους να το κάνει ξεχωριστό, ενδιαφέρον, και να αποδώσει μέσα από το στήσιμό του κάτι που θέλει να πει για τους χαρακτήρες του. Όταν η Λόρι (Μικέιλα Κόουλ) μπαίνει για πρώτη φορά στο δωμάτιο του Τζούλιαν Σκλαρ (Ίαν ΜακΚέλεν) ο Σόντερμπεργκ περιχαρακώνει τη φιγούρα της ανάμεσα στο σώμα του μεγάλου καλλιτέχνη, στην παλέτα του, και στο χέρι του που βρίσκεται από πάνω της – είναι κυριολεκτικά σα να την περιορίζει.
Ο χορός που ακολουθεί ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες έχει μεγάλο ενδιαφέρον και συναισθηματικό και εννοιολογικό βάθος, καθώς συζητούν μεταξύ τους (και αναπτύσσουν μια απρόσμενη σύνδεση) πάνω σε ιδέες περί δημιουργίας, πρωτοτυπίας, κληρονομιάς, και του πώς κάθε έργο είναι συναισθηματική έκφραση που αναπόφευκτα θα αποτυπώσει κάτι ειλικρινές – είτε ηθελημένα, είτε όχι. Στην πορεία του έργου το staging αλλάζει: Μια άλλη σκηνή διαλόγου θα δει τους δύο χαρακτήρες να στέκονται στο κατώφλι ενός δωματίου και μιλούν σε μια κινητική (αλλά και ακίνητη) κατάσταση ενός ούτε-μέσα-ούτε-έξω. Σα να ψάχνουν κι οι ίδιοι πώς θα κινηθούν σε σχέση με το άλλο άτομο.
Η πιο πετυχημένη staging επιλογή του Σόντερμπεργκ έρχεται προς το τέλος του φιλμ (δε θα αποκαλύψουμε συγκεκριμένα τι συμβαίνει φυσικά) όπου μια μεγάλης βαρύτητας “αποκάλυψη” γίνεται με έναν τρόπο που συνδυάζει πρακτική ανάγκη (δεν γίνεται για πρακτικούς λόγους να φανούν τα πρόσωπα της σκηνής) με φορμαλιστική ανάδειξη του συναισθηματικού βάρους: Για διαφορετικούς λόγους, κι οι δύο ήρωες εκείνη τη στιγμή είναι χαμένοι – σαν έξω από τον εαυτό τους.
Όλα αυτά έρχονται να υπογραμμίσουν ένα έτσι κι αλλιώς πολύ ενδιαφέρον, μελαγχολικό, αλλά στην καρδιά του πολύ γλυκό κείμενο. Μια ιστορία σύνδεσης, κληρονομιάς και πάνω από όλα, αλήθειας – όπως κι αν την κυνηγά κανείς, και όπως κι αν, αναπόφευκτα, δεν γίνεται παρά να εκφραστεί. Η Μικέιλα Κόουλ (του συγκλονιστικού “I May Destroy You”) είναι πολύ καλή περιφέροντας μια ερμηνευτική πανοπλία για την πληγωμένη ηρωίδα της, αλλά ο ΜακΚέλεν είναι το απόλυτο highlight, δίνοντας μια απίστευτα συγκινητική ερμηνεία, γεμάτη ψυχή και ευαλωτότητα πίσω από ένα απότομο προσωπείο.
Ένας Ποιητής
(“A Poet / Un Poeta”, Σιμόν Μέσα Σότο, 2ω3λ)
★★★
Ένας ξεπεσμένος ποιητής βρίσκει νέο νόημα στη ζωή του ως μέντορας της ταλαντούχας μαθήτρια Ζουρλάδι, όμως η έκθεση της μικρής στην ποιητική σκηνή μπορεί να μην αποδειχθεί σοφή κίνηση. Στο μεταξύ ο ίδιος, βρίσκεται ξανά σε αδιέξοδο, διδάσκοντας, αλλά μην κάνοντας.
Σε 25 λέξεις: Αρκετή κωμωδία συνδυασμένη με ένα κοινωνικό και υπαρξιακό αδιέξοδο, το φιλμ λειτουργεί σε διαφορετικά επίπεδα ακόμα κι όταν σκοντάφτει σε σημεία. Γυρισμένο σε 16άρι φιλμ και με μη επαγγελματία ηθοποιό, βραβευμένο στις Κάννες.
Κριτική
Γυρισμένο με 16άρι φιλμ, με σημάδια φθοράς που δεν θέλει να κρύβει, και με μια αφτιασίδωτη ερμηνεία από τον πρωτοεμφανιζόμενο ως ηθοποιό Ουμπεϊμάρ Ρίος, το φιλμ του Σιμόν Μέσα Σότο φοράει περήφανα την ατέλεια ως στιλιστική επιλογή. Κάτι που δένει ιδανικά με μια ευρύτερη προβληματική γύρω από την πεμπτουσία της ποίησης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε σημεία, είναι σχεδόν σαν όλη η ταινία να είναι ένα αυτοσχεδιαστικό παραλήρημα – και το λέμε με, κατά κύριο λόγο, καλή έννοια!
Σε σημεία ίσως να ξεφεύγει σε παρενθέσεις και σε πλοκές που αποσπούν από την αρχική του στόχευση, όμως το φιλμ ως συνολική κατάθεση διαθέτει ένα πολύ δυνατό αισθητικό αποτύπωμα και μια αληθινή αίσθηση του χαρακτήρα που ακολουθεί. Ο ξοφλημένος μας ποιητής/ήρωας μοιάζει να βρίσκεται σε ένα διαρκές αδιέξοδο, βρίσκοντας εν τέλει διόδο (δημιουργικής αλλά και υπαρξιακής) έκφρασης μέσα από έναν άλλο άνθρωπο.
Αποτελεσματικό στις στιγμές (τραγι)κωμωδίας του αλλά και με σαφή δραματουργική άγκυρα, το φιλμ κρατά το ενδιαφέρον και – σημαντικό – δεν μοιάζει γνώριμο από απόσταση χιλιομέτρων. Υπό μία έννοια, είναι κάτι απολύτως ιδιοσυγκρασιακό. Μάλλον αυτό εξηγεί και το βραβείο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα στο περσινό φεστιβάλ Καννών.
Ο Τελευταίος Βίκινγκ
(“The Last Viking / Den sidste viking”, Άντερς Τόμας Γιένσεν, 1ω56λ)
★★½
Μετά από 14 χρόνια στη φυλακή για ληστεία, ο Άνκερ είναι ξανά ελεύθερος και επανενώνεται με τον αδερφό του Μάνφρεντ, ο οποίος είναι ο μόνος που ξέρει πού βρίσκεται η λεία – όμως το έχει ξεχάσει. Μαζί ξεκινούν έναν ταξίδι ωρίμανσης, με στόχο να βρουν τον θησαυρό, αλλά και το ποιοι πραγματικά είναι.
Σε 25 λέξεις: Αρκετά άτσαλο στις τονικές εναλλαγές του, το φιλμ ωστόσο κρατά το ενδιαφέρον σε μεγάλο βαθμό χάρη στην πάντα μαγνητιστική παρουσία του Μαντς Μίκελσεν σε έναν τολμηρό ρόλο.
Beast
(Τάιλερ Άτκινς, 1ω54λ)
★★
Όταν ο αδερφός ενός παλιού θρύλου της ΜΜΑ πάλης βρίσκεται σε κίνδυνο, ο Πάτον Τζέιμς –πλέον ψαράς– αναγκάζεται να επιστρέψει στο κλουβί και στο ρινγκ. Έχοντας επανενωθεί με τον παλιό του προπονητή, θα συμφωνήσει να αγωνιστεί έναν τελευταίο μεγάλο αγώνα – απέναντι στον βίαιο πρωταθλητή.
Σε 25 λέξεις: Απόγονος “Rocky” με τον Ράσελ Κρόου στο ρόλο μπαρουτοκαπνισμένου προπονητή, τίμιο, παλιομοδίτικο, με συγκινητικές στιγμές. Όχι κάτι που θα εκπλήξει, αλλά αν ξέρεις τι ακριβώς θα δεις, είναι ικανοποιητικό.
Κυκλοφορούν επίσης
Homo Sapiens?: 16 αυτοτελείς αλλά θεματικά συνδεδεμένες ιστορίες. Στο επίκεντρο ο Γκιγιέρμο Φρανσέγια, ο οποίος μεταμορφώνεται σε κάθε ιστορία σε έναν διαφορετικό χαρακτήρα, λειτουργώντας σαν κοινωνικός χαμαιλέοντας. Μέσα από τις ερμηνείες του ξεδιπλώνονται γνώριμοι τύποι: ο εκλεπτυσμένος οπορτουνιστής, ο μικροαστός με τα διπλά μέτρα και σταθμά, ο υποκριτής που επικαλείται αξίες για ίδιον όφελος, ο «ειδικός» που μιλά με βεβαιότητα για όσα αγνοεί. Μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες της δεκαετίας στην Αργεντινή.