Φάρμακα αδυνατίσματος σε παιδιά: Τι φοβούνται οι ειδικοί
Διαβάζεται σε 7'
Η χρήση φαρμάκων GLP-1 για την παιδική παχυσαρκία αυξάνεται, όμως οι πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστες.
- 24 Σεπτεμβρίου 2026 06:07
Ένας μικρός, αλλά διαρκώς αυξανόμενος αριθμός παιδιών κάτω των 12 ετών με παχυσαρκία λαμβάνει πλέον φάρμακα GLP-1 με στόχο την απώλεια βάρους.
Τα πρώτα δεδομένα από επιστημονική μελέτη δείχνουν ότι η θεραπεία μπορεί να είναι αποτελεσματική, ταυτόχρονα όμως γεννά σοβαρά ερωτήματα για το τι μπορεί να σημαίνει η μακροχρόνια λήψη τέτοιων σκευασμάτων από έναν οργανισμό που βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη.
Η τάση είναι ιδιαίτερα εμφανής στις ΗΠΑ. Μελέτη με επικεφαλής τον Babak Orandi, από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, έδειξε ότι το 9,3% των παιδιών ηλικίας 8 έως 11 ετών που έχουν παχυσαρκία, αλλά όχι διαβήτη, λαμβάνουν φάρμακα GLP-1, όπως η σεμαγλουτίδη (Wegovy) και η τιρζεπατίδη (Zepbound). Το 2019, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 0,03%.
Για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA) δεν έχει την ίδια ηλικιακή έγκριση για όλα τα φάρμακα GLP-1. Με βάση τις ισχύουσες ευρωπαϊκές εγκρίσεις στις 23 Σεπτεμβρίου 2026:
- Saxenda (λιραγλουτίδη): από 6 ετών. Για παιδιά 6 έως κάτω των 12 ετών, αφορά παχυσαρκία (BMI ≥95η εκατοστιαία θέση) και σωματικό βάρος τουλάχιστον 45 κιλά. Για εφήβους 12 ετών και άνω, απαιτείται παχυσαρκία και βάρος άνω των 60 κιλών.
- Wegovy (σεμαγλουτίδη): από 12 ετών, για εφήβους με παχυσαρκία και βάρος άνω των 60 κιλών. Η έγκριση για εφήβους αφορά την ενέσιμη μορφή· τα δισκία Wegovy προορίζονται μόνο για ενήλικες.
- Mounjaro (τιρζεπατίδη) — που δρα τόσο στους υποδοχείς GIP όσο και GLP-1 — είναι προς το παρόν εγκεκριμένο μόνο για ενήλικες όσον αφορά τη διαχείριση βάρους. Για τον διαβήτη τύπου 2, όμως, έχει έγκριση από την ηλικία των 10 ετών.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία, τα συγκεκριμένα φάρμακα έχουν εγκριθεί για άτομα ηλικίας 12 ετών και άνω. Στις ΗΠΑ, ωστόσο, μπορεί να χορηγηθούν εκτός των επίσημα εγκεκριμένων ενδείξεων ακόμη και σε παιδιά από 8 ετών, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής.
Η έρευνα του Orandi έδειξε ότι μια τέτοια θεραπεία χορηγείται συχνότερα σε παιδιά με σοβαρή παχυσαρκία ή με προβλήματα υγείας που συνδέονται με αυτήν, όπως προδιαβήτης, υπνική άπνοια, υπέρταση και αυξημένη χοληστερόλη.
Παράλληλα, τα παιδιά που τη λαμβάνουν προέρχονται συχνότερα από οικογένειες με υψηλότερα εισοδήματα, καθώς το κόστος αποτελεί σημαντικό εμπόδιο.
Γιατί αυξάνονται συνεχώς τα άτομα που λαμβάνουν GLP-1
Ο αριθμός των παιδιών στις ΗΠΑ που λαμβάνουν φάρμακα GLP-1 αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω. Όπως εξηγεί ο Orandi, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά παιδιά με επιπλοκές που σχετίζονται με την παχυσαρκία και τα οποία σήμερα δεν έχουν πρόσβαση σε αυτές τις θεραπείες.
Παράλληλα, κερδίζει έδαφος μεταξύ των επαγγελματιών Υγείας η άποψη ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η μη αντιμετώπιση της σοβαρής παιδικής παχυσαρκίας μπορεί να ενέχει μεγαλύτερους κινδύνους από τη χορήγηση των συγκεκριμένων φαρμάκων.
Η παιδική παχυσαρκία έχει συνδεθεί με προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως η κατάθλιψη και η χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενώ αυξάνει και την πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, διαβήτη τύπου 2 και ηπατοπάθειας αργότερα στη ζωή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που αναφέρονται στη μελέτη, η σοβαρή παχυσαρκία πριν από την ηλικία των 4 ετών μπορεί να συνδέεται ακόμη και με πολύ σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής.
Η Danielle Longmore, από το Murdoch Children’s Research Institute στη Μελβούρνη, θεωρεί ότι η εμφάνιση των GLP-1 έχει αλλάξει τα δεδομένα για τους νέους που ζουν με παχυσαρκία.
«Τα φάρμακα GLP-1 αλλάζουν πολύ γρήγορα το τοπίο. Νομίζω ότι οι νέοι άνθρωποι με παχυσαρκία έχουν πλέον την ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει για τους ίδιους και για την πορεία της υγείας τους», αναφέρει.
Η υγιεινή διατροφή και η σωματική δραστηριότητα εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη επιλογή για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Δεν αρκούν, ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις.
«Η παχυσαρκία είναι μια πολύ σύνθετη, πολυπαραγοντική κατάσταση, στην οποία εμπλέκονται τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Για πολλούς νέους ανθρώπους και τις οικογένειές τους είναι πολύ δύσκολο να επιτύχουν ουσιαστικές αλλαγές», εξηγεί η Longmore.
Τα ερωτήματα για την ανάπτυξη και την εφηβεία
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αβεβαιότητα γύρω από τη χρήση αυτών των φαρμάκων στα παιδιά. Δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες από τη μακροχρόνια λήψη GLP-1 σε μια περίοδο κατά την οποία το σώμα αναπτύσσεται και περνά από την εφηβεία.
Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι η μειωμένη πρόσληψη τροφής που προκαλούν τα φάρμακα μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο έλλειψης σιδήρου και άλλων θρεπτικών συστατικών.
«Γνωρίζουμε από άλλες παθήσεις ότι, όταν ένα παιδί δεν παίρνει βάρος ή δεν τρέφεται επαρκώς, μπορεί να επηρεαστεί η ανάπτυξή του και να καθυστερήσει η εφηβεία», λέει η Longmore.
Η ίδια εκφράζει ανησυχία και για την απώλεια μυϊκής μάζας που μπορεί να συνοδεύει τη μεγάλη απώλεια βάρους.
«Τι θα σημαίνει αυτό για τη δύναμή τους και για τα οστά τους όταν μεγαλώσουν; Θα μπορούσαν να υπάρξουν επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη ή στην εμμηνόπαυση αργότερα στη ζωή; Δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο σημείο να γνωρίζουμε τις απαντήσεις», σημειώνει.
Παρά τις αβεβαιότητες, εκτιμά ότι σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρής παχυσαρκίας θα μπορούσε να εξεταστεί η χορήγηση GLP-1 και σε παιδιά κάτω των 12 ετών, ακόμη και σε χώρες όπου αυτό σήμερα δεν προβλέπεται.
«Θα έπρεπε να είναι μια απόφαση που θα λαμβάνεται με πολύ μεγάλη προσοχή. Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχουν παιδιά των οποίων οι σημερινοί κίνδυνοι για την υγεία είναι τόσο σοβαροί, ώστε να αξίζει να δοκιμαστεί αυτή η θεραπεία», αναφέρει.
Ανάλογη είναι και η θέση του Orandi, ο οποίος υπογραμμίζει ότι παραμένουν αναπάντητα πολλά ερωτήματα για τις επιπτώσεις των GLP-1 στην ανάπτυξη των παιδιών. Από την άλλη πλευρά, επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη μη αντιμετώπιση της σοβαρής παχυσαρκίας είναι ήδη γνωστοί και υπαρκτοί.
Το πρόβλημα της επαναπρόσληψης βάρους
Οι παρενέργειες των φαρμάκων GLP-1 φαίνεται ότι είναι παρόμοιες σε παιδιά και ενήλικες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ναυτία, η διάρροια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έντονες ερυγές. Αντίθετα, οι εβδομαδιαίες ενέσεις δεν φαίνεται να αποτελούν ιδιαίτερο πρόβλημα για τα περισσότερα παιδιά.
«Δεν είναι ιδιαίτερα επώδυνη. Η ένεση γίνεται ακριβώς κάτω από το δέρμα με μια πολύ λεπτή βελόνα», εξηγεί η Longmore.
Το σημαντικότερο πρόβλημα, όμως, εμφανίζεται συχνά όταν η θεραπεία διακόπτεται. Όπως συμβαίνει και στους ενήλικες, πολλά παιδιά ξαναπαίρνουν βάρος όταν σταματήσουν να λαμβάνουν τα φάρμακα, γεγονός που ανοίγει τη συζήτηση για το αν η θεραπεία θα πρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις να συνεχίζεται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμη και εφ’ όρου ζωής.
Γι’ αυτό, σύμφωνα με τους ειδικούς, η φαρμακευτική αγωγή δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση. Παράλληλα χρειάζεται να εξετάζονται οι παράγοντες που συνέβαλαν στην εμφάνιση της παχυσαρκίας, με τη συμμετοχή, όπου είναι απαραίτητο, διαιτολόγων, ψυχολόγων και ειδικών της άσκησης.
«Θα ήθελα να προειδοποιήσω ότι αυτά τα φάρμακα δεν πρόκειται να αποτελέσουν την εύκολη λύση για τους περισσότερους νέους ανθρώπους με παχυσαρκία», καταλήγει η Longmore. «Είναι σημαντικό να μη χάσουμε από τα μάτια μας την ανάγκη να αντιμετωπιστούν και οι βαθύτεροι παράγοντες που οδηγούν στην παχυσαρκία».