Istock

Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ – ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΠΡΟΛΗΨΗ

Η αύξηση των ψυχικών δυσκολιών και των περιστατικών αυτοκτονικότητας στους εφήβους αναδεικνύει την ανάγκη για έγκαιρη πρόληψη, υποστήριξη και παρέμβαση. Ο πρόεδρος της ΚΛΙΜΑΚΑ Κυριάκος Κατσαδώρος μιλά για τα σημάδια που δεν πρέπει να αγνοήσουν γονείς και εκπαιδευτικοί.

Πριν μερικές εβδομάδες, η τραγική είδηση για την αυτοχειρία των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη, ήταν γροθιά το στομάχι. Μια υπόθεση που εγείρει γενικότερα ερωτήματα για την ψυχική κατάσταση παιδιών και εφήβων στην εποχή των social media και αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και υποστήριξης τους.

Επικοινωνήσαμε με την ΚΛΙΜΑΚΑ, έναν κοινωνικό φορέα, μη κερδοσκοπικό – μη κυβερνητικό οργανισμό (ΝΠΙΔ), που ιδρύθηκε το 2000 και δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας και στην υλοποίηση προγραμμάτων κοινωνικής ένταξης αποκλεισμένων πληθυσμιακών ομάδων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπου τα δεδομένα του Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών που διατηρεί, καταγράφουν διαχρονικά περιστατικά αυτοκτονιών σε πολύ μικρές ηλικίες.

Το γεγονός ότι ήδη μέσα στους πρώτους μήνες του 2026 καταγράφεται αύξηση περιστατικών αυτοκτονιών στις ηλικίες 15–19 ετών, είναι ανησυχητικό. Σύμφωνα με τον Ψυχίατρο, Επιστημονικό Διευθυντή της ΚΛΙΜΑΚΑ, πρόεδρο του κλάδου Τηλεψυχιατρικής ΕΨΕ και Εθνικό Αντιπρόσωπο στη Διεθνή Ένωση για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας (IASP), Κυριάκο Κατσαδώρο, τα δεδομένα αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλοί αριθμοί, αλλά ως ένδειξη βαθύτερης ψυχικής, οικογενειακής και κοινωνικής επιβάρυνσης.

ΚΛΙΜΑΚΑ

“Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί από έναν μόνο παράγοντα. Δεν ευθύνονται μόνο τα social media, ούτε μόνο το σχολείο, ούτε μόνο οι κοινωνικές δυσκολίες. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων πάνω σε μια υπάρχουσα ευαλωτότητα, γνωστή ή άγνωστη”, αναφέρει ο κ. Κατσαδώρος και εξηγεί:

“Στην εφηβεία έχουμε μια ηλικία που καλείται να διαμορφώσει ταυτότητα, αντοχή, σχέσεις και προσανατολισμό μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς. Οι νέοι μεγαλώνουν μέσα σε ταχύτητα, πληροφοριακή υπερφόρτωση, διαρκή σύγκριση, αβεβαιότητα για το μέλλον και συχνά χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τεχνολογία είναι από μόνη της η αιτία, αλλά ότι μπορεί να ενισχύσει ήδη υπάρχουσες ευαλωτότητες.

Κεντρικό ρόλο παίζει η οικογένεια. Οι γονείς μεταφέρουν όχι μόνο συμπεριφορές και αξίες, αλλά και βιολογικές, ψυχικές και διαγενεακές ευαλωτότητες. Ιστορικό κατάθλιψης, αυτοκτονικότητας, εξαρτήσεων, σοβαρού άγχους, παρορμητικότητας ή συναισθηματικής αστάθειας που μπορεί να αυξάνει την ευαλωτότητα του παιδιού. Αυτό δεν σημαίνει προκαθορισμένη πορεία, αλλά αυξημένη ανάγκη επίγνωσης, στήριξης και προστατευτικού περιβάλλοντος από την οικογένεια”.

Για αυτόν τον λόγο, ο ειδικός επισημαίνει πως είναι κρίσιμο οι γονείς να γνωρίζουν καλύτερα το ψυχικό, οικογενειακό και γενετικό υπόβαθρο που μεταφέρουν. Ιστορικό που μπορεί να περιλαμβάνει κατάθλιψη, αυτοκτονικότητα, εξαρτήσεις, σοβαρό άγχος, παρορμητικότητα ή συναισθηματική αστάθεια, δεν πρέπει να παραμένει σιωπηλό ή αόρατο. Πρέπει να αναγνωρίζεται έγκαιρα, ώστε να μη μετατρέπεται άθελα σε παράγοντα ενεργοποίησης της ευαλωτότητας του παιδιού.

Πώς αναγνωρίζουμε την ευαλωτότητα και πώς την προλαμβάνουμε;

Σε ό,τι αφορά την ευαλωτότητα, δεν γίνεται φανερή πάντα από την αρχή. “Συχνά εμφανίζεται ή ενεργοποιείται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες πίεσης, αστάθειας, απώλειας, απόρριψης, οικογενειακής έντασης, σχολικής δυσκολίας ή κοινωνικής απομόνωσης. Γι’ αυτό χρειάζεται να την αναγνωρίζουμε πριν πάρει τη μορφή σοβαρής κρίσης ή αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς” , επισημαίνει κ. Κατσαδώρος.

Η πρόληψη, τις περισσότερες φορές, δεν ξεκινά από ένα μεγάλο σύμπτωμα, αλλά από μικρές συμπεριφορές και εκδηλώσεις που πρέπει να μας κινητοποιούν: απόσυρση, αλλαγές στον ύπνο, έντονη ευερεθιστότητα, απομόνωση, πτώση στη λειτουργικότητα, απώλεια ενδιαφέροντος, αυτοϋποτίμηση, έντονο άγχος ή συμπεριφορές που δείχνουν ότι το παιδί δυσκολεύεται να ρυθμίσει τον εαυτό του.

“Η ουσιαστική πρόληψη σημαίνει ψυχοεκπαίδευση των γονέων, συμβουλευτική οικογένειας, γνώση του οικογενειακού ιστορικού, έγκαιρη υποστήριξη και, όπου χρειάζεται, εξειδικευμένη γενετική συμβουλευτική.

Παράλληλα, χρειάζεται εκπαίδευση στα σχολεία, στους γιατρούς, στους εκπαιδευτικούς και στην κοινότητα, ώστε η ψυχική δυσφορία να αναγνωρίζεται πριν εξελιχθεί σε κρίση”.

Πάνω από όλα όμως, η πρόληψη δεν είναι θεωρία. Είναι πράξη: γνώση, παρατήρηση, εκπαίδευση, επίγνωση, οικογενειακή ευθύνη, έγκαιρη παρέμβαση και δημιουργία σταθερών περιβαλλόντων που βοηθούν τα παιδιά και τους εφήβους να αναπτύξουν ανθεκτικά μοτίβα ζωής.

Τα σημάδια που δεν πρέπει να αγνοηθούν

Αυτό που είναι σημαντικό να γνωρίζουμε είναι ότι η ψυχική δυσφορία στους εφήβους δεν εμφανίζεται πάντα ξαφνικά και ούτε εκφράζεται άμεσα με λόγια.  Όπως υπογραμμίζει ο ειδικός, συχνά συνδέεται με τη σχέση ανάμεσα στην προϋπάρχουσα ευαλωτότητα του παιδιού καθώς και στη δυναμική της οικογένειας. “Όταν υπάρχουν ψυχικές δυσκολίες στους γονείς, ιδιαίτερα όταν δεν έχουν αναγνωριστεί ή αντιμετωπιστεί, μπορεί να δημιουργείται ένα οικογενειακό περιβάλλον που επιβαρύνει το παιδί και επιταχύνει την εμφάνιση δυσφορίας”.

Γι’ αυτό τα πρώτα σημεία προσοχής δεν βρίσκονται μόνο στο παιδί, αλλά και στους ίδιους τους γονείς. Χρειάζεται οι γονείς να έχουν επίγνωση του πώς λειτουργούν οι ίδιοι, πώς επικοινωνούν, πώς διαχειρίζονται την ένταση, πώς εκφράζουν τον θυμό, τον φόβο, την ανασφάλεια ή την απόρριψη, και πώς επηρεάζει αυτό το παιδί. Η αυτοπαρατήρηση της οικογένειας είναι βασικό μέρος της πρόληψης.

Την ίδια ώρα, χρειάζεται από τους γονείς προσεκτική παρατήρηση του παιδιού: αν έχει αλλαγές στη συμπεριφορά, έντονους φόβους, ανασφάλειες, δυσκολίες στον ύπνο, πτώση στη σχολική λειτουργικότητα, υπερβολική και μη ελεγχόμενη χρήση του διαδικτύου, απώλεια ενδιαφέροντος,  αυτοϋποτίμηση ή σημάδια αυτοτραυματισμού. «Όλες αυτές είναι εκδηλώσεις που δεν πρέπει να θεωρούνται απλώς “αντιδραστικότητα” ή να δικαιολογούνται λόγω της εφηβείας, αλλά είναι πιθανές ενδείξεις βαθύτερης ψυχικής δυσφορίας». 

Τι κάνουμε όμως στις ενδεχόμενη εμφάνιση αυτών των σημαδιών;

«Όταν τα προβλήματα αρχίζουν να εμφανίζονται, χρειάζεται άμεση παρέμβαση πριν παγιωθούν σε σταθερά μοτίβα συμπεριφοράς ή εξελιχθούν σε σοβαρά συμπτώματα. Η έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας από ειδικούς δεν είναι ένδειξη αποτυχίας της οικογένειας, αλλά πράξη ευθύνης και προστασίας» υπογραμμίζει ο κ.Κατσαδώρος.

Εξίσου σημαντικό ρόλο συντελεί και η παρατήρηση των αλλαγών στη συμπεριφορά και στη λειτουργικότητα των παιδιών από τους εκπαιδευτικούς. Απότομη απόσυρση, απομόνωση, έντονη ευερεθιστότητα, πτώση στη σχολική επίδοση, συχνές απουσίες, αδιαφορία, επιθετικότητα, σημάδια εξάντλησης, αυτοτραυματισμοί, εκφράσεις απελπισίας ή έντονου άγχους δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς ως «κακή συμπεριφορά» ή «δύσκολη εφηβεία».

Και ο κ. Κατσαδώρος εμβαθύνει και επισημαίνει ότι «ο ρόλος του εκπαιδευτικού δεν είναι να κάνει διάγνωση, αλλά να παρατηρεί έγκαιρα, να προσεγγίζει το παιδί με ηρεμία και ασφάλεια, να ενημερώνει υπεύθυνα την οικογένεια και, όταν χρειάζεται, να κινητοποιεί τις κατάλληλες υποστηρικτικές δομές. Πολλές φορές ένας σταθερός, ήρεμος και διαθέσιμος εκπαιδευτικός μπορεί να αποτελέσει σημαντικό προστατευτικό παράγοντα για έναν έφηβο που δυσκολεύεται».

Πάντως, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ύπαρξη μιας γνωστής ή άγνωστης ευαλωτότητας, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα παιδί θα εμφανίσει κάποια σοβαρή ψυχική δυσκολία. Αντιθέτως, η έγκαιρη αναγνώριση, η ανάλογη υποστήριξη, η σταθερότητα στο σπίτι, ηκαλή επικοινωνία και η ύπαρξη ουσιαστικών σχέσεων, είναι καταλυτικοί παράγοντες προκειμένου να προστατεύσουν και να ενισχύσουν σημαντικά την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών και των εφήβων.

«Κάθε παιδί έχει δυνατότητες προσαρμογής, ανάπτυξης και ενίσχυσης της ψυχικής του αντοχής όταν μεγαλώνει μέσα σε περιβάλλον με σταθερότητα, σεβασμό, όρια, επικοινωνία και πραγματική παρουσία ενηλίκων που μπορούν να ακούσουν και να στηρίξουν χωρίς φόβο και χωρίς στιγματισμό».

Το σύστημα ψυχικής υγείας στην Ελλάδα: Η κατάσταση και οι ελλείψεις

Η ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων αναδεικνύεται πλέον ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις δημόσιας υγείας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η αναγνώριση των αναγκών, ενώ παράλληλα έχουν αναπτυχθεί νέες πρωτοβουλίες, δίκτυα και προγράμματα υποστήριξης. Ωστόσο, οι ανάγκες εξακολουθούν να υπερβαίνουν τις διαθέσιμες υπηρεσίες, κυρίως στην περιφέρεια και στις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Σύμφωνα με τις πρόσφατες χαρτογραφήσεις και αξιολογήσεις της Πρωτοβουλίας για την Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων (CAMHI), το ελληνικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές ελλείψεις σε παιδοψυχιατρικές δομές, εξειδικευμένο προσωπικό και υπηρεσίες έγκαιρης παρέμβασης.

Παράλληλα, οι μεγάλες αναμονές για αξιολόγηση και θεραπεία, η άνιση γεωγραφική κατανομή των υπηρεσιών και η περιορισμένη διασύνδεση μεταξύ υγείας, σχολείου και κοινωνικών υπηρεσιών εξακολουθούν να αποτελούν βασικά προβλήματα. Η πραγματικότητα είναι ότι πολλές οικογένειες φτάνουν να αναζητήσουν βοήθεια όταν οι δυσκολίες έχουν ήδη επιβαρυνθεί σημαντικά, γεγονός που αυξάνει τόσο το ανθρώπινο όσο και το κοινωνικό κόστος.

Όπως επισημαίνει ο κ. Κατσαδώρος, το βασικό πρόβλημα είναι ότι το σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί κυρίως μετά την εμφάνιση της δυσκολίας και όχι προληπτικά. «Συνήθως ξεκινάμε να ασχολούμαστε με την ψυχική υγεία αφού εμφανιστούν τα συμπτώματα στο παιδί ή στον έφηβο, ενώ πολλές φορές έχει προηγηθεί για χρόνια μια οικογενειακή, ψυχική ή συναισθηματική επιβάρυνση που δεν αναγνωρίστηκε έγκαιρα», αναφέρει.

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι οι σύγχρονες εξελίξεις στις νευροεπιστήμες, τη γενετική, τη βιολογία και τη φαρμακογονιδιωματική επιτρέπουν πλέον μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση των ψυχικών δυσκολιών. Η προσέγγιση της ψυχιατρικής ακριβείας δεν εξετάζει μόνο το σύμπτωμα, αλλά λαμβάνει υπόψη το γενετικό, βιολογικό, οικογενειακό, αναπτυξιακό και κοινωνικό υπόβαθρο κάθε ανθρώπου, δίνοντας τη δυνατότητα για περισσότερο εξατομικευμένες παρεμβάσεις.

Για τον κ. Κατσαδώρο, η ουσιαστική αλλαγή προϋποθέτει μετατόπιση του βάρους από τη διαχείριση της κρίσης στην πρόληψη. «Η πρόληψη χρειάζεται να ξεκινά πολύ νωρίτερα, ακόμη και πριν από τη δημιουργία οικογένειας. Οι άνθρωποι που αποφασίζουν να αποκτήσουν παιδί χρειάζεται να έχουν μεγαλύτερη επίγνωση της ψυχικής και σωματικής τους υγείας, του οικογενειακού ιστορικού, των δυσκολιών, των τραυμάτων και των ευαλωτοτήτων που μπορεί να επηρεάζουν τη λειτουργία τους και αργότερα την ανάπτυξη του παιδιού», τονίζει.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΚΛΙΜΑΚΑ υποστηρίζει την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου μοντέλου πρόληψης που θα περιλαμβάνει ενίσχυση των παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών, κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας, εκπαίδευση γονέων και εκπαιδευτικών, προγράμματα ψυχικής ανθεκτικότητας στα σχολεία, τηλεψυχιατρική για απομακρυσμένες περιοχές και στενότερη συνεργασία μεταξύ οικογένειας, σχολείου και υπηρεσιών υγείας.

Μέσα από τη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018, τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, την τηλεψυχιατρική, τις δράσεις κοινοτικής παρέμβασης και την ανάπτυξη του «Κόμβου Ψυχικής Υγείας», η ΚΛΙΜΑΚΑ επιχειρεί να καλύψει κρίσιμα κενά του συστήματος, αναδεικνύοντας τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης της ευαλωτότητας και της πρόληψης ως βασικών πυλώνων μιας σύγχρονης πολιτικής ψυχικής υγείας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα