ΣΤΗ ΔΟΜΝΑ ΕΧΟΥΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΕΡΓΑΤΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΙ
«Δεν είναι όλοι κατάλληλοι για τη Δόμνα», λέει ένας από τους οργανοπαίχτες του θρυλικού στεκιού της Θεσσαλονίκης, που στέκει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα κάτω από τον βράχο της Άνω Πόλης. Δεν έχει μενού, μικρόφωνα ούτε χώρο ανάμεσα στα τραπέζια. Κάθε βραδιά, όμως, εξελίσσεται σε ένα δρώμενο.
Η ιστορία της Δόμνας ξεκινά μαζί με την ιστορία της προσφυγικής Θεσσαλονίκης.
Ο Χρήστος και η Δόμνα, πρόσφυγες από το Τσορλού της Κωνσταντινούπολης, έφτασαν στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Το κράτος τους παραχώρησε ένα οικόπεδο στην Άνω Πόλη και το 1926 άρχισαν να χτίζουν με τα ίδια τους τα χέρια το σπίτι, που έμελλε να γίνει και το μελλοντικό τους μαγαζί.
Κάτω από τον ίδιο βράχο που λάξευσαν κάποτε με τα χέρια τους ο Χρήστος και η Δόμνα, σήμερα, έναν αιώνα μετά, τα μπουζούκια της Δόμνας συνεχίζουν τις πενιές τους.
Σελίδα στο facebook δεν θα βρείτε – οι κρατήσεις γίνονται τηλεφωνικά. Μενού δεν υπάρχει. Καθίστε στο τραπέζι και θα σας φέρουν να πιείτε. Θα πρέπει να κάνετε ησυχία γιατί εκεί τραγουδούν και παίζουν μουσική χωρίς μικρόφωνα.
Το NEWS 24/7 παρουσιάζει την ιστορία και μερικούς από τους ανθρώπους που κρατούν ζωντανό αυτό το μοναδικό στέκι-ζωντανό μνημείο της Θεσσαλονίκης.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ
Το 1926, ο Χρήστος εργαζόταν στην ύδρευση και η Δόμνα σε έναν φούρνο στην οδό Κασσάνδρου. Λίγο λίγο, με το καλέμι, τον κασμά και το σφυρί, διαμόρφωσαν τον βράχο της πλαγιάς και έχτισαν πάνω του το οίκημα. Την πέτρα που έσπαγαν την έκαναν μαγαζί.
Το κτίσμα ολοκληρώθηκε λίγο πριν από τον πόλεμο του 1940. Η λειτουργία του ξεκίνησε δειλά στα χρόνια της Κατοχής, γύρω στο 1943-44. Τότε ήταν ταυτόχρονα μπακάλικο και ταβέρνα, ένας χώρος που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της γειτονιάς και των προσφύγων που προσπαθούσαν να ξαναστήσουν τη ζωή τους από την αρχή.
Στο εσωτερικό του βράχου υπήρχε μια φυσική πηγή νερού, γι’ αυτό και ο χώρος ήταν γνωστός ως «Ρεματάκι». Αργότερα, προς τιμήν της Δόμνας, της γυναίκας που στάθηκε δίπλα στον Χρήστο σε όλη τη διαδρομή, το οίκημα πήρε το όνομα με το οποίο είναι γνωστό μέχρι σήμερα.
Μετά τον θάνατο της Δόμνας, το 1952, τη σκυτάλη πήρε ο γιος της, Τάκης Νικολαΐδης. Για σχεδόν έξι δεκαετίες, μέχρι τον θάνατό του το 2010, υπήρξε η ψυχή του χώρου.
Στις μέρες του, το μαγαζί δοξάστηκε και μεγαλούργησε. «Ήταν χαρισματικός, αυθεντικός και ντόμπρος άνθρωπος», αφηγείται ο γιος του Χρήστος.
Για δεκαετίες δεν υπήρχε οργανωμένο μουσικό πρόγραμμα παρά προέκυπτε αυθόρμητα. Κάποιος έφερνε ένα μπουζούκι, κάποιος άλλος μια κιθάρα, και η βραδιά εξελισσόταν σε γλέντι. Μόλις μετά το 1995 καθιερώθηκε πιο σταθερά η ζωντανή μουσική.
Χρήστος Νικολαΐδης: Η τρίτη γενιά
Ο Χρήστος Νικολαΐδης μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στη Δόμνα. Εγγονός του Τάκη Νικολαΐδη και σημερινός διαχειριστής του χώρου μαζί με τον αδελφό του Κώστα, θυμάται ότι η πρώτη του «βάρδια» ήρθε πολύ πριν ενηλικιωθεί.
«Από πέντε-έξι χρονών μας έβαζε ποδιά ο παππούς. Ήμασταν σερβιτοράκια από μικρά παιδιά».
Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, η Δόμνα έγινε σημείο αναφοράς για τη Θεσσαλονίκη. Αρχικά την ανακάλυψαν οι φοιτητές και οι καλλιτέχνες που επισκέπτονταν την πόλη για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Σύντομα πέρασαν από τα τραπέζια της μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού πολιτισμού: η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, η Τζένη Καρέζη, ο Μάνος Κατράκης, ο Θανάσης Βέγγος. Ακολούθησαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Μάνος Χατζιδάκις.
Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα δύο αδέλφια ανέλαβαν τη συνέχεια μιας ιστορίας που περνά πλέον στην τρίτη γενιά. Όταν ο Τάκης Νικολαΐδης βγήκε στη σύνταξη, η Δόμνα δεν λειτούργησε ως κανονικό κατάστημα. Άνοιγε μόνο κάθε Τρίτη, για φίλους και γνωστούς. Η συνήθεια αυτή εξελίχθηκε σταδιακά σε κάτι μεγαλύτερο.
«Ο κόσμος ζήτησε να γίνει ένας σύλλογος. Έτσι πορευόμαστε μέχρι σήμερα. Για όσους αγαπούν τη μουσική, την παρέα και θέλουν να κρατήσουν ζωντανό το αυθεντικό, το παλιό και το γνήσιο της εποχής».
Αχιλλέας Δημητριάδης: Ένας ηθοποιός σερβίρει
Ο Αχιλλέας αστειεύεται πως είναι ο πιο παλιός και πιο άγνωστος ηθοποιός στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα λόγια του Θανάση Βέγγου. Βρίσκεται στο θέατρο από το 1969, αλλά η σχέση του με τη Δόμνα είναι σχεδόν εξίσου μακρόχρονη.
Πέρασε για πρώτη φορά το κατώφλι της ως φοιτητής, στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Αργότερα ως παντρεμένος παρήγγειλε μια μοσχαροκεφαλή στο μαγαζί. Το κρέας στάλθηκε στη Σίνδο να ψηθεί και γύρισε στο μαγαζί για το γλέντι.
«Στα τραπέζια του μαγαζιού έχω συναντήσει τους πάντες: καθηγητές πανεπιστημίου, πολιτικούς, καταζητούμενους, καλλιτέχνες και εργάτες. Όποιος έρχεται παθαίνει πλάκα. Οι Αθηναίοι λένε “δεν έχουμε κάτι τέτοιο στην Αθήνα”, οι νησιώτες “δεν έχουμε κάτι τέτοιο στο νησί μας”».
Για μια πενταετία συμμετείχε ενεργά στη λειτουργία της και από τον Σεπτέμβριο της περασμένης χρονιάς επέστρεψε, όπως λέει χαριτολογώντας, «κατόπιν γενικής απαίτησης του λαού». Θα τον βρείτε να σερβίρει με μαεστρία ανάμεσα στα στενά τραπέζια.
Για τον ίδιο, το μυστικό βρίσκεται στον ίδιο τον χώρο. Είναι στενός, σχεδόν ασφυκτικός. Κι όμως, ακριβώς γι’ αυτό φέρνει τους ανθρώπους κοντά.
«Στα άλλα μαγαζιά υπάρχει απόσταση για να μην ακούει ο ένας τον άλλον. Εδώ οι μισοί φεύγουν παντρεμένοι. Γίνονται τρελά πράγματα».
Ο Χρήστος συμπληρώνει: «Δεν υπάρχει μενού, γιατί δεν υπάρχει μαγαζί. Είμαστε Σύλλογος Φίλων Δόμνας. Πληρώνεις τη συμμετοχή σου στο σύλλογο και αυτός σου βγάζει φαγητό και ποτό. Και αυτά που θα φας τα παραγγέλνουμε και τα φτιάχνουμε την ίδια μέρα».
Ο Χρήστος αναφέρει και μια ιστορία που έχει περάσει σχεδόν στη σφαίρα του θρύλου. Ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος συνήθιζε να ανεβαίνει από την Αθήνα μαζί με τον Μάνο Λοΐζο και, σύμφωνα με τις αφηγήσεις της οικογένειας, στη Δόμνα γνώρισε τη γυναίκα του.
Χρήστος Κουτσός: Ο άνθρωπος πίσω από τα μηνύματα της Δόμνας
Ο Χρήστος Κουτσός είναι από τους ανθρώπους που φροντίζουν να γεμίζουν τα τραπέζια της Δόμνας. Πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, έχει αναλάβει κάτι που θυμίζει περισσότερο οργανωμένη επιχείρηση επικοινωνίας.
Κάθε μήνα στέλνει από ένα Nokia του 2003, χιλιάδες μηνύματα στους φίλους του συλλόγου. Όχι τυχαία, αλλά βάσει ενός συστήματος που έχει αναπτύξει ο ίδιος.
«Υπάρχει στρατηγική», λέει. «Σημειώνεις ποιοι ήρθαν, ποιοι προτιμούν Σάββατο, ποιοι καθημερινές».
Η σχέση του με τη Δόμνα ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν. Πρωτοβρέθηκε εκεί ως φοιτητής, το 1974, στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.
«Ήταν ένα από τα στέκια μας. Υπήρχε μια αίσθηση ελευθερίας. Τραγουδούσαμε, συζητούσαμε. Τον χώρο τον κάνουν οι παρέες. Αλλά όταν έχουν περάσει από εδώ τόσες μεγάλες φυσιογνωμίες, αυτό αφήνει ένα αποτύπωμα».
Όταν το 2018 αναβίωσαν τα περίφημα «Δέκα Μπουζούκια της Δόμνας», βρέθηκε ξανά ανάμεσα στους παλιούς φίλους και τις νέες παρέες. Από τότε παραμένει ένας από τους ανθρώπους που κρατούν ζωντανό το δίκτυο και τη μνήμη του χώρου.
«Αν ο χώρος δεν είναι ιστορικός, δεν μπορείς να κάνεις το πρόγραμμα. Έχει μια άλλη βαρύτητα να κάνεις αφιέρωμα στον Μίκη εδώ, όταν έχει περάσει ο ίδιος από την ταβέρνα.
»Θα παίξουμε το καλό ελληνικό διαχρονικό τραγούδι. Αυτά τα τραγούδια μπορεί να είναι και αντιεμπορικά, οπότε δε λειτουργούν αλλού. Έχουμε από φοιτητές μέχρι 80αρηδες. Υπάρχει ένα γεφύρωμα τραγουδιών και γενεών. Όλη η βραδιά είναι ένα δρώμενο».
Γιάννης Γαληνούδης: Ένα από τα μπουζούκια της Δόμνας
Ο Γιάννης Γαληνούδης γνώρισε τη Δόμνα ως φοιτητής και για περισσότερο από μια δεκαετία, αποτελεί ένα από τα μπουζούκια του μαγαζιού. Ωστόσο, η σχέση του με τη μουσική έχει ενδιαφέρον.
Από το 2002 συμμετέχει στις μουσικές βραδιές της Δόμνας, και δεν έχει παίξει πουθενά αλλού.
«Δεν το κάνω επαγγελματικά. Κάνω το κέφι μου. Και αισθάνομαι τυχερός που αποτελώ μέρος αυτής της μουσικής παρέας».
Θυμάται ότι στα χρόνια του Τάκη Νικολαΐδη οι περισσότεροι θαμώνες ήταν σταθεροί.
«Υπήρχε μεγάλη συμμετοχή, αλλά και κάτι πιο κατανυκτικό. Ήταν μια διαφορετική εποχή».
Ανάμεσα στα ονόματα που θυμάται να πέρασαν από τη Δόμνα είναι η Μελίνα Μερκούρη, ο Κώστας Καζάκος και η Τζένη Καρέζη.
Τα τελευταία χρόνια η φήμη της Δόμνας έχει εξαπλωθεί πολύ περισσότερο. Αυτό, κατά τη γνώμη του, έχει και θετικά και αρνητικά.
«Δεν είναι όλοι κατάλληλοι για τη Δόμνα», λέει χωρίς περιστροφές. «Το κλίμα το δημιουργούν οι θαμώνες».
ΤΑ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η πολιτική διάσταση του χώρου είναι επίσης μέρος της μνήμης της ταβέρνας. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η Δόμνα ήταν αντιδικτατορικό στέκι.
«Όταν ο πατέρας μου έβλεπε κάποιον ύποπτο να μπαίνει μέσα, έβαζε πάνω στο τραπέζι μια ασφάλεια και ένα καρφί. Ήταν ο τρόπος του να ειδοποιήσει τους θαμώνες ότι μπορεί να υπάρχει ασφαλίτης ή χαφιές στο μαγαζί», αφηγείται ο Χρήστος.
Ο λαϊκός μύθος λέει ότι ο τέως πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, είχε επισκεφθεί τη Δόμνα. Τα μπουζούκια του μαγαζιού μνημονεύουν ότι τραγουδούσε το «Μην κλαις», της Σωτηρίας Μπέλλου.
Η συζήτηση μας φεύγει από το μαγαζί και κατευθύνεται στην παραδοξότητα. Πώς ένας κόσμος που προέρχεται από έναν άλλο πολιτικό χώρο, σμίγει με ένα μαγαζί και μια παράδοση ξένη προς αυτόν;
«Ο μακαρίτης ο Νικολαϊδης ήταν αριστερός. Παρότι αμόρφωτος, είχε το χάρισμα να επικοινωνεί και να έχει καλές σχέσεις με όλο τον κόσμο. Κατόρθωσε μέσα στη χούντα το μαγαζί του να λειτουργεί, παρόλο που ήταν στοχοποιημένο. Φρόντισε και το κράτησε. Σήμερα πλέον έρχονται οι πάντες. Δεν κοιτάνε πεποιθήσεις», αφηγείται ο Γαληνούδης.
«Άλλο τι φαίνεσαι, άλλο τι είσαι και άλλο τι ψηφίζεις. Εγώ μπορεί να παρουσιαστώ με το προφίλ ενός κόμματος, για να είμαι αποδεκτός και να ψηφίζω αυτό που με συμφέρει. Πολλές φορές στα χωριά που είναι λίγοι, προδίδονται.
»Οι καλλιτέχνες ωστόσο έχουν τον τρόπο να μιλάνε σε όλους τους πολιτικούς. Η τέχνη δεν είναι εχθρική, αλλά απέναντι στην εξουσία. Δεν τη μισούμε την εξουσία, της θυμίζουμε τις παραλείψεις της», λέει ο Χρήστος Κουτσός και συμπληρώνει:
Αν ξέρεις την ιστορία ενός τραγουδιού, θα πρέπει να ρωτήσεις τον εαυτό σου: Σου αρέσει; Αν είσαι γνώστης των πραγμάτων, έχεις επιλογές. Αν δεν είσαι γνώστης τότε μπορείς να το τραγουδάς και να μην έχεις κανένα θέμα».
Όταν είχα μαγαζί, τραγουδιστής που δεν ήξερε ποιος έγραψε τους στίχους και ποιος τους μελοποίησε, δεν δεχόμουν να τραγουδήσει. Δεν γίνεται. Δεν είμαστε εδώ για να παραδώσουμε σεμινάριο. Αλλά συχνά, όταν παίζεις, οφείλεις να επισημάνεις στοιχεία σχετικά με κάποια κομμάτια.
Για παράδειγμα, δεν μπορείς να παίξεις το Μέρα Μαγιού σε ένα ποτ πουρί. Ποτέ! Πρέπει να πεις για την απεργία των καπνεργατών, να πεις για τον Ρίτσο και την φωτογραφία με τον νεκρό.
Αν ένας γυρίσει σπίτι του και ψάξει την ιστορία γύρω από ένα κομμάτι, αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος της Δόμνας».