H αλήθεια που κανείς δεν θέλει να ξέρει

Διαβάζεται σε 5'
Σκουπιδότοπος στην Κένυα
Σκουπιδότοπος στην Κένυα AP Photo/Brian Inganga

Μια στιβαρή δημοσιογραφική έρευνα αποκαλύπτει όσα όλοι και ειδικώς όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως “Ευρωπαίοι Πράσινοι”, δεν θέλουν να ξέρουν.

Στοιχηματίζω πως όλοι, είτε παρακολουθούμε τις ειδήσεις σποραδικά είτε συστηματικά, κάνουμε ακριβώς την ίδια σκέψη όταν διαβάζουμε για κάποια φωτιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης ή για ό,τι σχετίζεται με τα σκουπίδια τέλος πάντων: «Κάτι άλλο συμβαίνει». Όλοι έχουμε ακούσει τα περί «μαφίας των σκουπιδιών», άλλωστε. Η φράση έχει γίνει ειδησεογραφικό κλισέ.

Κι όμως, ακόμα κι αυτό το κλισέ ωχριά μπροστά στην πραγματικότητα που αποκαλύπτει το βιβλίο του δημοσιογράφου Αλεξάντερ Κλαπ «Ο Πόλεμος των Σκουπιδιών» (ΔΩΜΑ).

Το βιβλίο που έχω διαβάσει ολόκληρο τρεις φορές με άφησε σύξυλη. Υποπτεύομαι μάλιστα ότι έτσι εξηγείται το ότι στην Ελλάδα έχουμε διαβάσει τόσο λίγα γι αυτό. Είναι μάλλον δυσάρεστο να παρουσιάσεις μια τεκμηριωμένη δημοσιογραφική έρευνα για όσα θα προτιμούσαμε να μην ξέρουμε απολύτως τίποτα, ειδικά όσοι αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Ευρωπαίοι «Πράσινοι» και να αρκούμαστε, απλώς, στις γενικότητες «περί μαφίας των σκουπιδιών».

Γιατί, βλέπετε, το βιβλίο του Κλαπ δεν αφορά τη δράση της Μαφίας γύρω από τα σκουπίδια αλλά τις πρακτικές οργανωμένων, δημοκρατικών, δυτικών κρατών που επαίρονται για τις περιβαλλοντικές τους ευαισθησίες και ειδικότερα για τις επιδόσεις τους στην ανακύκλωση, για να πληροφορηθούμε ότι «ανακύκλωση» δεν είναι τίποτε άλλο από την αποστολή των σκουπιδιών στις φτωχές χώρες του πλανήτη.

«Ο Πόλεμος των Σκουπιδιών» περιγράφει τις συνέπειες ενός παγκοσμιοποιημένου, καπιταλιστικού μοντέλου που βαφτίζει «ανάπτυξη» τη διαρκή, ανορθολογική κατανάλωση. Παράγουμε προϊόντα άχρηστα μέχρι αηδίας. Και όταν αυτά καταλήξουν στα σκουπίδια, όταν δηλαδή γίνουν πρόβλημα για τις κοινωνίες που τα καταναλώνουν, η λύση είναι μία: η εξαγωγή. Το πρόβλημα απλώς μεταφέρεται στις φτωχές χώρες της Ασίας και της Αφρικής.

Το υλικό που έχει συγκεντρώσει ταξιδεύοντας ο ίδιος στις πιο απίθανες περιοχές του κόσμου – ή μάλλον πιο σωστά: ταξιδεύοντας στους πιο απομακρυσμένους σκουπιδότοπους του πλανήτη- και όχι μελετώντας απλώς τη βιβλιογραφία (αν και τη γνωρίζει κι αυτή καλά) το έχει οργανώσει ζηλευτά κι ας εξομολογηθώ ότι ο λόγος που το διάβασα και μια τρίτη φορά ήταν καθαρά από «επαγγελματική διαστροφή»: ήθελα να μελετήσω την τεχνική στην οργάνωση ενός αχανούς θέματος από έναν άνθρωπο διαβασμένο και επίμονο που έχει σπουδάσει Αρχαία Ελληνική και Λατινική Γραμματεία. Αυτό, το τελευταίο, δεν το αναφέρω μόνο ως ένα εντυπωσιακό στοιχείο του βιογραφικού του.

Ο Κλαπ έχει υιοθετήσει την αφηγηματική τεχνική του Ηροδότου και του Πλουτάρχου: Στους σταθμούς της αποστολής του στους σκουπιδότοπους του πλανήτη, πιάνει το νήμα της ιστορίας από ένα συγκεκριμένο «απλό, καθημερινό άνθρωπο» που η ζωή του έχει επηρεαστεί από «τον πόλεμο των σκουπιδιών» και αφηγούμενος τη δική του εμπειρία, ξεδιπλώνει τον ιστό της παγκοσμιοποιημένης πολιτικής και οικονομίας.

Ξεκινώντας από τον Τούρκο αγρότη Ιζεντίν Ακμάν, περνάει στη Γουατεμάλα και στην ακτιβίστρια Λίλιαν Βάσκες ντε Γκουσμάν. Η συνάντησή τους μου θύμισε μια από τις πολλές εμβληματικές σκηνές από το «Επάγγελμα Ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι.

Στη συνέχεια αφηγείται την ιστορία του Ελβετολιβανέζου τυχοδιώκτη Αρνολντ Αντρέας Κύνστλερ που σε μια εποχή που άλλοι στην Αφρική κυνηγούσαν διαμάντια, εκείνος μεσολαβούσε για τη δημιουργία σκουπιδότοπων στις χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Αφρικής με αντάλλαγμα κάποια «επενδυτικά πακέτα».

Κανείς μας δεν γνωρίζει την ύπαρξη του Αγκμπογκμπλόσι. Κι όμως εκεί, μπορεί να βρίσκεται κάποιο από τα παλιά μας κινητά τηλέφωνα.

Πλαστικά, χημικά, λυματολάσπες, παλιοσίδερα, ζουν στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη. Δεν χρειάζεται καν να κοιτάξουμε μακριά: η γειτονική μας Τουρκία αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αποδέκτες δυτικών σκουπιδιών.

Η κριτική για το βιβλίο του Κλαπ που είχα διαβάσει τον Μάρτιο του 2025 στον Economist (εκεί πληροφορήθηκα για πρώτη φορά την ύπαρξη του βιβλίου) επισημαίνει ως αρνητικό του την επιείκεια του συγγραφέα απέναντι στην Κίνα (σε αυτό συμφωνώ απολύτως, η Κίνα είναι μέρος του προβλήματος όχι θύμα) και ισχυρίζεται ότι το βιβλίο δείχνει να ενστερνίζεται, υπαινικτικά, το αίτημα των αριστερών οικολογικών κινημάτων για αποανάπτυξη/απομεγέθυνση, γιατί στο τέλος της ημέρας χάρις σε αυτές τις δουλειές οι λαοί στις αναπτυσσόμενες χώρες βγαίνουν από τη φτώχεια.

Ας γελάσω. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι ο περιορισμός της κατανάλωσης είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη σωτηρία του πλανήτη, εφόσον την επιθυμούμε στ’ αλήθεια.

Είναι αλήθεια ότι ο Κλαπ αποφεύγει να περάσει «στο δια ταύτα», δηλαδή να προτείνει λύσεις. Μόνο που αυτή δεν είναι δουλειά του δημοσιογράφου/ερευνητή αλλά των πολιτικών και κυρίως των πολιτών που τους εκλέγουν.

Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο, διαπίστωσα πως αυτό το μοτίβο της διαρκούς, άσκοπης παραγωγής δεν σταματά στα υλικά απορρίμματα. Διακρίνω τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό στην παραγωγή και τη διασπορά της εν πολλοίς άχρηστης πληροφορίας που μας σερβίρεται καθημερινά ως είδηση. Οι λέξεις και οι εικόνες που παράγουν πλέον σωρηδόν οι ψηφιακές μηχανές χτίζουν τις δικές τους χωματερές. Χωματερές απόψεων που διεκδικούν τον ρόλο των ιδεών, δημιουργώντας μια παράλληλη, εικονική πραγματικότητα: δείχνει δραστήρια και ζωντανή, μα παραμένει ακίνητη σαν βάλτος. Όπως ακριβώς και οι πραγματικοί σκουπιδότοποι.

Τελικά, από το βιβλίο κι από όλες τις ερωτήσεις που θέτουν στον Κλαπ ορισμένοι από τους συνομιλητές του στην προσπάθειά τους να εκλογικεύσουν την παράνομη δράση τους, μένει αυτή που του έκανε η ακτιβίστρια Λίλιαν Βάσκες ντε Γκουσμάν. Αναφερόμενη σε όσους επιχείρησαν να καταστρέψουν τη χώρα της, τον ρώτησε: «Εσείς, δεν θα προσπαθούσατε να τους σταματήσετε;».

Σε αυτή την ερώτηση, σήμερα, κανείς μας δεν μπορεί να απαντήσει με ειλικρίνεια.

Να το διαβάσετε.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα