ΦΑΓΑΜΕ ΠΡΟΒΑΤΙΝΑ ΣΤΟ ΑΝΗΛΙΟ: ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΝΤΡΙ ΣΤΗ ΣΧΑΡΑ
Ένα ζευγάρι Βλάχων, έβαλε πριν δεκαετίες στο Ανήλιο τα πρόβεια παϊδάκια στο πιάτο των κατοίκων. Σήμερα, είναι η μοναδική οικογένεια στην περιοχή, που εκτρέφει και σερβίρει το δικό της κρέας.
«Τα ζώα έχουν τόσο καθαρό μυαλό, αλλά δεν έχουν φωνή να μιλήσουν. Και να σου πω κάτι; Ζώο στην ομίχλη δεν χάνεται. Ο άνθρωπος χάνεται».
Η σχέση της Ιωάννας Παΐλα με τα πρόβατα δεν είναι επαγγελματική. Είναι προσωπική.
Μαζί με το σύζυγό της, Κώστα Καραμιχάλη, εδώ και 20 χρόνια ταΐζουν τους επισκέπτες στο ηπειρωτικό Ανήλιο, με τα ζώα που μεγαλώνουν και επιλέγουν οι ίδιοι. Όσο δύσκολο κι αν είναι αυτο σήμερα.
Η ιστορία ξεκινά το 1987, λίγο μετά τον γάμο της με τον Κώστα Καραμιχάλη. Εκείνος ήταν ξυλουργός, όπως πολλοί Μετσοβίτες της εποχής. Οι θείοι του ήταν χασάπηδες και οι δυο τους αποφάσισαν να ανοίξουν το πρώτο οργανωμένο κρεοπωλείο στο Ανήλιο.
Σκαρφαλωμένο σε υψόμετρο περίπου 1.050 μέτρων στις πλαγιές της Πίνδου, απέναντι από το Μέτσοβο, το Ανήλιο αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα βλαχοχώρια της Ηπείρου. Χτισμένο μέσα σε πυκνά δάση οξιάς και μαύρης πεύκης, τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε προορισμό για όλες τις εποχές, χάρη στο χιονοδρομικό κέντρο Ανηλίου, τα μονοπάτια της Πίνδου και την κτηνοτροφική του παράδοση.
Ο ΧΑΣΑΠΗΣ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΟΥ
«Τότε δεν υπήρχε κρεοπωλείο. Οι ταβέρνες έφερναν λίγο κρέας για τον λογαριασμό τους και κρατούσαν παραγγελίες. Αν ζητούσες ένα κιλό, μπορεί να έπαιρνες εξακόσια γραμμάρια γιατί δεν έφτανε για όλους».
Το 1988 ανοίγει το κατάστημα. Οι χωριανοί γνωρίζουν για πρώτη φορά κοπές κρέατος που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες.
«Μάθαμε τον κόσμο να τρώει μπριζόλα, κιμά, κοτόπουλο, αλλαντικά. Μέχρι τότε έκοβαν το κρέας με το τσεκούρι. Δεν υπήρχε ούτε πώληση με το κιλό».
Ο Κώστας αποκτά γρήγορα ένα παρατσούκλι που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα.
«Όταν έλεγαν οι γυναίκες “πάω στον Χασάπη”, όλοι ήξεραν ποιον εννοούσαν. Ήταν ένας».
Η μεγάλη ανατροπή όμως ήρθε με την προβατίνα.
Μέχρι τότε το πρόβειο κρέας μαγειρευόταν κυρίως στην κατσαρόλα. Τα παϊδάκια τα κρατούσαν για το σπίτι τους.
Ώσπου μια μέρα τηλεφώνησε ο Γιώργος Δέλφας, από τις πρώτες ταβέρνες του χωριού.
«Στείλε μου παϊδάκια, ήρθε κόσμος», λέει στην Ιωάννα.
«Δεν έχω αρνί», απαντά. «Και τι να τους δώσω;» συλλογίζεται προβληματισμένος ο Δέλφας.
«Βάλτους πρόβατο. Αν δεν τους αρέσει, ας μην πληρώσουν», απαντούν ο Κώστας και η Ιωάννα.
Η δοκιμή πέτυχε και σύντομα η προβατίνα έγινε σήμα κατατεθέν του Ανηλίου.
«ΚΑΘΕ ΠΡΟΒΑΤΙΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ»
Η Ιωάννα θυμάται ακόμη τα χαρακτηριστικά κάθε ζώου, τις ιδιοτροπίες του, τον τρόπο που περπατούσε ή κοιτούσε.
«Κάθε προβατίνα έχει το δικό της χαρακτηριστικό. Το βλέμμα, το περπάτημα. Τις είχα βαφτίσει όλες με ονόματα γυναικών από το χωριό. Η μία ήταν αδύνατη σαν μια κυρία, η άλλη ήταν περήφανη, η άλλη περπατούσε και κοιτούσε πίσω της».
Αυτή η σχέση με την πρώτη ύλη εξηγεί και γιατί σήμερα η οικογένεια επιμένει να σερβίρει αποκλειστικά τα δικά της ζώα.
Η ποιότητα ήταν αδιαπραγμάτευτη. «Τα ταΐζαμε μόνο καλαμπόκι και τριφύλλι. Δεν δίναμε ποτέ ζώο που μόλις είχαμε αγοράσει. Δεν εμπιστευόμασταν τι είχε φάει πριν».
Ο Κώστας Καραμιχάλης μεγάλωσε με τα ζώα. Ο πατέρας του ήταν κτηνοτρόφος και ο ίδιος λέει πως από μικρός ήθελε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
«Ήθελα να ασχοληθώ με τα ζώα. Χωρίς άγχος, δεν έχεις να κάνεις με κόσμο. Τα ζώα δεν μιλάνε κιόλας», λέει γελώντας.
Αργότερα έγινε χασάπης. Ήταν εκείνος που διάλεγε τα ζώα που θα αγόραζαν για το κρεοπωλείο και εκείνος που τα έσφαζε. Θυμάται πως κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άρχισε να αλλάζει και η θέση της προβατίνας στο τραπέζι.
Σήμερα, λέει, συναντά πελάτες που ζητούν πρόβεια παϊδάκια χωρίς να γνωρίζουν καλά καλά τι είναι αυτό που τρώνε.
«Μερικοί δεν ξέρουν ποιο είναι το αρνί και ποιο το πρόβατο. Νομίζουν ότι είναι διαφορετικό γένος. Έχει χαθεί και το επάγγελμα του χασάπη. Ο κόσμος θέλει πακεταρισμένα, κοτόπουλο και χοιρινό».
Η ΕΠΙΜΟΝΗ ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ
Με τα χρόνια, οι συνήθειες άλλαξαν. Τα μικρά κρεοπωλεία έχασαν τη μάχη απέναντι στα σούπερ μάρκετ.
«Ο κόσμος άρχισε να ψάχνει το πιο φθηνό και το πιο πακεταρισμένο. Οι νοικοκυρές που έβραζαν πρόβατο και γίδα έφυγαν. Έμειναν μόνο τα παϊδάκια».
Η οικογένεια στράφηκε στην εστίαση. Αρχικά άνοιξε ένα μικρό γυράδικο με τρία τραπέζια και, το 2014, η σημερινή ταβέρνα πήρε τη μορφή που έχει σήμερα.
Παράλληλα, οι δύο γιοι αποφάσισαν να επιστρέψουν στην κτηνοτροφία. Το 2012, μέσα στην οικονομική κρίση, ο μικρότερος ξεκίνησε με 40 πρόβατα. Μέσα σε λίγους μήνες το κοπάδι μεγάλωσε θεαματικά.
«Έφτασε από τα 40 πρόβατα το χειμώνα, στα 400 την επόμενη άνοιξη. Πήγαινε μέσα στα χιόνια με τα πόδια και κουβαλούσε τα γάλατα στην πλάτη, γιατί δεν περνούσε αυτοκίνητο».
Αργότερα οι δύο αδελφοί δημιούργησαν τη δική τους μονάδα στην Οιχαλία Τρικάλων. Σήμερα η ταβέρνα αγοράζει αποκλειστικά από αυτούς.
Η ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΖΩΩΝ
Για τον Κώστα και την Ιωάννα, πίσω από το κομμάτι κρέας υπάρχει πάντα ένα συγκεκριμένο ζώο.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση μιας ζωής αφιερωμένης στην κτηνοτροφία: μπορείς να γνωρίζεις ένα ζώο, να το φροντίζεις, να αναγνωρίζεις το βλέμμα και τον χαρακτήρα του και, ταυτόχρονα, να γνωρίζεις ότι κάποια στιγμή θα οδηγηθεί στη σφαγή.
Ο Κώστας και η Ιωάννα δεν βλέπουν καμία αντίφαση, και κάνουν μια σαφή διαπίστωση.
«Η συνέχεια του ζώου είναι το σφάξιμο. Έρχονται άλλα, κάνει τον κύκλο του. Γιατί να αφήσεις ένα ζώο να ταλαιπωρηθεί στα βαθιά γεράματα; Το ζώο πρέπει να είναι υγιές. Δεν έχει μιλιά να σου πει ότι πονά. Και είναι παραγωγή, είναι επάγγελμα. Δεν είναι κατοικίδιο».
Μια καλή προβατίνα, λέει, μπορεί σήμερα να κοστίζει ακόμη και 500 ευρώ.
Όμως η αξία της για έναν άνθρωπο που έζησε δίπλα στα κοπάδια δεν μετριέται μόνο σε κιλά κρέατος ή σε χρήματα.
Μετριέται προτίστως σε χρόνο. Οι άνθρωποι αυτοί είναι συνδεδεμένοι με τα πρόβατά τους.
Και κάπως έτσι, μέσα από τον κόπο και τη σύνδεση, δημιούργησαν παράδοση, πολιτισμό και αργότερα ένα τουριστικό προϊόν.