ΟΛΓΑ ΔΕΪΚΟΥ / ERGON FOODS

ΜΟΔΙΑΝΟ: Η ΤΡΙΤΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Το στοίχημα της νέας Μοδιάνο είναι να επαναφέρει στον χώρο τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικής αγοράς – ενός τόπου συνάντησης και καθημερινής ζωής. Πώς σχεδιάστηκε και ποιες επιλογές έγιναν για να το πετύχει.

Έχουμε την ανάγκη να καταναλώνουμε εμπειρίες. 

Και όλο και συχνότερα αναζητάμε εμπειρίες που μας είναι οικείες: χώρους, εικόνες, υλικά και αντικείμενα που μοιάζουν να κουβαλούν μια ιστορία, ακόμη κι αν οι ίδιοι δεν τις έχουμε ζήσει.

Κάπου εκεί βρίσκεται και η νοσταλγία. Όχι απαραίτητα ως μια επιθυμία επιστροφής σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, αλλά ως αναζήτηση του οικείου και του «αληθινού» σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα μπορούν να παραχθούν γρήγορα και μαζικά.

Το παρελθόν έχει, άλλωστε, ένα πλεονέκτημα. Έχει υποστεί το ξεσκαρτάρισμα της μνήμης. 

Η προηγούμενη εικόνα της αγοράς είχε δεχτεί κριτική σε τρία βασικά επίπεδα: για τις τιμές της, για την αίσθηση ενός «κρύου» χώρου και για προβλήματα ψύξης και θέρμανσης.

Μέσα από την αποτίμηση της λειτουργίας της αγοράς πριν κλείσει, οι σχεδιαστές οδηγήθηκαν στην απόφαση ότι η νέα Μοδιάνο έπρεπε να αποκτήσει περισσότερο την αίσθηση μιας παραδοσιακής αγοράς και λιγότερο εκείνη ενός «cool supermarket» ή ενός mall.

Αυτό όμως γεννούσε ένα πρόβλημα: Πώς κατασκευάζεις το «παλιό» χωρίς να δημιουργήσεις σκηνικό;

Η περίπτωση της Αγοράς Μοδιάνο στη Θεσσαλονίκη είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα πάνω ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία.

Η ιστορία της Μοδιάνο και το νέο στοίχημα

Στα αρχικά σχέδια του Ελί Μοδιάνο, συνταγμένα στα γαλλικά, το κτίριο φέρει τον τίτλο Bazar Central Salonique. Δίπλα, με ελληνικά γράμματα: Αγορά Κεντρική Θεσσαλονίκης.

Η Μοδιάνο έχει ζήσει τρεις διαφορετικές ζωές. Από την ακμή της ιστορικής αγοράς του κέντρου, στη σταδιακή παρακμή και την εγκατάλειψη, μέχρι την αναγκαία αποκατάσταση και την πολυαναμενόμενη επαναλειτουργία της το 2022.

Η αποκατάσταση της αρχιτέκτονα Μόρφω Παπανικολάου έσωσε το κτίριο, όχι όμως και το μοντέλο λειτουργίας του. Η Μοδιάνο δεν κατάφερε να εδραιωθεί, καταστήματα έκλεισαν και, λιγότερο από τρία χρόνια αργότερα, η αγορά κατέβασε ξανά ρολά.

Η νέα Αγορά Μοδιάνο σχεδιάστηκε με φορέα έργου την ERGON Foods και βασικό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό από το ERGON Atelier, το οποίο ανέλαβε τόσο την αρχιτεκτονική μελέτη όσο και τον σχεδιασμό των εσωτερικών χώρων και του φωτισμού. Η γραφιστική ταυτότητα διαμορφώθηκε σε συνεργασία με τη Boo Republic, ενώ την κατασκευή και τη διαχείρισή της ανέλαβε η Directeam. 

Στη δεύτερη ζωή της ανακαινισμένης Μοδιάνο, το στοίχημα άλλαξε. Δεν αρκούσε να γεμίσει ξανά με καταστήματα. Έπρεπε να ξαναγίνει αγορά.

Από τη φιλοσοφία στην πράξη

ΟΛΓΑ ΔΕΪΚΟΥ / ERGON FOODS

Μπαίνοντας σήμερα στην Αγορά Μοδιάνο, ένα από τα πρώτα πράγματα που παρατηρεί κανείς είναι ότι δύσκολα διακρίνει πού τελειώνει το παλιό και πού αρχίζει το καινούριο.

Η βασική φιλοσοφία, όπως την περιγράφει στο NEWS 24/7 ο Μάριος Γεωρνταμιλής, από την ομάδα του Boo Republic, ήταν «να τιμήσουμε αυτό που είναι πραγματικά η αγορά για τη Θεσσαλονίκη».

«Έπρεπε να σεβαστούμε αυτό που είναι: μια αγορά της πόλης και του κόσμου της. Να αντιμετωπιστεί πραγματικά ως ένας τόπος συνάντησης, λιανικού εμπορίου και υγειονομικού ενδιαφέροντος, με μαγαζιά, όπως ήταν παλιά.

Αυτό απαιτούσε να γίνει μια πολύ βαθιά μελέτη και κατανόηση εποχών κατά τις οποίες εμείς δεν ήμασταν καν παιδιά ή τις οποίες θυμόμαστε μόνο μέσα από φωτογραφίες, από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας. Έπρεπε να καταλάβουμε ποιες ήταν οι ανάγκες που οδήγησαν τότε σε εκείνες τις λύσεις οπτικής επικοινωνίας.

Μελετήσαμε όλο το background και όλες τις φάσεις. Δεν σταματήσαμε χρονολογικά στο 1950 ή στο 1960. Πήγαμε και στο 1970, πήγαμε και στο 1980. Εξετάσαμε πώς μετασχηματίστηκε τότε η εμπορική επικοινωνία, όταν άρχισαν να εμφανίζονται οι αυτόφωτες επιγραφές»

Οι επιγραφές και η μελέτη του παρελθόντος

ΟΛΓΑ ΔΕΪΚΟΥ / ERGON FOODS

Η ίδια λογική ακολουθήθηκε στις επιγραφές. Θα ήταν πολύ ευκολότερο να σχεδιαστούν στον υπολογιστή και να τυπωθούν.

Αντί γι’ αυτό, πολλές βάφτηκαν στο χέρι, με στένσιλ, επάνω σε ξύλινες επιφάνειες, ενώ σε αρκετές εφαρμόστηκε τεχνητή παλαίωση, επίσης στο χέρι.

Η επιλογή δεν έγινε απλώς για να φαίνονται «vintage». Έπρεπε οι επιφάνειες να μπορούν να αγγιχθούν, να αποκτήσουν σημάδια, να γίνουν ανθρώπινες.

«Δεν θέλαμε ο άνθρωπος να μπαίνει σε έναν χώρο καθαρό, που να θυμίζει αεροδρόμιο», εξηγεί ο Μάριος Γεωρνταμιλής.

Το ανθρώπινο στοιχείο έπρεπε να φαίνεται ακόμη και στην ατέλεια.

Για να φτάσουν σε αυτήν την εικόνα, οι σχεδιαστές δεν αναζήτησαν απλώς παλιές φωτογραφίες για αισθητική έμπνευση. Προσπάθησαν να καταλάβουν γιατί οι χώροι εκείνων των δεκαετιών έμοιαζαν όπως έμοιαζαν.

Γιατί, για παράδειγμα, μια τιμή στο κρεοπωλείο κρεμόταν κάποτε από ένα τσιγκέλι;

Όχι επειδή κάποιος σχεδιαστής είχε αποφασίσει ότι ήταν όμορφο, αλλά επειδή υπήρχε πραγματική ανάγκη. Μπροστά από ψυγεία και ανάμεσα σε πολύ κόσμο, η πληροφορία έπρεπε να βρίσκεται σε ένα σημείο όπου θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή.

Γιατί μια επιγραφή ήταν ζωγραφισμένη επάνω σε ξύλο; Επειδή υπήρχε ξυλεία και χρώμα. Δεν υπήρχε plotter.

Γιατί εμφανίζονταν πλακάκια στις επιγραφές;

Επειδή πολλές φορές ήταν απλώς τα πλακάκια που είχαν περισσέψει από το ίδιο το κατάστημα.

Η αναφορά στο παρελθόν, λοιπόν, δεν επιχειρήθηκε ως αντιγραφή της μορφής αλλά ως κατανόηση της διαδικασίας που τη δημιούργησε.

Οι γραμματοσειρές της Θεσσαλονίκης

ΟΛΓΑ ΔΕΪΚΟΥ / ERGON FOODS

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα βρίσκεται στα γράμματα που βλέπει ο επισκέπτης γύρω του στην Αγορά.

Οι γραμματοσειρές πολλών καταστημάτων της Μοδιάνο δεν αγοράστηκαν από κάποια ψηφιακή βιβλιοθήκη. Η ομάδα αναζήτησε παλιές επιγραφές της Θεσσαλονίκης, τις φωτογράφισε και άρχισε να ψηφιοποιεί τα γράμματα.

Από το διαθέσιμο υλικό δημιουργήθηκε το ελληνικό αλφάβητο και στη συνέχεια συμπληρώθηκαν χαρακτήρες που δεν υπήρχαν στις αρχικές επιγραφές: το αγγλικό αλφάβητο, σημεία στίξης και σύμβολα που απαιτούνται πλέον στη σύγχρονη επικοινωνία.

Έτσι προέκυψαν custom γραμματοσειρές αποκλειστικά για τη Μοδιάνο.

Το Αρτιζανάλ με τα τυριά και τα αλλαντικά έχει τη δική του, το Σαν Φρανσίσκο με τα μπέργκερ τη δική του, το καφενείο Belle Amie διαφορετική, όπως και η Φάρμα Κοζάνης.

Η γραμματοσειρά γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από γραφιστική επιλογή. Λειτουργεί ως μικρό αρχείο της πόλης.

Η τέχνη του μωσαϊκού και η κατασκευή

Η επιλογή των υλικών ήταν έμπνευση της Ergon, η εκτέλεσε την κατασκευή. Μια πρόκληση που περιγράφουν είναι το μωσαϊκό.

Ο Νίκος Μαλέτσικος, πολιτικός μηχανικός από την ομάδα της Directeam, παρουσιάζει στο NEWS 24/7 το κατασκευαστικό κομμάτι του έργου.

«Το μωσαϊκό είναι ένα υλικό το οποίο δεν το βρίσκεις πλέον. Είχαμε και δυσκολία να βρούμε τους μάστορες που το κάνουν, γιατί είναι πολύ μεγάλης ηλικίας. Αυτή η τέχνη έχει σχεδόν χαθεί. Ήταν παλιοί συνεργάτες, με τα χρόνια εξελίχθηκαν και άρχισαν να κάνουν χυτά δάπεδα εξωτερικού χώρου, τα οποία ακόμη περνάνε σε ξενοδοχεία. Οπότε κράτησαν έτσι την τέχνη τους.

Τα ξυλουργικά, τα οποία επίσης ήταν μια μεγάλη δυσκολία για εμάς λόγω χρόνου, έγιναν με τη βοήθεια πολύ έμπειρων μαραγκών. Έτσι καταφέραμε να πετύχουμε μια αίσθηση παλιού, ένα παλιότερο στιλ στα έπιπλα, ειδικά στις σταθερές κατασκευές. Εμείς πήραμε τις σκέψεις του ατελιέ, τις εικόνες και τα σχέδια, και προσπαθήσαμε μαζί με τον μαραγκό να αποδώσουμε το στοιχείο που ήθελαν να δώσουν, μέσα σε πιεσμένους χρόνους.».

«Γίνονταν όλα ταυτόχρονα. Μελετούσαμε το πώς θα είναι οι χώροι, πώς θα είναι οι ψευδοροφές και πώς θα είναι τα δάπεδα. Δεν υπήρχαν όλα εξαρχής συνολικά σχεδιασμένα. Διαμορφώνονταν στην πορεία», σημειώνει στην ίδια κουβέντα ο Θωμάς Γρηγορόπουλος, πολιτικός μηχανικός από την ομάδα της Directeam,

Το layering των ανθρώπων συνήθως έχει αντίκτυπο στην κατασκευή. Γι’ αυτό και η πρόκληση της κατασκευής ήταν να πάρει όλα αυτά τα στοιχεία και να τα υλοποιήσει. Ήταν μια πολύ διαδραστική διαδικασία ανάμεσα στο Ergon, στο atelier και στην κατασκευή».

Το παρελθόν, αφού πρώτα το ξεσκαρτάρεις

ΟΛΓΑ ΔΕΪΚΟΥ / ERGON FOODS

Υπάρχει, βέβαια, μια αντίφαση σε κάθε προσπάθεια επιστροφής στο παρελθόν.

Η πραγματική παλιά Μοδιάνο δεν ήταν μόνο μωσαϊκά, μαρμάρινα τραπέζια και όμορφες χειροποίητες επιγραφές. Πριν κλείσει, η συζήτηση γύρω από την αγορά αφορούσε ακόμη και το αν μπορούσε να διασωθεί. Είχε σημαντικές υγειονομικές, λειτουργικές, αισθητικές και στατικές επιβαρύνσεις.

Η νέα Μοδιάνο, επομένως, δεν επιχειρεί να ανακατασκευάσει την πραγματικότητα της παλιάς. Επιλέγει τι θα θυμηθεί από αυτήν.

«Όταν θυμόμαστε κάτι παλιό, συνήθως δεν θυμόμαστε την κακή στιγμή. Θυμόμαστε μόνο τα καλά», λέει ο Θωμάς Δούζης, συνιδρυτής και CEO της ERGON Foods.

«Προσπαθήσαμε να πάρουμε μια εικόνα μιας χαμένης εποχής. Νομίζω ότι αυτό που αποκομίσαμε σχεδιαστικά ήταν να πάρουμε τα καλά πράγματα της εποχής, αισθητικά. Βγάλαμε τις ψευδοροφές, βγάλαμε τα φτηνά υλικά, βγάλαμε τα πλαστικά που χρησιμοποιούνταν και κρατήσαμε μόνο αυτά που είχαν πραγματική τέχνη: τα μωσαϊκά, τα τορναριστά πόδια, τις μαρμάρινες επιφάνειες.

Κρατήσαμε την τέχνη που ήταν χειροποίητη στον τοίχο. Δεν ήταν ένα print, μια τυπωμένη επιφάνεια ή μια ταπετσαρία. Ήταν μια τεχνοτροπία. Οι άνθρωποι τότε στόλιζαν τα μαγαζιά τους με τέχνη που κάποιος καθόταν και την κατασκεύαζε. Δεν την έκανε απλώς για να ανοίξει αύριο το κατάστημα.

Δεν αναπαράχθηκε, δηλαδή, η παλιά Μοδιάνο. Δημιουργήθηκε μια νέα αγορά χρησιμοποιώντας εκείνα τα στοιχεία του παρελθόντος που ο χρόνος είχε ήδη κάνει οικεία».

Γιατί νοσταλγούμε το παλιό; 

ΟΛΓΑ ΔΕΪΚΟΥ / ERGON FOODS

Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η προσπάθεια να φαίνεται κάτι παλιό μπορεί να μετατραπεί σε καρικατούρα. Η ομάδα το γνώριζε.

Έγιναν δοκιμές, βαψίματα, τριψίματα και νέες παλαιώσεις. Αλλά κάπου έπρεπε να μπει ένα όριο. Γιατί όμως μας αρέσει τόσο πολύ το παλιό; 

«Υπάρχει η οικειότητα. Κάποιος δεν μπορεί ξαφνικά να κατανοήσει, να δεχθεί ή να του αρέσει το ανοξείδωτο και το κορεσμένο χρώμα γραφιστικά. Υπάρχει αυτή η αναβίωση του παρελθόντος. Νομίζω ότι καταναλώσαμε τα τελευταία τρία ή πέντε χρόνια τόσο πολύ AI και τόσο πολύ εύκολο content», προσθέτει το Δούζης. 

«Αυτή τη στιγμή παράγεται content, ταινία, εικόνα, ήχος, γραφιστικά και κείμενα με τεράστια ευκολία. Οπότε νομίζω ότι κάπου αντανακλαστικά είπαμε: “Ώπα. Χρειαζόμαστε λίγο να ξέρουμε, να καταλάβουμε και να νιώσουμε οικεία με το προηγούμενο”.

Την ίδια στιγμή, βέβαια, καταναλώνουμε και το ανοξείδωτο. Οι ίδιοι εμείς έχουμε σχεδιάσει ανοξείδωτα μαγαζιά, για παράδειγμα στην Αθήνα. Δεν είναι ότι το μοντέρνο χάνει την αξία του. Η Αγορά Μοδιάνο είχε απλώς μια συγκεκριμένη σχεδιαστική προσέγγιση, η οποία βασίζεται στη νοσταλγία. Ας αφήσουμε στην άκρη το γιατί η νοσταλγία είναι trend.

Θεωρώ ότι η νοσταλγία και όλη αυτή η αυξημένη ανάγκη γι’ αυτήν είναι ένα βαθύ ανθρώπινο χαρακτηριστικό.

Δεν νομίζω ότι ακολουθήσαμε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Απλώς αναγνωρίσαμε ότι αυτό είναι ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, το οποίο για κάποιο διάστημα ίσως δεν είχε τον τρόπο να εκφραστεί. Και εστιάσαμε εκεί».

Η Μοδιάνο χωρίστηκε έτσι σε ζώνες και διαφορετικές οπτικές γλώσσες, χωρίς να επαναλαμβάνεται παντού η ίδια συνταγή «παλαίωσης».

Η διαφορετικότητα ήταν απαραίτητη, αλλά έπρεπε να ελέγχεται. Διαφορετικά, όπως λένε χαρακτηριστικά οι δημιουργοί της, η πολλαπλότητα μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε «πανηγύρι».

Η ανάγκη για κάτι αληθινό

ΟΛΓΑ ΔΕΪΚΟΥ / ERGON FOODS

Πίσω από όλες αυτές τις επιλογές βρίσκεται τελικά ένα ερώτημα.

Γιατί ένας καινούργιος χώρος που μοιάζει να κουβαλά παρελθόν μάς φαίνεται συχνά περισσότερο οικείος από έναν άψογο, ολοκαίνουργιο χώρο;

Η απάντηση που δίνουν οι δημιουργοί της νέας Μοδιάνο περνά μέσα από τη μνήμη.

Οτιδήποτε συνδέεται με βιώματα, ακόμη και με εκείνοι που δεν είναι πραγματικά δικά μας, αλλά τα γνωρίζουμε από μια παλιά ταινία, ένα περιοδικό ή μια ταμπέλα, γίνεται πιο εύκολα αναγνωρίσιμο και προσβάσιμο.

Η Μοδιάνο φαίνεται ότι προσπάθησε να δημιουργήσει ξανά τις συνθήκες μέσα στις οποίες το παλιό κάποτε υπήρξε.

Γιατί τελικά η πατίνα δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή. Είναι ο χρόνος, η χρήση και οι άνθρωποι που πέρασαν από αυτό και του έδωσαν νόημα και συμβολισμούς.

Info:
Φορέας έργου: ERGON Foods
Αρχιτεκτονική μελέτη: ERGON Atelier
Γραφιστική μελέτη: Boo Republic & ERGON Atelier
Κατασκευή: Directeam

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα