Η ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ ΕΔΩΣΕ ΞΑΝΑ ΦΩΝΗ ΣΤΗ “ΦΟΝΙΣΣΑ” – ΕΙΔΑΜΕ ΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ
Η «Φόνισσα» επέστρεψε στη γενέτειρα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τη Σκιάθο, αυτή τη φορά ως μελόδραμα. Βρεθήκαμε στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας για την πρώτη παρουσίαση της νέας παραγωγής, όπου η συγκλονιστική αφήγηση της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη συνάντησε τη μουσική ιδιοφυΐα του Γιώργου Κουμεντάκη.
«Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον… εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Η βαθιά φωνή της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη άφησε τις τελευταίες λέξεις του Παπαδιαμάντη να αιωρούνται στην ησυχία του αυλόγυρου της Μονής Ευαγγελιστρίας, στη Σκιάθο. Κρατήσαμε την ανάσα μας με τα μάτια κλειστά, τη στιγμή που οι μουσικοί του Ergon Ensemble κατάφεραν να μας κάνουν να ακούμε τον άνεμο και τη θάλασσα – εκεί στο πέρασμα όπου η Φραγκογιαννού άφησε την τελευταία της πνοή.
Βρεθήκαμε στη γενέτειρα του Παπαδιαμάντη για την πρεμιέρα της «Φόνισσας» ως μελοδράματος, τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου. Η συγκλονιστική Καρυοφυλλιά Καραμπέτη διάβασε αποσπάσματα του έργου με τη συνοδεία των μουσικών του Ergon Ensemble, σε μια παράσταση που κράτησε κάτι λιγότερο από μιάμιση ώρα.
Ακούσαμε τη μουσική που έγραψε ο Γιώργος Κουμεντάκης για την ομώνυμη όπερά του, σε μεταγραφή για μικρό σύνολο από τον μουσικολόγο, κλαρινετίστα Γιάννη Σαμπροβαλάκη. Στην δραματουργική επεξεργασία και τη μουσική διεύθυνση ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος έκανε μικρά θαύματα.
Οι εικόνες της «Φόνισσας» γεννήθηκαν στη Σκιάθο
Πριν φτάσουμε στο νησί κουβαλούσαμε ήδη μια άλλη «Φόνισσα». Την κινηματογραφική μεταφορά της Εύας Νάθενα με την Κ. Καραμπέτη στον ρόλο της Φραγκογιαννούς. Η ασκητική μορφή της, η ερμηνεία – γροθιά στο στομάχι και το άγριο τοπίο έχουν από τότε συνυφανθεί με το διήγημα του Παπαδιαμάντη.
Από την άλλη, το λιμάνι της Σκιάθου μάς υποδέχθηκε καλοκαιρινό και καταπράσινο. Σε σημείο να αναρωτηθείς πού βρισκόταν μέσα σε όλη αυτή την ομορφιά ο σκληρός κόσμος της Χαδούλας. Δύσκολα σχεδόν θα φανταζόσουν ότι η Φραγκογιαννού είχε σχέση με αυτό το ειδυλλιακό τοπίο.
Οι εικόνες της «Φόνισσας» πράγματι γεννήθηκαν στη Σκιάθο, με το έργο να δημοσιεύεται το 1903 σε συνέχειες στο περιοδικό Παναθήναια, με υπότιτλο «Κοινωνικόν μυθιστόρημα». Ο Παπαδιαμάντης έγραψε για το νησί που γνώριζε βαθιά και απόλυτα: τις ακτές και τα περάσματά της, τις φτωχές οικογένειες, την προίκα που βάραινε τη ζωή των κοριτσιών.
Ο δραστήριος δήμαρχος Σκιάθου Θοδωρής Τζούμας, που γνωρίζει με λεπτομέρεια τη ζωή του συγγραφέα και εργάζεται για την προστασία και τη διεθνή προβολή της κληρονομιάς του, μας ξενάγησε στα τοπόσημα που συνδέονται με τη Φόνισσα και στο σπίτι-μουσείο του Παπαδιαμάντη. Κάπως έτσι εμβαθύναμε με βιωματικό τρόπο στις αφηγήσεις του έργου. Είδαμε τη Σπηλιά της Φόνισσας, το πέρασμα του Αγίου Σώστη όπου πεθαίνει η Φραγκογιαννού, και το Κάστρο. Τους βράχους, τις αποστάσεις και τη δυσκολία των περασμάτων.
Και αργότερα βρεθήκαμε στο σπίτι-μουσείο του Παπαδιαμάντη, όπου σώζονται αντικείμενα της καθημερινότητας, αντίγραφα χειρογράφων και φωτογραφίες του. Σταθήκαμε μπροστά στο στενό κρεβάτι του, στη γωνιά όπου πέθανε. Το μικρό λιτό δωμάτιο μάς κράτησε για λίγο εκεί. Σκεφτήκαμε πόσες ζωές είχε καταφέρει να χωρέσει ο ίδιος στις ιστορίες του και με πόση ακρίβεια είχε ακολουθήσει, τη «Φόνισσα» στις πιο σκοτεινές σκέψεις της.
Η μελέτη για την ταινία της Νάθενα, ήταν η αρχή
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ξέρει καλά τη Σκιάθο. «Είχα πρωτοέρθει εδώ όταν ήμουν είκοσι χρονών και έκανα ελεύθερο κάμπινγκ, τότε που επιτρεπόταν», μας είπε μετά την παράσταση. Τα τελευταία χρόνια επιστρέφει τα καλοκαίρια και έχει επισκεφθεί το Κάστρο, τον Άη Γιάννη τον Κρυφό και άλλα μέρη της «Φόνισσας». «Αυτό βοηθάει πάρα πολύ στο να δημιουργηθούν μέσα σου εικόνες». Μας εξήγησε ακόμη ότι η Εύα Νάθενα αναζήτησε για την ταινία ένα πιο άγονο, σκληρό τοπίο, που θα ταίριαζε στην ψυχοσύνθεση της ηρωίδας, και επέλεξε τη Μάνη.
Θα ήταν περίεργο να μην ρωτήσουμε για την κινηματογραφική «Φόνισσα». Η Κ. Καραμπέτη μας είπε ότι όταν της προτάθηκε ο ρόλος άρχισε να μελετά ξανά το βιβλίο. «Κάθισα και ηχογράφησα όλη τη Φόνισσα στο κινητό μου», μας είπε. «Εκείνη η μελέτη, μέσα στη μνήμη μου και στο πίσω μέρος του μυαλού μου, μου φάνηκε χρήσιμη και εδώ». Είχε περάσει ώρες μόνη με τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη.
Στην ταινία, όπως εξήγησε, η εικόνα αναλάμβανε μεγάλο μέρος της αφήγησης. Στο μελόδραμα, όμως, ακούμε τον αφηγητή: τη λόγια γλώσσα του Παπαδιαμάντη, τις περιγραφές του, τον τρόπο που περνά από το τοπίο στη σκέψη της Χαδούλας. Η Καραμπέτη αναγνώρισε ότι ένας νεότερος θεατής μπορεί να δυσκολευτεί να την παρακολουθήσει αυτή τη γλώσσα. Η ίδια, όμως, μεγάλωσε μαζί της. «Τυχαίνει να είμαι σε μια γενιά που γνώριζε την καθαρεύουσα. Διδασκόμασταν αρχαία και πολλά κείμενα στην καθαρεύουσα. Μου είναι μια οικεία γλώσσα».
Η Καραμπέτη περνά από το ένα πρόσωπο στο άλλο
Στον αυλόγυρο της Μονής, μαυροντυμένη, διάβαζε έχοντας κοντά της τον Μ. Χρυσικόπουλο και τους μουσικούς. Η ηρωίδα κοιτάζει πίσω τη ζωή της και βλέπει πως υπηρέτησε τους γονείς της, τον άντρα της, τα παιδιά της και τέλος τα εγγόνια της. Γνωρίζει τι σημαίνει να γεννιέσαι κορίτσι σε μια φτωχή οικογένεια και πόσο εξαρτάται ο γάμος σου από την προίκα. Σιγά σιγά πείθει τον εαυτό της πως ο θάνατος θα απαλλάξει τα μικρά κορίτσια από τα βάσανα που τα περιμένουν. Ο Παπαδιαμάντης καταγράφει αυτή την πορεία με τρομακτική ακρίβεια. Μπαίνει μέσα στους συλλογισμούς της, καθώς εκείνη βρίσκει δικαιολογίες για τους φόνους της.
Η Καραμπέτη περνά από το ένα πρόσωπο στο άλλο με αιχμηρές αλλαγές στον ρυθμό, στη φωνή, στην έκφραση του προσώπου της. Στους φόνους η αφήγηση γίνεται πυκνή, σχεδόν ασφυκτική, χωρίς ανάσα. Στις περιγραφές του τόπου αφήνει τις λέξεις να συναντήσουν τη μουσική.
Εκεί βρισκόταν και η καινούργια δυσκολία για μια ηθοποιό που είχε ήδη ζήσει τη Φραγκογιαννού τόσο βαθιά στην ταινία. «Εδώ η δυσκολία για μένα δεν ήταν η γλώσσα αυτή καθαυτή. Ήταν το τάιμινγκ σε σχέση με τη μουσική και η συνεργασία με τον μαέστρο μας», μας είπε, «Εδώ, η μουσική είναι σκηνοθέτης». Είδαμε τι εννοούσε καθώς η φωνή της και τα όργανα έβρισκαν κάθε φορά τον κοινό τους χρόνο. Η ίδια ήθελε να ακουστούν όλες οι ποιότητες του έργου: «η αγριότητα των φόνων», μαζί με «τον λυρισμό στις περιγραφές των τοπίων ή των συναισθημάτων των ανθρώπων».
Για τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, η σκέψη να επιστρέψει στη «Φόνισσα» ωρίμασε την περίοδο της πανδημίας. «Η αίσθηση του εγκλεισμού, η βία που μπορεί να γεννηθεί μέσα σε ένα πολύ στενό περιβάλλον, είτε οικογενειακό είτε στην κοινότητα, έκαναν το κείμενο του Παπαδιαμάντη και την όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη ξαφνικά πολύ επίκαιρα για μένα. Σκέφτηκα τότε να χρησιμοποιήσω τη μουσική του Κουμεντάκη ως αφετηρία για να φωτίσουμε ξανά το έργο του Παπαδιαμάντη, με έναν διαφορετικό τρόπο», μας είπε.
Δούλεψε πρώτα πάνω στο βιβλίο. Διάλεξε τα χωρία που θα κρατούσαν τη διαδρομή της Φραγκογιαννούς ζωντανή μέσα στη διάρκεια της παράστασης: τους φόνους, την εμμονή της με την προίκα, τα γεγονότα που αποκαλύπτουν την κοινωνία γύρω της. Έπειτα – όπως μας είπε – αναζήτησε μέσα στην όπερα του Κουμεντάκη τα μουσικά μοτίβα που θα συνόδευαν αυτά τα αποσπάσματα. Μας μίλησε για μια κοπιώδη εργασία μηνών. Η μουσική είχε γραφτεί για διαφορετικό λιμπρέτο και έπρεπε τώρα να συναντήσει τα χωρία του Παπαδιαμάντη που είχε επιλέξει.
Ο Γιώργος Κουμεντάκης δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση για να γίνει το μελόδραμα. Πιστεύει εξάλλου πως τα έργα μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους μέσα από διασκευές και νέες ερμηνείες, και είχε παρακολουθήσει με θαυμασμό τη συνεργασία του Χρυσικόπουλου με την Καραμπέτη. «Το αριστούργημα του Παπαδιαμάντη υπήρξε διαχρονικά ένας καμβάς πάνω στον οποίο πολλοί καλλιτέχνες, είτε από το θέατρο, είτε από το σινεμά, είτε από τη μουσική, άφησαν το αποτύπωμά τους», αναφέρει.
Στη Μονή, η μουσική έφερε ήχους που μας έκαναν να κοιτάμε γύρω μας, αναζητώντας τα πουλιά, τον άνεμο, τη θάλασσα. Ο Χρυσικόπουλος μας εξήγησε ότι οι μουσικοί τούς δημιουργούσαν ζωντανά, με μικρά κρουστά και πνευστά, αυτοσχεδιάζοντας πάνω σε οδηγίες. Μέσα στην ησυχία του αυλόγυρου, κάτω από τα πανύψηλα κυπαρίσσια, οι ήχοι έμπαιναν ανάμεσα στις λέξεις του Παπαδιαμάντη.
Η επιλογή της Μονής Ευαγγελιστρίας έδωσε ιδιαίτερο βάρος σε όσα ακούσαμε. Η ιστορία της Χαδούλας έφερε στον αυλόγυρο φόνους, τύψεις και μια γυναίκα που ζητούσε διαρκώς μέσα της δικαιολογίες, αλλά της έδωσε και ένα βλέμμα μεταφυσικής συμπόνιας. Ο χώρος έφερε στη σκέψη την έννοια της συγχώρεσης.
Προς το τέλος, η Καραμπέτη πρόφερε τις τελευταίες λέξεις της Φραγκογιαννούς: «Ω! να το προικιό μου!». Η Χαδούλα είχε αντικρίσει τον αγρό που της είχαν δώσει οι γονείς της όταν την πάντρεψαν. Και έμεινε εκεί όπου την άφησε ο συγγραφέας της: ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη.
* Μετά την πρεμιέρα της Σκιάθου, η Φόνισσα θα παρουσιαστεί στις 5 Οκτωβρίου 2026 στη Θεσσαλονίκη, στο Βασιλικό Θέατρο, στο πλαίσιο των 61ων Δημητρίων, και στη συνέχεια, από τις 23 έως τις 25 Οκτωβρίου 2026, στην Αθήνα, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στο κτήριο Τσίλλερ.
——-
Πληροφορίες
Η φόνισσα – Μελόδραμα • Νέα παραγωγή – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Γιώργος Κουμεντάκης – ΠΡΕΜΙΕΡΑ: Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026, Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας, Σκιάθος.
- Δραματουργία, μουσική διεύθυνση: Μάρκελλος Χρυσικόπουλος
- Μεταγραφή για μικρό μουσικό σύνολο: Γιάννης Σαμπροβαλάκης
- Ερμηνεύει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
- Συμμετέχει το Ergon Ensemble
- Μουσική προετοιμασία: Σοφία Ταμβακοπούλου
Μια συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το Εθνικό Θέατρο. Η παράσταση στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας πραγματοποιήθηκε σε συνδιοργάνωση με τον Δήμο Σκιάθου.
Φωτογραφίες: Γιάννης Αντώνογλου
Βίντεο: Μιχάλης Ασθενίδης
Παραστάσεις:
- 5 Οκτωβρίου 2026 | Βασιλικό Θέατρο | Θεσσαλονίκη
Τα εισιτήρια έχουν εξαντληθεί. - 23-25 Οκτωβρίου 2026 | Εθνικό Θέατρο | Κεντρική Σκηνή, Κτήριο Τσίλλερ | Αθήνα
Προπώληση από αρχές Οκτωβρίου: ticketservices.gr• Εκδοτήριο Ticketservices, Πανεπιστημίου 39 (εντός στοάς Πεσμαζόγλου) | Δευτέρα έως Παρασκευή: 09.00-17.00 • Τηλεφωνικές αγορές στο 210 7234567 | Δευτέρα έως Παρασκευή: 09.00-17.00 & Σάββατο 10.00-14.00 • Εκδοτήριο Κτηρίου Τσίλλερ, Αγίου Κωνσταντίνου 22-24 | Τετάρτη έως Κυριακή: 09.00-21.00 | Ομαδικές κρατήσεις: 210 7001468 | Δευτέρα έως Παρασκευή: 09.00-15.00.