Χρέη προς το Δημόσιο – “Αντίδοτο” οι 120 δόσεις
Διαβάζεται σε 9'
Η «ακτινογραφία» των 79,3 δισ. ευρώ. Από πού προέρχονται οι οφειλές και πόσο επηρεάζει η ακρίβεια. ΦΠΑ και φόρος εισοδήματος συγκεντρώνουν σχεδόν το 90% των φορολογικών ληξιπρόθεσμων που δεν έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης.
- 02 Οκτωβρίου 2026 06:00
Στα 79,27 δισ. ευρώ διαμορφώθηκε την 1η Αυγούστου 2026 το «πραγματικό» ληξιπρόθεσμο χρέος προς το Δημόσιο, δηλαδή το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο μετά την αφαίρεση των οφειλών που έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτες είσπραξης, σύμφωνα με την επεξεργασία των στοιχείων της ΑΑΔΕ στην Τριμηνιαία Έκθεση Σεπτεμβρίου 2026 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ).
Αναλυτικά, 30,50 δισ. ευρώ, ποσοστό 27,78% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, που είναι 109,77 δισ. ευρώ, αντιστοιχεί σε οφειλές που, όπως αναφέρθηκε, χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης. Ειδικά, οφειλή ύψους 5,51 δισ. ευρώ που αφορά πρόστιμα Κ.Β.Σ (ενός οφειλέτη) χαρακτηρίστηκε, μάλιστα, τον Νοέμβριο του 2025 ως ανεπίδεκτη είσπραξης. Για τον λόγο αυτό, με βάση το ΓΠΚΒ, παρατηρείται σημαντική μείωση στο Πραγματικό Ληξιπρόθεσμο Υπόλοιπο σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και αντίστοιχα αύξηση των ανεπίδεκτων είσπραξης.
Πρόκειται, όπως αναφέρεται, για οφειλές των οποίων η είσπραξη είναι αντικειμενικά αδύνατη, βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 82 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΝΔ 356/1974). Αφορά για παράδειγμα περιπτώσεις στις οποίες ο οφειλέτης και οι συνυπόχρεοί του δε διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και ολοκληρώθηκε η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων και απαιτήσεων του οφειλέτη (και έπαυσαν οι εργασίες πτώχευσης αν πρόκειται για πτωχό).
Όπως μάλιστα αναφέρει η Έκθεση, οι οφειλές αυτές σημείωσαν αύξηση σε ετήσια βάση, κατά 4.138,3 εκατ. ευρώ. Κατά συνέπεια η μείωση του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προέρχεται από τη μεταβολή του «πραγματικού» ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, δηλαδή του συνολικού μετά την αφαίρεση του ανεπίδεκτου είσπραξης υπολοίπου, το οποίο σημείωσε μείωση κατά 6.196,5 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση αγγίζοντας την 1/8/2026 τα 79,27 δισ. ευρώ.
Συνολικά, η μείωση του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προκύπτει από (α) τις νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 9,86 δισ. ευρώ συν (β) τις ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά την 1/8/2026 που βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα ύψους 2,60 δισ. ευρώ, μείον (γ) τις εισπράξεις και διαγραφές, οι οποίες αγγίζουν συνολικά τα 14,52 δισ. ευρώ.
Το ενδιαφέρον είναι, δηλαδή, ότι το πρώτο 8μηνο του 2026 προστέθηκαν στη «δεξαμενή» των «κόκκινων οφειλών» 12,5 δισεκατομμύρια ευρώ, από σχεδόν 4 εκατομμύρια φορολογούμενους. Μάλιστα ο ρυθμός αύξησης είναι σημαντικά πιο υψηλός από τον αντίστοιχο περσινό, κάτι που υποδηλώνει την πίεση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, από την ενεργειακή κρίση και την ακρίβεια.
Έτσι, με βάση το Γραφείο Προϋπολογισμού, που επεξεργάστηκε τα τελευταία επίσημα στοιχεία της ΑΑΔΕ καταγράφεται ότι από Δεκέμβριο μέχρι και τον Ιούλιο είχαν δημιουργηθεί νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την ΑΑΔΕ, ύψους 9,86 δισ. ευρώ. Επίσης, κατά την 1/8/2026 προέκυψαν και επιπλέον ληξιπρόθεσμες οφειλές 2,6 δισ. ευρώ, οι οποίες έπρεπε να είχαν πληρωθεί μέσα στον Ιούλιο, αλλά βεβαιώθηκαν μετά τις 31/7.
Στο μεταξύ, οι ρυθμισμένες οφειλές που προέρχονται από ληξιπρόθεσμα χρέη προς τις Εφορίες αποτελούσαν μόλις το 6,7% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Το αντίδοτο
Όλα αυτά, όπως φαίνεται, μαζί με τις πολιτικές «ανάγκες» ένεκα εκλογών, οδήγησαν την κυβέρνηση στη ρύθμιση των 120 δόσεων, που προτάσσεται ως «αντίδοτο» στην καταγραφόμενη συσσώρευση οφειλών προς το Δημόσιο. Δείγμα ότι τελικά το θέμα των χρεών είναι «καυτό».
Υπενθυμίζεται ότι μια νέα δυνατότητα ρύθμισης παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ ανοίγει το νέο πλαίσιο των έως 120 δόσεων, δίνοντας περισσότερο χρόνο σε νοικοκυριά, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις για να τακτοποιήσουν τα χρέη τους. Η νέα ρύθμιση έρχεται ως διεύρυνση του προηγούμενου σχήματος των 72 δόσεων, το οποίο δεν συγκέντρωσε το αναμενόμενο ενδιαφέρον. Εκτός από την αύξηση της διάρκειας αποπληρωμής, διευρύνεται και το χρονικό όριο των οφειλών που μπορούν να υπαχθούν, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα μετάβασης στο νέο καθεστώς για όσους έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις.
Ποιο είναι το νέο πλαίσιο
Σημειώνεται, ότι στις 120 δόσεις μπορούν να ενταχθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές που είχαν καταστεί απαιτητές έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2024, υπό την προϋπόθεση ότι δεν βρίσκονται σε ενεργή ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Η ελάχιστη μηνιαία καταβολή ορίζεται στα 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5,84%. Η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων λήγει στις 30 Ιουνίου 2027.
Ξεχωριστή πρόβλεψη αφορά περίπου 35.000 οφειλέτες που έχουν ήδη ενταχθεί στο καθεστώς των 72 δόσεων. Οι συγκεκριμένοι μπορούν, εφόσον το επιλέξουν, να μεταφέρουν το ανεξόφλητο υπόλοιπο στο νέο πρόγραμμα των 120 δόσεων. Η μετάβαση, πάντως, δεν πραγματοποιείται αυτόματα αλλά απαιτεί την υποβολή αίτησης.
Το καμπανάκι
Η ΓΣΕΒΕΕ, πάντως, επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση. Όπως αναφέρει, «η εξαγγελθείσα ρύθμιση των 120 δόσεων είναι βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά εξακολουθεί να απέχει από μια ουσιαστική και βιώσιμη λύση για τις οφειλές των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο. Η διατήρηση των υπέρογκων προσαυξήσεων και προστίμων, σε συνδυασμό με το υψηλό επιτόκιο του 5,84%, περιορίζει την αποτελεσματικότητά της και δυσχεραίνει την αποπληρωμή των χρεών. Οι επιβαρύνσεις αυτές περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξυπηρετούν τη ρύθμιση, καλύπτοντας παράλληλα τις τρέχουσες υποχρεώσεις και τα λειτουργικά τους έξοδα. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλο μέρος των οφειλών συσσωρεύτηκε σε συνθήκες διαδοχικών κρίσεων, ιδιαίτερα κατά την πανδημία, και δεν μπορεί να αποδίδεται συλλήβδην σε στρατηγική επιλογή μη πληρωμής».
Συνολικά, το συνολικό ποσό ανέρχεται στα 109,77 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 30,50 δισ. ευρώ, δηλαδή το 27,78% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτα είσπραξης. Ως αποτέλεσμα, το ποσό που απομένει ως «πραγματικό» ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο ανέρχεται σε 79,27 δισ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο κομμάτι είναι φορολογικό
Από τα 79,27 δισ. ευρώ, πάντως, του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους, τα 52,69 δισ. ευρώ, ή 66,46%, προέρχονται από φορολογικές οφειλές. Στην κορυφή βρίσκονται ο ΦΠΑ και ο φόρος εισοδήματος. Οι οφειλές από ΦΠΑ ανέρχονται σε 24,86 δισ. ευρώ, αποτελώντας το 47,18% των φορολογικών ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ ο φόρος εισοδήματος αντιστοιχεί στο 42,22%.
Ακολουθούν οι φόροι στην περιουσία, με οφειλές 2,76 δισ. ευρώ και ποσοστό 5,23%, ενώ το υπόλοιπο αφορά άλλες κατηγορίες άμεσων και έμμεσων φόρων. Με άλλα λόγια, σχεδόν εννέα στα δέκα ευρώ του φορολογικού ληξιπρόθεσμου χρέους προέρχονται από ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος.
Πρόστιμα 17,3 δισ. ευρώ και λοιπές οφειλές 9,3 δισ.
Το υπόλοιπο του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους δεν προέρχεται από φόρους. Τα πρόστιμα, φορολογικά και μη φορολογικά, ανέρχονται σε 17,31 δισ. ευρώ, καταλαμβάνοντας το 21,84% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Παράλληλα, οι μη φορολογικές οφειλές, στις οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων δάνεια, δικαστικά έξοδα και καταλογισμοί, ανέρχονται σε 9,27 δισ. ευρώ, ή 11,70% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους. Έτσι, η σύνθεση των 79,27 δισ. ευρώ διαμορφώνεται σε τρεις βασικούς πυλώνες. Δηλαδή, 52,69 δισ. ευρώ φορολογικές οφειλές, 17,31 δισ. ευρώ πρόστιμα και 9,27 δισ. ευρώ λοιπές μη φορολογικές οφειλές.
Το μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεων προέρχεται από μικρό τμήμα του χρέους
Η κατανομή του χρέους δεν ταυτίζεται, όμως, με την κατανομή των εισπράξεων. Από τις φορολογικές οφειλές των 52,69 δισ. ευρώ, 8,12 δισ. ευρώ προέρχονται από αφερέγγυους οφειλέτες, ενώ άλλα 18,45 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές με λήξη δόσεων πριν από περισσότερα από δέκα χρόνια.
Μετά την αφαίρεση αυτών των κατηγοριών, απομένουν 26,12 δισ. ευρώ, από τα οποία προέρχεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, το 91,99% των εισπράξεων. Έτσι, μόλις το 32,95% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου αντιστοιχεί στην οφειλή από την οποία προέρχεται σχεδόν το σύνολο των εισπράξεων.
Πού συγκεντρώνεται το χρέος;
Στο μεταξύ, η συγκέντρωση του ληξιπρόθεσμου χρέους στις υψηλές οφειλές είναι ιδιαίτερα έντονη. Το 96,43% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προέρχεται από οφειλές άνω των 10.000 ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση στις πολύ υψηλές οφειλές. Συγκεκριμένα, το 74,36% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου αφορά χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ, ενώ οι οφειλέτες αυτής της κατηγορίας αποτελούν μόλις το 0,26% του συνόλου.
Στον αντίποδα, το 89,77% των οφειλετών έχει χρέη έως 10.000 ευρώ, τα οποία όμως αντιστοιχούν μόλις στο 3,57% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου. Η εικόνα διαφοροποιείται και ανάμεσα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα συγκεντρώνουν 43,65 δισ. ευρώ, ή 39,76% του συνολικού χρέους, ενώ τα νομικά πρόσωπα 66,12 δισ. ευρώ, δηλαδή 60,24%.
Στις μικρότερες οφειλές, δε, κυριαρχούν τα φυσικά πρόσωπα, ενώ στις οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ τα νομικά πρόσωπα αντιστοιχούν στο 68,28% του χρέους, με υπόλοιπο 55,73 δισ. ευρώ.
Μάλιστα, στο τέλος Ιουλίου 2026 καταγράφονταν 3.985.112 οφειλέτες, κατά 16.682 λιγότεροι σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Μόλις 5,31 δισ. ευρώ σε ρύθμιση
Παρά, όμως, το μέγεθος του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους, μόλις 6,70%, δηλαδή 5,31 δισ. ευρώ, βρίσκεται σε ρύθμιση. Το υψηλότερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών καταγράφεται στην κατηγορία των 10.001 έως 100.000 ευρώ, όπου αντιστοιχεί στο 18,44% των οφειλών ενώ εντός αυτού του εύρους το ποσοστό των ρυθμισμένων οφειλών αγγίζει το 19,82% για ποσά από 20.001 έως 50.000 ευρώ. Ωστόσο, τα ποσοστά διαφέρουν μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων. Συγκεκριμένα, το υψηλότερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών φυσικών προσώπων εντοπίζεται μεταξύ 500 και 10.000 ευρώ (16,63%) και αγγίζει το 19,48% για ποσά από 2.000 έως 3.000 ευρώ.
Αντίθετα, τα νομικά πρόσωπα ρυθμίζουν σε υψηλότερο ποσοστό (25,70%) οφειλές που ανήκουν στο εύρος από 10.001 έως 100.000 ευρώ, ενώ το ποσοστό αυτό φτάνει στο 27,15% στην κατηγορία από 10.001 έως 20.000 ευρώ. Χαμηλά ποσοστά ρύθμισης οφειλών διαπιστώνονται τόσο σε χαμηλά ποσά οφειλής (ιδιαίτερα κάτω των 500 ευρώ), όσο και σε υψηλά ποσά οφειλής (άνω των 50.000 ευρώ για φυσικά πρόσωπα και άνω των 300.000 ευρώ για νομικά πρόσωπα).