Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΙΑΡΡΟΣ ΕΚΑΝΕ ΤΟΝ ΚΛΟΟΥΝ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΤΙ. ΤΩΡΑ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΜΗΧΑΝΟ
Μια κουβέντα με τον ηθοποιό που καταφέρνει να κάνει κάθε παράστασή του σημείο αναφοράς της θεατρικής σεζόν.
Θα μπορούσε να έχει τον κόσμο στα πόδια του. Να ανεβάζει τον έναν Άμλετ μετά τον άλλον, να κλέβει ψυχοκόρες σε τηλεοπτικά δράματα και να διαφημίζει μπύρες και αποσμητικά, δύο χιλιάδες ευρώ το story.
Αλλά κάτι τρώει τον Γιάννη Νιάρρο.
Και εκεί που παίζει στην Επίδαυρο, θέλει τρεις μήνες μετά να ανεβάσει ένα έργο όπως το “Μπόμπυ ή Άβολες κουβέντες με ζώα” του Rob Hayes, με σκηνοθέτη τον Βασίλη Μαγουλιώτη (Θέατρο Κιβωτός, Δευτέρα και Τρίτη, από 3/11 έως 22/12). Έργο που δεν το ξέρει κανείς και που το θέμα του ξεκινά από μια αμήχανη αφετηρία και ένας Θεός ξέρει πού καταλήγει.
Βλέπεις, ο Μπόμπυ μπορεί να είναι “ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει τις ερωτικές του σχέσεις με ειλικρίνεια, τρυφερότητα και διάθεση να εκτεθεί συναισθηματικά”, εντάξει με όλα αυτά, αλλά είναι και ένας τύπος με διαστροφές. Οι “ερωτικές του σχέσεις” που διαβάσαμε πριν λίγο, είναι με ζώα και ο εξομολογητικός του μονόλογος που καλείσαι να παρακολουθήσεις έχει ως κέντρο βάρους αυτήν ακριβώς την “προτίμηση” -ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν τα πράγματα.
Αυτή, λοιπόν, η παράσταση ήταν μια καλή αφορμή για να του χτυπήσω το κουδούνι, να τον περιμένω κανά δεκάλεπτο να κατέβει και να πάμε να τα πούμε, κάπου με ήλιο και φασαρία.
Στην περίληψη του έργου γράφει ότι κάνεις τον stand up dramedian. Τι είναι αυτό;
Είναι η πιο ωραία ερώτηση που μπορούσες να μου κάνεις. Άκου:
Εμένα η συνθήκη του stand up με φτιάχνει ανά τους αιώνες.
Σ’ αυτό εδώ το έργο ένας άνθρωπος μονολογεί μετά το σεξ, χωρίς να φοβάται να μιλήσει και για τα πολύ ενδόμυχα κομμάτια.
Αυτή η συνθήκη, λοιπόν, μας πήγε σε εικόνες όπως του Λένι Μπρους, δηλαδή ενός stand up ως μια κατάθεση ψυχής.
Και έτσι, όπως ένας stand up comedian μπορεί να χρησιμοποιήσει ελαφρά μια ιστορία με τη μάνα του για να φτάσει στο punchline, ένας stand up dramedian έχει έρθει να ανοίξει έναν διάλογο, αλλά όχι με απώτερο σκοπό να μας κάνει να γελάσουμε, αλλά για να διεισδύσει λίγο πιο βαθιά στη δικιά του ψυχολογία.
Και εδώ, αυτή η ωραία γλυκιά οικειότητα που έχει το stand up comedy μεταστρέφεται σιγά σιγά στο ακριβώς αντίθετο. Σε μια θορυβώδη, άγρια αμηχανία.
Νιώθουν αμήχανα με αυτά που λέει ο ήρωας, ότι κάνει σεξ με ζώα; Σοκάρονται;
Ναι, αλλά δεν μένει μόνο σε αυτό το επίπεδο.
Γίνεται αμήχανο γιατί ένας άνθρωπος εξομολογείται σε εσάς με ένα μικρόφωνο επί σκηνής πολύ ενδόμυχα κομμάτια της ζωής του, που πάνε πιο πέρα από το σοκ που προκαλεί όταν εξομολογείται ότι έχει ερωτικές σχέσεις με ζώα. Μιλάει για πράγματα πολύ πιο βαθιά και πιο συνολικά.
Και να πω σε αυτό το σημείο ότι ο συγγραφέας το χρησιμοποιεί αυτό ως αλληγορία.
Για ποιο πράγμα;
Για να κατασκευάσει τον Μπόμπυ, έναν άνθρωπο ο οποίος δεν μπορεί να συνδεθεί με τους γύρω του, το κοινωνικό και το οικογενειακό του περιβάλλον. Αυτό τον έχει αφήσει εντελώς μόνο του και τα μοναδικά όντα με τα οποία μπορεί να επικοινωνήσει είναι τα ζώα, που τα αγαπάει παράφορα.
Θα σου άρεσε να είσαι μόνος σε μια σκηνή χωρίς κείμενο και να αυτοσχεδιάζεις για μια ώρα;
Πάρα πολύ, ναι, και πιστεύω ότι αυτό είναι κάπως και η πρωταρχική ανάγκη που έχει ο κάθε άνθρωπος που ανεβαίνει πάνω στη σκηνή: να δει πώς θα μπορούσε να εκτεθεί 100% μπροστά σε κόσμο. Έχει κάτι το πάρα πολύ απελευθερωτικό αλλά και πολύ επικίνδυνο.
Σ’ αυτήν την παράσταση είσαι μόνος σου, ενώ συνήθως παίζεις με άλλους ηθοποιούς, με φίλους σου κτλ. Δεν σου λείπει λίγο αυτή η αλληλεπίδραση;
Όχι, το αντίθετο. Από τα χρόνια της σχολής κιόλας γούσταρα πολύ και όταν έλεγαν “ετοιμάστε κάτι”, μου άρεσε να το κάνω μόνος μου.
Ήθελα να πάρω το ρίσκο για τον εαυτό μου.
Να μην πάρεις άλλους στον λαιμό σου.
Ναι, για το οτιδήποτε μπορεί να συμβεί… Aπ’ το ότι μπορεί να βαρεθώ και να μην δουλέψω καθόλου οπότε να καταστραφούμε, μέχρι να πάει καλά και αυτό να το χρεώνομαι μόνο εγώ.
Και το άλλο που μου αρέσει σ’ αυτό είναι το daydreaming, το ότι όλη μέρα σκέφτεσαι αυτή την δουλειά, σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή που θα είσαι πάνω στη σκηνή και θα είναι και ο κόσμος εκεί.
Πάντως φοβηθήκατε λίγο να κάνετε μετάφραση τον τίτλο επί λέξη, έτσι;
Το είδες ρε καρ@#$#%; (σ.σ. γελάμε)
Το είδα ρε φίλε. “Awkward Conversations with animals i fucked”. Υπήρξε έστω ένα λεπτό που να είπατε “ρε σεις, μήπως το κάνουμε και εμείς έτσι;”. Υπήρξε σαν σκέψη έστω για λίγο;
Ας το πιάσουμε από το πώς βρήκαμε αυτό το έργο.
Είχαμε πάει στο Λονδίνο με τον Βασίλη, έτσι για να περάσουμε καλά, να δούμε και καμιά παράσταση κλπ.
Πήγαμε στο London Theatre και εκεί είχε ένα section με βιβλία, τα οποία φαίνονταν κάπως πειραματικά από τα εξώφυλλα. Το ένα ήταν πολύχρωμο, το άλλο μόνο τρεις σελίδες, ξέρεις.
Και εκεί είδα αυτόν τον τίτλο “Awkward conversations…”. Το πιάνω και λέω “τι βλακεία θα είναι αυτή”. Διαβάζω τις πρώτες δυο σελίδες λέω “α, ωραίο” αλλά τέλος πάντων το αφήνω, γιατί λέω “τώρα εντάξει, πόσο να αντέξει αυτό το σέτινγκ”.
“Αυτό το βιβλίο θα πάρω από ολόκληρη Αγγλία”;
Ναι… Είναι σαν αυτό που άκουγες κάποτε με τους παλιούς ηθοποιούς, που έλεγαν “ο τάδε πήγε στην Αγγλία και έφερε εκείνο το έργο” πχ. Εγώ με αυτό θα γυρίσω στην πατρίδα; Τέλος πάντων. Οπότε το ψιλο-αφήνω το βιβλίο αλλά ο Βασίλης το αγοράζει.
Γυρίζουμε στην Ελλάδα, κάνουμε το “Merde!”, και σε κάποια φάση του λέω, εντελώς χαζά, “ρε γαμώτο, θα ‘θελα να παίξω έναν άνθρωπο που να έχει ένα πρόβλημα σοβαρό. Μου έχει λείψει”.
Σου είχε μείνει αυτό από το “Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα”;
Ναι. Του λέω του Βασίλη “θέλω να ζήσω τον νταλκά ενός ανθρώπου”.
Γιατί υπάρχουν ρόλοι, όπως αυτόν που έπαιξα στο “Merde!”, που δεν θα μπεις μέσα τους, δεν θα κάνεις κάποιο τεράστιο υποκριτικό ταξίδι, γιατί το παιχνίδι εκεί είναι αλλού.
Και μου απαντάει “ρε συ διάβασα αυτό το έργο και είναι τρομερό”. Κι ενώ δεν το πολυπίστευα, το διαβάζω και όταν φτάνει προς το τέλος συγκινούμαι και κλαίω. Και “λέω ώπα ρε”.
Αυτό το είχα ξαναπάθει στο “Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα”.
Ξέρεις, το να διαβάζεις και να κλαις είναι από τα πιο γαμάτα συναισθήματα στον πλανήτη γιατί είναι κάπως τόσο χαζό και τόσο προσωπικό. Και είναι τρελό καύσιμο αν παίξεις αυτό το έργο μετά.
Και λέω “φίλε, φύγαμε έτσι όπως είμαστε”.
Και αλλάξατε και τον τίτλο.
Νομίζω ότι αυτός ο τίτλος στην Ελλάδα και σε αυτό το σέτινγκ, όπως πάμε εμείς να το φτιάξουμε, θα φαινόταν εριστικό και ουσιαστικά θα μείωνε το έργο. Και αυτό γιατί πραγματικά το θέμα, σου λέω ξεπερνάει κατά πολύ την ερωτική του σχέση με τα ζώα.
Εννοείται, βέβαια, ότι αυτό το θέμα με τη ζωοφιλία μας σόκαρε και εμάς διαβάζοντας το.
Αλλά νομίζω ότι χρησιμοποιεί αυτό το μέσο για να αφηγηθεί τη ζωή του.
Το καταλαβαίνει ότι αυτό που κάνει είναι κακό;
Είναι ένας άνθρωπος που δουλεύει στη WWF, αγαπάει τα ζώα και θέλει να τα προστατέψει σε βάθος.
Και φαίνεται ότι δεν είχε ποτέ ερωτικές συνευρέσεις με ανθρώπους.
Εδώ τον βλέπουμε στο σπίτι του να έχει ξυπνήσει και να βρίσκεται μπροστά του ένας σκύλος με τον οποίο είχαν ερωτική συνεύρεση το προηγούμενο βράδυ. Και προσπαθεί να διαχειριστεί αυτό που νιώθει, αυτό που μπορεί να πει στον σκύλο.
Όταν μιλάς υποτίθεται ότι κάπου δίπλα υπάρχει κι ένα σκυλί;
Όχι, μιλάω στο κοινό. Τα ζώα είναι το κοινό.
Οπότε είναι ένας τύπος που ξεκινάει και λέει “είμαστε κουλ; Να σου βάλω κάτι να πιείς;”. Είναι σε αυτή την κατάσταση.
Το ζώο παίρνει ανθρωπόμορφη μορφή; Απαντάει;
Όχι, καθόλου. Και αυτό είναι και που κάνει το έργο ποιητικό. Αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να μιλάει στο τίποτα, με έναυσμα μια σεξουαλική πράξη που προκαλεί ούτως ή άλλως τεράστια αμηχανία.
Δείχνει το πως μπορεί ένας άνθρωπος να φτάσει στα τρίσβαθα σε μια τέτοια κατάσταση, όπου μόλις έχει κάνει σεξ και για κάποιο λόγο όλο αυτό κάτι του κινεί, που τον φέρνει συναισθηματικά εκτός ορίων. Όμως πρέπει να τα φέρει βόλτα, γιατί το άλλο άτομο είναι ακόμα εκεί.
Κάθε φορά ξυπνάς δίπλα σε ένα άλλο ζώο;
Σκύλος, γάτα, κατσίκα, μαϊμού, αρκούδα.
Κατσίκα πολύ ελληνικό…
Ναι, εκεί μπαίνει λίγο ελληνικό χρώμα (γελάμε).
Νομίζω όμως το κάθε ζώο συμβολίζει τη βουτιά του Μπόμπι σε κάτι πιο προσωπικό και κάτι πιο πραγματικό.
Αυτός αναρωτιέται γιατί του συμβαίνει αυτό. Πώς νιώθει απέναντι σ’ αυτό; Πώς νιώθει η κοινωνία απέναντι σε εκείνον, είτε γνωρίζοντας το πρόβλημα του είτε όχι.
Το οξύμωρο και το γαμάτο είναι ότι σου μιλάει ένας τύπος που είναι εξαρχής λάθος, ό, τι και να σου πει, αλλά παρόλα αυτά σε φτάνει στο τέλος να πεις ένα “ε, ρε τον τύπο… Μα είναι δυνατόν να νιώθω συμπάθεια για ένα τέτοιο άνθρωπο”;
Διάβασα ότι το έργο αναφέρεται στη μοναχικότητα. Εδώ πώς μπαίνει σ’ αυτήν την εξίσωση;
Θα σου πω. Η μοναχικότητα στην επαφή με ζώα κολλάει για μένα στην κυρία που μιλάει στις γάτες της και που είναι τα “παιδιά” της και που είναι εν δυνάμει ο “σύντροφος” της -χωρίς να μιλάμε με ερωτικούς όρους φυσικά- ή με τον τύπο που έχει μείνει με ένα σκυλί και είναι όλη του η ζωή.
Κολλάει στον άνθρωπο, ο οποίος νιώθει άνετα να μιλήσει σε ένα ον που δεν μπορεί να απαντήσει, που αντιλαμβάνεται πολύ διαφορετικά την επαφή.
Και είναι ένα πάρα πολύ ελληνικό και παγκόσμιο φαινόμενο.
Γιατί σε τράβηξε τόσο αυτή η παράσταση; Τι έχει ο ήρωας που βρίσκεις και σε σένα;
Κατ’ αρχάς, η στάνταρ αμηχανία μετά το one night stand, που μπορεί να πάρει μυθικές εκτάσεις.
Δηλαδή από το ότι το κάνεις και νιώθεις γεμάτος μέχρι το ότι το κάνεις και νιώθεις ματαιότητα. Και έχεις να αντιμετωπίσεις κι έναν άνθρωπο μπροστά σου, που πριν το κάνεις μαζί του, ένιωθες πολύ διαφορετικά. Και τώρα κάτι έχει αλλάξει αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς δεν κάνει “παφ” και να εξαφανιστεί ο άλλος. Πρέπει να αντιμετωπίσεις αυτή την άβολη στιγμή που ανταλλάσσετε καλημέρα, διερευνώντας στα μάτια που έχεις απέναντί σου πολλά πράγματα όπως “θα μιλήσουμε;”. “Θέλω να μιλήσουμε;”. “Έκανα κάτι που την πείραξε;”. “Θα ξαναβρεθούμε;”.
Αυτό, λοιπόν, είναι κάτι που ο Μπόμπι δεν θα μπορούσε να το κάνει με κανέναν άνθρωπο γιατί τον κουράζουν. Και εκεί βρίσκω ένα τεράστιο κοινό μαζί του.
Σε κουράζουν οι άνθρωποι;
Τον κουράζουν τα mind games των ανθρώπων σε όλες τις καταστάσεις.
Δεν αντέχει αυτά τα “της έστειλα μήνυμα αλλά με έχει αφήσει στο διαβάστηκε” κτλ.
Υπάρχει συνέχεια αυτός ο διάλογος μέσα στο έργο και νομίζω πως αυτό που νιώθει είναι ότι όλα τα ανθρώπινα έχουν πολύ βαβούρα. Δεν είναι τόσο καθαρές θέσεις.
Έτσι λοιπόν καταλήγει να μιλάει σε ένα ζώο ή αν θέλεις σε ένα δέκτη απλώς που δεν μπορεί να του δώσει κάποιο πραγματικό feedback.
Είναι ένας άλλος Τζέφρι Ντάμερ που δεν θέλει να φύγει ο ερωτικός του παρτενέρ από το δωμάτιο.
Ακολουθεί πολύ την πορεία ενός σίριαλ κίλερ.
Φοβάσαι μήπως έρθουν να το δουν και μείνουν μόνο στα αστεία για το σεξ και δεν δουν τι υπάρχει από πίσω;
Όχι, γιατί τους αναγκάζει το ίδιο το κείμενο.
Εν τω μεταξύ, φαντάζομαι ότι επειδή έχεις κάνει πολύ επιτυχημένες παραστάσεις, ότι θα σου κάνουν συνέχεια προτάσεις για πιο “σοβαρά”, μεγάλα έργα. “Θα ανεβάσουμε φέτος στο Εθνικό το τάδε, 20 άτομα, έλα”.
Ναι, ισχύει.
Και πώς λες όχι σε αυτά και έρχεσαι εδώ;
Δεν μπορώ να πω όχι, ούτε σε αυτά ούτε σε αυτό εδώ. Προσπαθώ να έχω μια ισορροπία ανάμεσα στα δύο, δηλαδή σε δουλειές που πραγματικά θα έχουν αυτήν την αίσθηση που σου λέω ότι μπαίνουμε στο καράβι εγώ και οι φίλοι μου και πάμε και ό, τι γίνει, και σε άλλες δουλειές που είναι μεγαλύτερες οι παραγωγές.
Σκέφτομαι ότι στην Αμερική, μπορεί ένας ηθοποιός να είναι στην καλύτερη του φάση και να παίξει σε δύο ταινίες που να πάνε άπατες και έτσι να χαθεί. Δεν φοβάσαι εσύ εδώ με αυτά τα έργα που ρισκάρεις μήπως σου τύχει κάτι αντίστοιχο; Ή δεν συμβαίνει στην Ελλάδα αυτό;
Δεν συμβαίνει. Νομίζω πως επειδή είναι πολύ μικρότερη αγορά, ο κόσμος θα πρέπει να καταφύγει στις ίδιες επιλογές.
Αλλά όχι… ίσα ίσα. Νομίζω πως όποτε έχω κάνει μια τέτοια επιλογή είναι αυτή που με έχει κάνει να νιώσω διαφορετικός από τους άλλους, να πω ότι αυτό μόνο σε μένα θα άρεσε τόσο πολύ για να το κάνω. Ότι μόνο εγώ θα έμπαινα δηλαδή σε μια διαδικασία να κάτσω τρεις μήνες να δουλεύω μόνο αυτό το έργο.
Είναι πράγματα πολύ προσωπικά, που με ιντριγκάρουν γιατί είναι κάπως πιο challenging και έχουν μεγαλύτερη έκθεση. Το άλλο είναι πιο εύκολο.
Σε έχω δει σε πολλές συνεντεύξεις να λες ότι οι παραστάσεις δεν είναι ανάγκη να είναι πάντα κάτι βαρύγδουπο, ότι υπάρχει και ο χαβαλές και η καφρίλα κλπ. Νιώθω σαν να προσπαθείς να πεις καμιά φορά “μη με παίρνετε και τόσο σοβαρά ρε σεις”.
Ναι, γιατί πραγματικά νιώθω ότι είμαι στη μέση των πραγμάτων, όπως την έχω εγώ στο μυαλό μου. Ο αυνανισμός του καλλιτέχνη στη μία άκρη και το “να σας κάνουμε να περάσετε καλά” στην άλλη.
Είναι λογικό όμως το ένα να παίρνει απ’ το άλλο καμιά φορά και να γέρνει από τη μια μεριά.
Άσχετο, αλλά δούλευες ως κλόουν για κάποια χρόνια και θέλω να σε ρωτήσω για ποιο λόγο πιστεύεις ότι ο κόσμος κοιτάζει τόσο υποτιμητικά αυτό το επάγγελμα;
Γιατί έχει εκπορνευτεί πάρα πολύ αυτό το επάγγελμα από παντού… Και στην κοινωνία, και στην ποπ κουλτούρα, πχ με τα horror κτλ.
Επίσης, συμβαίνει γιατί πολύ εύκολα ένας ανειδίκευτος που δεν γουστάρει ούτε καν τα παιδάκια, μπορεί να βάλει μια μύτη και να κάνει τον κλόουν, ενώ ταυτόχρονα καπνίζει.
Δεν υπάρχει πια η ρομαντική εικόνα του κλόουν.
Εσύ πού είχες δει κλόουν και ήθελες να γίνεις ένας;
Είχε έρθει ο Τοτός σε ένα πάρτι μου όταν ήμουν μικρός. Και είχα καραγουστάρει. Έλεγα ρε φίλε αυτό που κάνει αυτός έχει τόσο μεγάλη δύναμη…
Νομίζω ότι στα παιδικά μου μάτια ήταν πάνω από τον πατέρα μου, πάνω από την μάνα μου, πάνω από οτιδήποτε.
Όταν οι γονείς σου σε είδαν να είσαι κλόουν, τι σου είπαν;
Τίποτα. Μια χαρά.
Χρειαζόμουν και τα λεφτά τότε σαν έξτρα χαρτζιλίκι. Άσε που μου έδωσε και τρελά εφόδια.
Για πες μου.
Ε, το ότι έχεις μια κωλοτσάντα, μια σάπια στολή, κάτι σάπια παιχνίδια και μαγικά που δεν λειτουργούν και παρόλα αυτά πρέπει να κρατήσεις εκατό παιδάκια να μην κάνουν βλακείες και να χαίρονται.
Είναι πολύ πρακτικό επάγγελμα. Και έχει και μια άμεση επικοινωνία. Η συνθήκη είναι πολύ ειλικρινής. Καταλαβαίνεις πότε ένα παιδάκι βαριέται, δεν κρύβεται. Θα στο πει.
Έκλαψαν ποτέ;
Πολλές φορές.
Τι έκανες και έκλαψαν;
Ε, δεν ξυριζόμουν και μου την έλεγαν συνέχεια τα αφεντικά μου…
Και αν με έστελναν σε τίποτα τρίχρονα τετράχρονα κοριτσάκια, έβλεπαν έναν τύπο με μούσια και κατευθείαν έκλαιγαν.
Είναι χαζό αυτό που θα σε ρωτήσω αλλά τώρα που θα κάνεις έναν μονόλογο, που θα είσαι πάλι μόνος σου στη σκηνή, υπάρχει κάποια σύνδεση με το να είσαι κλόουν;
Υπάρχει απόλυτη σύνδεση γιατί αν δεις λίγο το ρομαντικό κομμάτι του κλόουν, το πιο όμορφο που το ένιωθα αφού έφευγα από το πάρτι, ήταν ότι έφτανα στο σπίτι, ήμουν χάλια βαμμένος, ιδρωμένος, τα χέρια μου ήταν χάλια από τα μπαλόνια και εκεί, είχε μια απόλυτη καθαρότητα στο τι ήταν αυτό που έγινε… Ήταν σαν ένα μεγάλο συμβάν και είχε να κάνει με την επαφή σου με τον κόσμο όντας κάποιος άλλος… όντας ο διασκεδαστής.
Αυτό που βλέπω εδώ σαν κοινό, λοιπόν, είναι ότι επειδή δεν υπάρχουν πραγματικά ζώα ούτε σαν υπόνοια, όλη η κατάσταση στηρίζεται στην επικοινωνία με το κοινό. Και γι’ αυτό λέμε ότι είναι κοντά σε ένα stand up.
Ανήκεις σε αυτήν την κατηγορία ηθοποιών, που τους ξέρουν κυρίως οι θεατρόφιλοι. Ήθελες να ανήκεις εκεί; Να λένε “α, δεν τον ξέρεις αυτόν γιατί είναι κυρίως θεατρικός”. Σε γοήτευε ποτέ αυτό;
Όχι. Είχα μεγάλη επιθυμία να μπορέσω να τα πάω καλά στο επάγγελμα, γιατί αυτό επιφέρει και κάποια δημοσιότητα, η οποία με τη σειρά της σου δίνει και περισσότερες ευκαιρίες να κάνεις αυτά που θες.
Δηλαδή αυτή την παράσταση, δεν θα μπορούσα να την κάνω αν δεν ήμουν γνωστός στο θεατρικό κοινό.
Απ’ την άλλη, μ’ αρέσει που δεν με γνωρίζουν όπου πάω κτλ.
Έχω φίλους ηθοποιούς που είναι πιο γνωστοί, έχουν κάνει τηλεόραση, και βγαίνουν έξω και τους κοιτάνε, μιλάνε γι’ αυτούς, και είναι πολύ κουραστικό.
Σε είδα δώδεκα χρονών να παίζεις σε μια σειρά, στα “Μαχαιρώματα”. Υπάρχει και στο YouTube.
Ε, από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός και έλεγα στη μάνα μου να μου βρει κάπου να παίξω.
Έβλεπα τηλεόραση φουλ, δηλαδή Μπέζο, και τέτοια. Γούσταρα τρελά.
Στο σχολείο τι σου λέγανε;
Με κοροϊδεύανε πάρα πολύ. Ότι και καλά “α, ο ηθοποιός, ο ηθοποιός”…
Τα κορίτσια;
Με τα κορίτσια πήγε πολύ καλά. Εκεί βοήθησε. Κατά τα άλλα ήμουν ένα παιδάκι, που δεν νομίζω ότι με είχε ξανακοιτάξει κορίτσι.
Μετά χάθηκες όμως, δεν το συνέχισες.
Όχι ρε συ, μετά μεγάλωσα, και στα 18 πήγα στο Εθνικό. Και ευτυχώς δηλαδή. Γιατί, ντάξει, τι άλλο να έκανα; Κι άλλο παιδικό ρόλο;
Θα γινόμουν μετά ο Bojack Horseman (γελάμε).
Αν σε αυτή την ηλικία, όταν ήσουν πολύ μικρός, σου έλεγαν ότι είσαι πολύ κακός, δεν θα σε κατέστρεφε αυτή η κριτική; Δεν την φοβόσουν την κριτική;
Είχα έναν υπέρμετρο ναρκισσισμό και μια αλαζονεία ως προς αυτό το κομμάτι, το αν θα έρθει κάποιος να μου πει “δεν το ‘χεις”.
Άλλωστε, μου το έχουν πει στη σχολή, μου το ‘πε μία δασκάλα, αλλά δεν με πείραξε από τη συγκεκριμένη. Βαριόμουν στο μάθημά της και κάπως θα της φάνηκε.
Δεν έχει έρθει ποτέ ένας άνθρωπος που τον πιστεύω να μου πει κάτι αρνητικό -και ευτυχώς. Θα προτιμούσα να το κρατήσει για τον εαυτό του για να μη μου ρίξει την ψυχολογία.
Νομίζω όμως πως όταν πας να παίξεις, είσαι τόσο στο εδώλιο -δυστυχώς-, που αν δεν έχεις μια μια πίστη στο ότι έχει αξία που το κάνω, την έκατσες.
Γιατί προτιμάς το θέατρο απ’ τον κινηματογράφο;
Η γαμω-υποκριτική στον κινηματογράφο μένει και αυτό είναι εκνευριστικό. Γι’ αυτό γουστάρω το θέατρο, γιατί είναι ένα καθημερινό trial and error. Και αυτό σε βάζει σε μια άλλη κατάσταση, όχι απόδοσης. Είναι κάτι που συμβαίνει τώρα και που θα γίνει κάτι που το ζήσαμε και πάει, έφυγε. Πέταξε.
Οπότε είναι και λιγότερο αγχωτικό;
Ναι, για μένα πολύ λιγότερο.
Δεν σου φαίνεται όμως και λίγο μάταιο που δεν θα μείνει κάτι;
Αυτό είναι το γαμάτο. Ότι κάποτε θα πεθάνουν όλοι όσοι το είδανε και θα ‘χει χαθεί στην αιωνιότητα. Θα έχει μείνει πίσω ένα δελτίο τύπου.
Ναι, αλλά απ’ την άλλη δεν υπάρχει ο κίνδυνος να μείνει πίσω μία μόνο κακή ταινία πχ, από τη στιγμή που δεν τις κυνηγάς, και να σε θυμούνται ως έναν κακό ηθοποιό;
Ούτε που με νοιάζει. Μου φαίνεται αστείο να θες να αφήσεις πίσω κάτι ως ηθοποιός στην Ελλάδα.
Αν είναι να αφήσω κάτι θα ήθελα να είναι κάτι ως καλλιτεχνικό δημιούργημα, όχι να μείνω εγώ ως πρόσωπο. “Αχ, ο τάδε. Ένα μυθικό πρόσωπο”.
Για παράδειγμα, είμαι πολύ χαρούμενος που όταν πεθάνω θα υπάρχει η μουσική απ’ το “Σπιρτόκουτο” και θα μπορεί κάποιος να μπει να την ακούσει.
“Μπόμπυ ή Άβολες κουβέντες με ζώα”, Θέατρο Κιβωτός, Δευτέρα και Τρίτη από 3/11 έως 22/12, Εισιτήρια ΕΔΩ