Το 25% και πώς μπορεί να ανοίξει η διαδοχή Μητσοτάκη
Διαβάζεται σε 8'
Ο πρωθυπουργός θέλησε να κλείσει τη συζήτηση περί διαδοχής του, αλλά στο παρασκήνιο όλοι συζητούν σενάρια για την επόμενη ημέρα στη ΝΔ. Όμως η αμφισβήτηση Μητσοτάκη θα είναι μια περίπλοκη μαθηματική εξίσωση.
- 24 Οκτωβρίου 2026 07:12
Η νύξη του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, για αποχώρηση του εάν η Νέα Δημοκρατία πέσει στις επόμενες εκλογές κάτω από 25%, προκάλεσε αίσθηση και ακόμη συζητείται στο γαλάζιο παρασκήνιο.
Υπενθυμίζεται ότι πριν από δύο περίπου εβδομάδες ο κ.Μητσοτάκης εκλήθη κατά τη συνέντευξη του στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ να σχολιάσει σενάρια αμφισβήτησης του από βουλευτές της ΝΔ εάν το κυβερνών κόμμα δεν φτάσει το 25%.
“Ο καθένας μας -και ο αρχηγός- κρίνεται με βάση το αποτέλεσμα που φέρνει στις εκλογές. Δε θέλω να πω κάτι παραπάνω. Αν έφερνα 25%, καλά θα κάνανε να τα έλεγαν αυτά”, απάντησε ο πρωθυπουργός και πρόσθεσε:
“Όλοι κρινόμαστε. Η ΝΔ έχει παράδοση να ανταμείβει τους αρχηγούς που τα πηγαίνουν καλά στις εκλογές και οι αρχηγοί που δεν πηγαίνουν καλά να κάνουν στην άκρη να έρχεται άλλος. Ο αρχηγός θα κριθεί από εκλογικό αποτέλεσμα που θα φέρει”.
Στην πραγματικότητα βέβαια ο κ.Μητσοτάκης δεν θέλησε να ανοίξει, αλλά να κλείσει τα σενάρια αλλαγής ηγεσίας στη ΝΔ “εν κινήσει” μεταξύ πρώτων και δεύτερων εκλογών. Διότι έβαλε τον πήχη κάτω από το χαμηλότερο ποσοστό, που “βλέπουν” στο Μαξίμου, ώστε να περάσει από πάνω.
Όμως η συζήτηση για την επόμενη ημέρα στη ΝΔ συνεχίζεται στο γαλάζιο παρασκήνιο. Και η αναφορά Μητσοτάκη στο 25% αποτελεί ένα από τα θέματα που καλούνται να σχολιάσουν τα στελέχη της ΝΔ στις συνεντεύξεις τους.
Που έβαλαν τον πήχη Ντόρα και Δένδιας
Εάν η ΝΔ πέσει κάτω από το 25%, ο πρωθυπουργός θα αναλάβει πράγματι τις ευθύνες του, εκτίμησε μάλιστα η πρώην υπουργός, Ντόρα Μπακογιάννη. Δεν έχασε μάλιστα την ευκαιρία να καρφώσει για άλλη μία φορά τον Αντώνη Σαμαρά, λέγοντας “υπάρχουν και αρχηγοί που δεν φύγανε και με το 18%”. Εξέφρασε πάντως την πεποίθηση ότι η ΝΔ δεν απέχει και πολύ από την αυτοδυναμία.
Η αυτοδυναμία είναι βεβαίως ο διακηρυγμένος στόχος της ΝΔ και το κυβερνητικό αφήγημα υποστηρίζει ότι είναι εφικτή. Όμως είναι και ένας ψηλός πήχης, τον οποίο με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα δεν φαίνεται να ξεπερνά το κυβερνών κόμμα.
Ψηλά έσπευσε εμμέσως πλην σαφώς να βάλει τον πήχη για τον κ.Μητσοτάκη ο υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας. Κληθείς κατά τη συνέντευξη τύπου για την παρουσίαση της Γ’ φάσης της νέας δομής των Ενόπλων Δυνάμεων να σχολιάσει τη δήλωση Μητσοτάκη για το 25%, ο κ.Δένδιας στάθηκε σε ένα άλλο σημείο της συνέντευξης του πρωθυπουργού και συγκεκριμένα στο προσπάθεια για την αυτοδυναμία.
“Εμείς καταθέτουμε μια πρόταση στην ελληνική κοινωνία. Η πρόταση αυτή θα θέλαμε να έχει τη συντριπτική στήριξη ώστε να μπορούμε να την εφαρμόσουμε”, είπε ο υπουργός Άμυνας και υπενθύμισε τις δικές του τοποθετήσεις στο συνέδριο της ΝΔ και στον προσυνεδριακό διάλογο στην Κομοτηνή και το Αγρίνιο. Υπενθυμίζεται ότι ο κ.Δένδιας στο συνέδριο της ΝΔ είχε θέσει ως στόχο μία νίκη “αντίστοιχη των θριάμβων του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019 και το 2023”.
Στην πραγματικότητα βέβαια είναι μάλλον απίθανο η ΝΔ να φτάσει ξανά το 41%. Και πολλοί θεωρούν ότι ο πραγματικός πήχης για τον κ.Μητσοτάκη είναι το 28,3% των ευρωεκλογών του 2024 και όχι το 25% της πρόθεσης ψήφου των δημοσκοπήσεων κατά μέσο όρο αυτή τη στιγμή.
Πως μπορεί να αμφισβητηθεί ο πρόεδρος της ΝΔ
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στη συνέντευξη του στην “παράδοση” της ΝΔ οι αρχηγοί που δεν τα πηγαίνουν καλά στις εκλογές να φεύγουν. Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι παραιτείτο κάθε πρόεδρος της ΝΔ που έχανε εκλογές. Ο Σαμαράς δεν είχε παραιτηθεί μετά το 18% στις πρώτες εκλογές του 2012 (σε συνθήκες πάντως πλήρους ανατροπής του πολιτικού σκηνικού), ούτε μετά την ήττα από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Ο Κώστας Καραμανλής επίσης δεν είχε παραιτηθεί το 2000, αλλά είχε χάσει τις εκλογές κυριολεκτικά στο νήμα.
Ενώ ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης προφανώς δεν είχε παραιτηθεί στις δύο από τις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις του 1989- 1990, αλλά η ΝΔ ήταν πρώτο κόμμα με 44% και 46% και δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση μόνο λόγω του εκλογικού νόμου του ΠΑΣΟΚ. Δεν είχε επίσης παραιτηθεί μετά την ήττα από το ΠΑΣΟΚ στις εθνικές εκλογές του 1985 και παρότι είχαν προηγηθεί οι ήττες και σε ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές. Αλλά τα ποσοστά και ο απόλυτος αριθμός ψήφων κινούνταν τότε σε εντελώς διαφορετικά μεγέθη από ό,τι σήμερα.
Εάν ένας πρόεδρος της ΝΔ δεν παραιτηθεί μετά από εκλογική ήττα, το γαλάζιο καταστατικό προβλέπει διαδικασίες αμφισβήτησης του.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 19 του καταστατικού της ΝΔ ο πρόεδρος του κόμματος δύναται να αμφισβητηθεί:
1.1. Από την Κοινοβουλευτική Ομάδα. Η διαδικασία αμφισβήτησης του Προέδρου ενεργοποιείται με την υποβολή σχετικής πρότασης από το ένα τρίτο (⅓) του συνόλου των μελών της. Η πρόταση γίνεται δεκτή αν υπερψηφισθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας καθορίζονται από τον Κανονισμό Λειτουργίας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
1.2. Από το Συνέδριο. Η διαδικασία αμφισβήτησης του Προέδρου ενεργοποιείται με την υποβολή σχετικής πρότασης από το ένα τρίτο (⅓) του συνόλου των Συνέδρων. Η πρόταση κατατίθεται στον Πρόεδρο του Συνεδρίου και μπορεί να υποβληθεί μέχρι την λήξη της πρώτης ημέρας των εργασιών του. Η υποβολή της διακόπτει τις εργασίες της ημερήσιας διάταξης του Συνεδρίου μέχρι τη λήψη απόφασης. Η πρόταση αμφισβήτησης γίνεται δεκτή αν συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των Συνέδρων. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας καθορίζονται από τον Κανονισμό Εργασιών του Συνεδρίου.
Τα περίπλοκα μαθηματικά της διαδοχής Μητσοτάκη
Πρακτικά όμως για να αμφισβητηθεί ο κ.Μητσοτάκης θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Πρώτον το αποτέλεσμα των εκλογών να είναι τέτοιο που να μην μπορεί να το διαχειριστεί πολιτικά. Δηλαδή να μην μπορεί να υποστηρίξει βασίμως ότι θα διεκδικήσει σε δεύτερες κάλπες την αυτοδυναμία.
Δεύτερον, να είναι τέτοιες οι ισορροπίες μέσα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα ή στο συνέδριο της ΝΔ ώστε να βρεθεί ο αναγκαίος αριθμός βουλευτών ή συνέδρων που θα καταθέσει πρόταση αμφισβήτησης και κυρίως να υπάρχει “κύμα” υπερψήφισης της.
Με 25% η ΝΔ θα έβγαζε περίπου 80 βουλευτές. Για να κατατεθεί πρόταση αμφισβήτησης του προέδρου θα απαιτούνταν δηλαδή 27 υπογραφές βουλευτών. Και θα έπρεπε να την υπερψηφίσουν 41 βουλευτές. Μαθηματικά φυσικά και δεν είναι αδύνατο.
Όμως πρακτικά εάν η ΝΔ συρρικνωθεί σε τόσο δραματικό βαθμό, θα καταφέρουν να εκλεγούν -πέρα από στελέχη πρωτοκλασάτα και λίγο πολύ αυτόνομα- κυρίως μητσοτακικοί βουλευτές. Δεδομένου ότι για να πέσει τόσο χαμηλά η ΝΔ θα της έχουν μείνει κυρίως μητσοτακικοί ψηφοφόροι.
Βέβαια οι βουλευτές πάντα ενδιαφέρονται πρωτίστως για ένα πράγμα: Την επανεκλογή τους και τη δυνατότητα συμμετοχής σε μία κυβέρνηση. Και τελικά συντάσσονται με αυτόν που μπορεί να τους φέρει εκλογική νίκη. Επομένως εάν η ΝΔ πέσει κάτω από το 25%, χάσει δηλαδή και το μπόνους, με αποτέλεσμα να αποδεκατιστεί η ΚΟ, δεν είναι και βέβαιο ότι θα συνεχίσουν να στηρίζουν ακόμη και οι πιο νομοταγείς σήμερα.
Και προφανώς ο ίδιος ο κ.Μητσοτάκης ξέρει ότι σε αυτό το σενάριο δεν μπορεί να “σταθεί” πολιτικά και εσωκομματικά. Για αυτό και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να παραιτηθεί και να ανοίξει τη διαδικασία διαδοχής ο ίδιος, με την ΚΟ να εκλέγει έναν μεταβατικό πρόεδρο για τις επόμενες εκλογές και την ψηφοφορία από τη βάση να μετατίθεται για μετά τις κάλπες.
Εάν η ΝΔ πάρει κοντά στο 28% των ευρωεκλογών, ανάλογα με τις καραμπόλες και τις μονοεδρικές, θα φτάσει τις 110 με 115 έδρες μάξιμουμ. Σε αυτή την περίπτωση οι ισορροπίες στην ΚΟ θα έχουν μεγαλύτερη σημασία, καθώς θα πρόκειται για ένα ποσοστό όχι καταστροφικό, αλλά ούτε και ικανοποιητικό. Ο κ.Μητσοτάκης δεν έχει βάλει στο ποσοστό των ευρωεκλογών των πήχη, αλλά στο 25%, γεγονός που δείχνει ότι σε αυτό το σενάριο δεν θα καταθέσει εύκολα τα όπλα.
Ενώ εάν η ΝΔ φτάσει το 30% στο οποίο τη δείχνουν σήμερα με αναγωγή οι δημοσκοπήσεις, θα εκλέξει 120 με 125 βουλευτές, αλλά κυρίως θα έχει φτάσει το κρίσιμο ψυχολογικό όριο για να μπορεί να ελπίζει σε αυτοδυναμία σε δεύτερες εκλογές.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις θα παίξει και η στάση των θεωρούμενων δελφίνων. Πολλοί βουλευτές της ΝΔ στρέφουν ήδη το βλέμμα στον κ.Δένδια για την επόμενη ημέρα. Πόσοι από αυτούς θα έχουν εκλεγεί και εάν ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας θα θέσει ζήτημα διαδοχής, μένει να φανεί στην πράξη και θα εξαρτηθεί από το ποσοστό και τις προοπτικές σε δεύτερες εκλογές.