Το τηλεφώνημα στον Πούτιν που δίχασε την Ευρώπη
Διαβάζεται σε 6'
Η πρωτοβουλία Φινλανδίας – Νορβηγίας να συνομιλήσουν απευθείας με τον Πούτιν προκάλεσε αντιδράσεις. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαφωνούν για το ποιος πρέπει να διαπραγματευτεί με τη Μόσχα.
- 30 Οκτωβρίου 2026 06:10
Μια ασυνήθιστη διπλωματική αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει μεταξύ των σκανδιναβικών χωρών, μετά την απόφαση των ηγετών της Φινλανδίας και της Νορβηγίας να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια της Δανίας και της Σουηδίας.
Η τηλεφωνική συνομιλία, διάρκειας 90 λεπτών, πραγματοποιήθηκε την Τρίτη (27/10), με τη συμμετοχή του προέδρου της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, και του πρωθυπουργού της Νορβηγίας, Γιόνας Γκαρ Στέρε.
Οι δύο ηγέτες υποστήριξαν ότι η επικοινωνία έγινε για λογαριασμό της Ουκρανίας και ότι οι σύμμαχοί τους είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων. Ωστόσο, οι εξηγήσεις τους δεν έπεισαν τις γειτονικές χώρες.
Η αντιπαράθεση, όπως επισημαίνει ο Guardian σε ανάλυσή του, αποκαλύπτει τις ολοένα μεγαλύτερες διαφωνίες στο εσωτερικό της Ευρώπης σχετικά με την επανέναρξη των απευθείας επαφών με τη Μόσχα, αλλά και το ποιος θα πρέπει να εκπροσωπήσει τις ευρωπαϊκές χώρες σε ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Η Ευρώπη αναζητά συνομιλητή για τον Πούτιν
Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, επέκρινε ανοιχτά την πρωτοβουλία Φινλανδίας και Νορβηγίας, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε συντονισμός με την Κοπεγχάγη.
«Είμαι πολύ επιφυλακτική απέναντι σε αυτή την ανεξάρτητη πρωτοβουλία της Νορβηγίας και της Φινλανδίας», δήλωσε.
«Ειλικρινά δεν γνωρίζω τι πιστεύουν ότι μπορούν να πετύχουν με αυτό», πρόσθεσε.
Ανάλογη ήταν η αντίδραση του πρωθυπουργού της Σουηδίας, Ουλφ Κρίστερσον, ο οποίος επίσης επέκρινε την επικοινωνία, δηλώνοντας ότι δεν είχε ενημερωθεί προηγουμένως.
Η δημόσια αντιπαράθεση θεωρείται ιδιαίτερα ασυνήθιστη για τις σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες παραδοσιακά επιδιώκουν στενό συντονισμό στην εξωτερική πολιτική τους, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν τη Ρωσία.
Σύμφωνα με τον Guardian, από το καλοκαίρι οι Ευρωπαίοι ηγέτες συζητούν το ενδεχόμενο να ορίσουν έναν εκπρόσωπο που θα αναλάβει απευθείας διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος.
Η συζήτηση έχει αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται εσχάτως να προσεγγίζει περισσότερο τη Μόσχα, προκαλώντας ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τις συνέπειες στην Ουκρανία.
Παράλληλα, νέος γύρος ειρηνευτικών συνομιλιών αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον επόμενο μήνα στο Άμπου Ντάμπι, εντείνοντας τους φόβους ότι η Ευρώπη μπορεί να βρεθεί στο περιθώριο διαπραγματεύσεων που θα καθορίσουν την ασφάλεια της ηπείρου για τις επόμενες δεκαετίες.
Ένα από τα ζητήματα που προκάλεσαν αντιδράσεις ήταν η ασάφεια γύρω από τους πραγματικούς στόχους της τηλεφωνικής επικοινωνίας.
Αρχικά, η πρωτοβουλία παρουσιάστηκε ως προσπάθεια μεταφοράς μηνυμάτων της Ουκρανίας στον Ρώσο πρόεδρο. Στη συνέχεια, ωστόσο, οι δύο Σκανδιναβοί ηγέτες έδωσαν ευρύτερες εξηγήσεις.
Ο Νορβηγός πρωθυπουργός Γιόνας Γκαρ Στέρε επικαλέστηκε την ανάγκη διαχείρισης των κοινών αλιευτικών αποθεμάτων στη Θάλασσα Μπάρεντς, καθώς και τη διατήρηση της ασφάλειας κατά μήκος των συνόρων της Νορβηγίας με τη Ρωσία.
Ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ δήλωσε ότι η συνομιλία αποσκοπούσε επίσης στην αποτροπή παρεξηγήσεων μεταξύ της Ρωσίας και των σκανδιναβικών γειτόνων της.
«Ο Στουμπ και ο Στέρε δεν φαίνεται να μπορούν να συμφωνήσουν στο μήνυμά τους σχετικά με το αν η επικοινωνία αφορούσε την Ουκρανία ή και τις δικές τους ανησυχίες για την ασφάλεια», σχολίασε ο πρώην Φινλανδός διπλωμάτης και αναλυτής Γιόελ Λιναϊνμάκι.
Οι διαφωνίες στο εσωτερικό της ΕΕ και ο… απρόθυμος Πούτιν
Η διπλωματική κινητικότητα των τελευταίων μηνών δείχνει ότι η απομόνωση που είχε επιβληθεί στον Πούτιν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 αρχίζει να υποχωρεί.
Μέσα στο 2026, Βρετανοί, Γάλλοι και Γερμανοί πρεσβευτές έχουν πραγματοποιήσει επαφές με Ρώσους αξιωματούχους, ενώ ανώτερος διπλωματικός σύμβουλος του Εμανουέλ Μακρόν έχει ταξιδέψει στη Μόσχα.
Παράλληλα, το γραφείο του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, έχει επιδιώξει δικές του επαφές με το Κρεμλίνο.
Η Γαλλία υποστηρίζει εδώ και καιρό τη διατήρηση ενός διαύλου επικοινωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο, ενώ η Γερμανία και η Βρετανία εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές.
Ακόμη πιο έντονες είναι οι αντιρρήσεις των χωρών της Βαλτικής και της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, που φοβούνται ότι η επανέναρξη των επαφών σε ανώτατο επίπεδο μπορεί να μειώσει την πίεση προς τη Μόσχα χωρίς να εξασφαλίσει ουσιαστικές παραχωρήσεις.
Πέρα από τη διαφωνία για το εάν πρέπει να υπάρξει διάλογος με τον Πούτιν, παραμένει άλυτο και το ζήτημα της ευρωπαϊκής εκπροσώπησης.
Προς το παρόν, κανένα πρόσωπο δεν διαθέτει σαφή εντολή να διαπραγματευτεί εκ μέρους των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θεωρητικά, ο ρόλος θα μπορούσε να ανατεθεί στην Κάγια Κάλας. Ωστόσο, δεν διαθέτει αυτόνομη αρμοδιότητα διαπραγμάτευσης χωρίς σχετική εντολή των κρατών-μελών.
Επιπλέον, θεωρείται δύσκολο να γίνει αποδεκτή από τη Μόσχα, καθώς έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στο Κρεμλίνο και περιλαμβάνεται σε ρωσικό κατάλογο καταζητούμενων.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι η αυξανόμενη επιθυμία των Ευρωπαίων ηγετών να επαναφέρουν τον διάλογο με τη Μόσχα ενδέχεται να εκληφθεί από το Κρεμλίνο ως ένδειξη αδυναμίας.
Εξάλλου, η επίσημη ρωσική ενημέρωση για την επικοινωνία της Τρίτης δεν έδωσε ενδείξεις ότι ο Πούτιν είναι πρόθυμος να μεταβάλει τις βασικές απαιτήσεις του για τον τερματισμό του πολέμου.
Μάλιστα, σύμφωνα με τους Financial Times, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας ο Ρώσος πρόεδρος αφιέρωσε μέρος του χρόνου σε ιστορικές αναφορές για τον μεσαιωνικό σλαβικό κόσμο, επαναλαμβάνοντας επιχειρήματα που έχει χρησιμοποιήσει για να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Ουκρανίας να υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος.
Παράλληλα, η Μόσχα εμφανίζεται περισσότερο διατεθειμένη να εξετάσει ευρωπαϊκές διπλωματικές πρωτοβουλίες μετά τη συνάντηση του Αμερικανού ειδικού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ με τον Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη την περασμένη εβδομάδα.
Ωστόσο, η ”προθυμία” του Πούτιν να συνομιλήσει με Ευρωπαίους ηγέτες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι έτοιμος να συμβιβαστεί.