Γιώργος Τριανταφυλλίδης: Πόσες ακόμα φορές είμαστε διατεθειμένοι να συνομολογήσουμε σε μια τεράστια παπάντζα

Διαβάζεται σε 7'
Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης
Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης

Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή τον «Θαυματοποιό» του Brian Friel – Και τα λέει  όλα έξω από τα δόντια.

Τον «Θαυματοποιό» του Brian Friel, σκηνοθετεί στο θέατρο Μπέλλος ο Θανάσης Δόβρης, με τον Γιώργο Τριανταφυλλίδη, τη Νικόλ Δημητρακοπούλου και τον Ευάγγελο Βογιατζή επί σκηνής.

Ο «Θαυματοποιός» δεν είναι ένα έργο για το υπερφυσικό. Είναι ένα έργο για την ανάγκη να πιστέψουμε σε αυτό, για την ανάγκη του ανθρώπου να κατασκευάζει νοήματα, να αναζητά σωτήρες, να επενδύει σε υποσχέσεις ακόμη και όταν κάπου βαθιά γνωρίζει ότι μπορεί να πρόκειται για μια ψευδαίσθηση.

Στο κέντρο βρίσκεται ένας περιπλανώμενος θίασος, ένας μηχανισμός που επιβιώνει χάρη στην υπόσχεση του θαύματος. Ο Φρανκ, τον οποίο υποδύεται ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης, εμφανίζεται ως ένας θεραπευτής πίστης που υπόσχεται το αδύνατο, αλλά ταυτόχρονα αμφιβάλλει και ο ίδιος για τη δύναμή του.
Κάπου ανάμεσα στην πίστη και στην απάτη, στην ανάγκη και στην εκμετάλλευση, στην αλήθεια και στην επιθυμία να πιστέψεις, ο «Θαυματοποιός» αποκτά μια ιδιαίτερη επικαιρότητα.

Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης εξηγεί στο NEWS 24/7 τι ήταν αυτό που τον γοήτευσε περισσότερο στο έργο λέγοντας: «Δεν με γοήτευσε τόσο το έργο όσο ο τρόπος που επέλεξε ο Δοβρης να το συνθέσει να δημιουργήσει κάτι που να θέτει σε κίνδυνο τη θέση σου μέσα στον κόσμο που σε χειροκροτεί. Αυτό που μερικές (αρκετές) φορές σε συστήνει με την απελπισία και που είναι πυρηνικό ζήτημα που θέτει το έργο. Πόσες ακόμα φορές είμαστε διατεθειμένοι να συνομολογήσουμε σε μια τεράστια παπάντζα.»

Η απάντησή του φωτίζει το γεγονός πως ο Θανάσης Δόβρης δεν αντιμετωπίζει το έργο ως μια αφήγηση πάνω στην εξαπάτηση, αλλά ως μια επικίνδυνη σχέση ανάμεσα σε αυτόν που υπόσχεται και σε αυτόν που έχει ανάγκη να πιστέψει. Η παράσταση επιχειρεί να φέρει αυτή τη σχέση όσο πιο κοντά γίνεται στον θεατή. Οι ηθοποιοί κινούνται σε απόσταση αναπνοής από το κοινό, συχνά ανάμεσά του, με στόχο να διαλυθεί όσο γίνεται η ασφαλής απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που παρακολουθεί και σε εκείνον που εκτίθεται.

Ποιος είναι τελικά ο «θαυματοποιός»: εκείνος που κάνει το θαύμα ή εκείνος που έχει ανάγκη να το πιστέψει;

«Ίσως ο θαυματοποιός να είναι εκείνος που επινοεί έναν κόσμο για να μπορέσει να κατοικήσει μέσα του — και το τίμημα είναι ότι κάποια στιγμή δεν ξέρει πια αν τον δημιούργησε ή αν παγιδεύτηκε μέσα του. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο στοιχείο του: ότι δημιουργούμε νοήματα για να αντέξουμε έναν κόσμο που δεν μας προσφέρει από μόνος του καμία εγγύηση.
Να είναι αυτός που αναλαμβάνει το ρίσκο να το φανταστεί. Και που, για μια στιγμή, καταφέρνει να κάνει και τους άλλους να ζήσουν μέσα σε αυτή τη δυνατότητα.»

«Ζούμε στη χρυσή εποχή των θαυματοποιών»

Ο Brian Friel γράφει για τους θεραπευτές της πίστης ως «μια τέχνη χωρίς εκπαίδευση, μια αποστολή χωρίς ευθύνη, ένα λειτούργημα χωρίς έργο».
Σήμερα, σε μια εποχή όπου άνθρωποι αναζητούν διαρκώς εκείνον που θα τους υποσχεθεί μια εύκολη απάντηση — στην πολιτική, στην καθημερινότητα, στην αυτοβελτίωση, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την επιτυχία — η φράση αποκτά μια άλλη διάσταση.

Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης το θέτει ακόμη πιο ωμά:
«Αναρωτιέμαι, τελικά, αν οι κοινωνίες παράγουν σωτήρες επειδή υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τη δύναμη να σώσουν ή επειδή υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντέχουν να είναι ελεύθεροι. Γιατί ο σωτήρας χρειάζεται τον πιστό του όσο ακριβώς και ο πιστός τον σωτήρα του. Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη μορφή συνενοχής: να παραδίδεις την ελευθερία σου και μετά να χειροκροτείς εκείνον που στην αφαίρεσε.

Νομίζω ότι σήμερα ζούμε στη χρυσή εποχή των θαυματοποιών. Απλώς δεν τους λέμε πια έτσι. Τους λέμε ειδικούς, αυθεντίες, ανθρώπους που υπόσχονται ότι έχουν τη συνταγή. Έχουμε μια ολόκληρη βιομηχανία σωτηρίας.»

Η φράση «βιομηχανία σωτηρίας» είναι ίσως μία από εκείνες που συνοψίζουν καλύτερα το γιατί ο «Θαυματοποιός» δεν μοιάζει καθόλου με ένα έργο κλεισμένο στην εποχή κατά την οποία γράφτηκε.
Γιατί η ανάγκη να εμφανιστεί κάποιος που θα προσφέρει μια καθαρή λύση σε έναν σύνθετο κόσμο όχι μόνο δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά ίσως έχει γίνει ακόμη πιο ισχυρή.

Πού τελειώνει η ελπίδα και πού αρχίζει η αυταπάτη;

Η συζήτηση με τον Γιώργο οδηγείται αναπόφευκτα στο όριο ανάμεσα στην ελπίδα και στην αυταπάτη. Ένα όριο που δεν αφορά μόνο το θαύμα ή την πίστη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονται σήμερα η αποδοχή και η επιτυχία.

«Έχουμε αρχίσει να συγχέουμε την αποδοχή με την αξία, τον θόρυβο με την ανατροπή και το παράξενο με το ριζοσπαστικό. Το να προκαλείς δεν σημαίνει ότι αμφισβητείς. Μερικές φορές σημαίνει απλώς ότι έμαθες πολύ καλά τι πουλάει και είναι οκ, αλλά κάπου εκεί κάνεις παρέα με την πρώτη ξαδέλφη της αυταπάτης. Μια φασούλα με εξασφαλισμένη αποδοχή, καλές δημόσιες σχέσεις είναι μια πολύ βολική φασούλα.
Δεν έχω τίποτα εναντίον της επιτυχίας, ίσα ίσα καλοδεχούμενη. Έχω όμως εναντίον της ανάγκης να μεταμφιέζουμε την επιτυχία σε αδιαμφισβήτητη αλήθεια, υπεργαματοσύνη και υστερία.»

Η απάντηση μετακινεί τη συζήτηση πέρα από το ίδιο το έργο. Η αυταπάτη δεν αφορά μόνο εκείνον που περιμένει ένα θαύμα. Μπορεί να αφορά και έναν ολόκληρο μηχανισμό που παράγει διαρκώς βεβαιότητες, επιτυχίες και «αυθεντίες», μέχρι η αποδοχή να παρουσιάζεται περίπου ως απόδειξη αξίας. Όταν τον ρωτάμε αν έχει ζήσει ποτέ ο ίδιος ένα μικρό «θαύμα», η απάντηση είναι σχεδόν αφοπλιστική:
«Νομίζω πως ναι.»

Τίποτε περισσότερο.
Και ίσως αυτή η μικρή απάντηση να ταιριάζει απόλυτα με ένα έργο που αρνείται να προσφέρει βεβαιότητες.

Το ίδιο λιτή είναι και η απάντησή του όταν τον ρωτάμε τι, μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο, εξακολουθεί να τον κάνει να επιστρέφει στη σκηνή:
«Είναι αυτό που ένιωθες όταν ήσουν μικρός, ένα “Δεν ξέρω”.»

Ίσως τελικά αυτό το «δεν ξέρω» να βρίσκεται και στον πυρήνα του «Θαυματοποιού».

Ο «Θαυματοποιός» του Brian Friel παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Θανάση Δόβρη στο Θέατρο Μπέλλος.
Τη μετάφραση υπογράφει ο Ερρίκος Μπελιές, τα σκηνικά και τα κοστούμια η Αλέγια Παπαγεωργίου, τη μουσική ο Panú (Παναγιώτης Μανουηλίδης) και τους φωτισμούς ο Χρήστος Δούρος.
Παίζουν οι Ευάγγελος Βογιατζής, Νικόλ Δημητρακοπούλου και Γιώργος Τριανταφυλλίδης.
Η παράσταση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο του προγράμματος 2026 του θεσμού «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός».

Πληροφορίες

Θέατρο Μπέλλος, Κέκροπος 1, Αθήνα
Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:15
Διάρκεια: 115 λεπτά
Τηλέφωνο: 210 3229889

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα