Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΗΚΕ ΠΟΤΕ ΣΕ ΚΑΛΟΥΠΙ
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα τιμήσει τον Άγγελο Παπαδημητρίου με Τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο στην πρεμιέρα της ταινίας «Άγγελος στα πέριξ» του Φρέντυ Βιανέλλη – Μία συζήτηση εφ όλης της ύλης μαζί του
Ο Άγγελος Παπαδημητρίου είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις καλλιτεχνών που δεν περιγράφονται εύκολα με μία μόνο ιδιότητα. Εικαστικός, ηθοποιός, performer, τραγουδιστής, ένας άνθρωπος που εδώ και δεκαετίες μετακινείται με απόλυτη φυσικότητα από τη μία μορφή τέχνης στην άλλη, χωρίς να μοιάζει ποτέ ότι αλλάζει πεδίο· περισσότερο σαν να συνεχίζει την ίδια διαδρομή με διαφορετικά μέσα, με την ίδια ελευθερία και την ίδια σχεδόν παιδική περιέργεια απέναντι στα πράγματα.
Αυτή η διαδρομή έρχεται τώρα να αναγνωριστεί με έναν ακόμη, ιδιαίτερα συμβολικό τρόπο. Όπως αποκαλύπτει αποκλειστικά το NEWS 24/7, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα του απονείμει Τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο στην πρεμιέρα της ταινίας «Άγγελος στα πέριξ» του Φρέντυ Βιανέλλη, ενώ παράλληλα θα αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών Ιωαννίνων.
Με αφορμή αυτές τις δύο τιμές, τον συνάντησα στο Φίλιον, στο Κολωνάκι, στο στέκι του.
Και οι δύο ώρες που ακολούθησαν πέρασαν σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, καθώς η κουβέντα άνοιξε από το Κιάτο και τα πρώτα παιδικά χρόνια μέχρι την Ελένη Βακαλό, τον Ανδρέα Βουτσινά, τον Διονύση Σαββόπουλο, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τις φιλίες, τη μοναξιά, την ευγένεια, την αναγνώριση και εκείνη την ελευθερία που, όπως ο ίδιος λέει, βρίσκεται πιο κοντά από κάθε άλλη λέξη στην τέχνη.
Κάποια στιγμή, ενώ η συζήτηση είχε ήδη διατρέξει δεκαετίες ζωής, πρόσωπα και μνήμες, ο ίδιος σταμάτησε και παρατήρησε:
«Δεν μιλάμε καθόλου για τέχνη. Για ζωή μιλάμε».
Μόνο που στην περίπτωση του Άγγελου Παπαδημητρίου, αυτή η διάκριση μοιάζει σχεδόν αδύνατη.
Από το Κιάτο, από ένα σπίτι όπου «δεν υπήρχε βία»
Η συζήτησή μας ξεκινά από τους γονείς του και από εκείνον τον πρώτο κόσμο μέσα στον οποίο διαμορφώθηκε, από τα παιδικά χρόνια στην Αθήνα και στο Κιάτο, από μια εύπορη αστική οικογένεια, με το μεγάλο σπίτι, τους συγγενείς που μπαινόβγαιναν, τις θείες, τους φίλους των γονιών, έναν ολόκληρο μικρόκοσμο που ο Άγγελος Παπαδημητρίου ανακαλεί σήμερα όχι σαν σκηνικό μιας άλλης εποχής, αλλά μέσα από πρόσωπα, κουβέντες και περιστατικά που μοιάζουν να έχουν μείνει άθικτα στη μνήμη του.
Η μητέρα του δεν εργάστηκε ποτέ, ο πατέρας του είχε σπουδάσει στην Ανωτάτη Εμπορική και, όταν γνώρισε τη μητέρα του, μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση του πεθερού του. «Όμορφες οικογένειες», λέει κάποια στιγμή, κι όσο τον ακούς αντιλαμβάνεσαι ότι δεν αναφέρεται τόσο στην οικονομική τους άνεση όσο σε έναν τρόπο ζωής και συμπεριφοράς που φαίνεται πως τον καθόρισε βαθιά. «Αστική οικογένεια», λέει, αλλά αμέσως σπεύδει να θυμηθεί κάτι πολύ πιο ουσιαστικό για εκείνον: ότι στο σπίτι τους δεν είχε γνωρίσει ξυλοδαρμούς, φωνές και βία, πράγματα που ως παιδί έβλεπε να συμβαίνουν σε άλλα σπίτια.
Για τη μητέρα του μιλά με μια τρυφερότητα που δεν χρειάζεται να δηλωθεί, γιατί βρίσκεται διάχυτη μέσα στις ιστορίες του. Τη θυμάται δυναμική, όμορφη –«όταν λέμε καλλονή, καλλονή και στην ψυχή και στο σώμα», λέει– αλλά κυρίως ως έναν άνθρωπο με έναν βαθύ, έμφυτο τρόπο να στέκεται απέναντι στους άλλους.
Και είναι χαρακτηριστικό ότι, εβδομήντα χρόνια αργότερα, μπορεί ακόμη να ανασύρει μια ολόκληρη σκηνή από το Κιάτο: έναν ηλικιωμένο άνδρα που φτάνει με ένα καφάσι ροδάκινα, τη μητέρα του που σκύβει να πάρει ένα, εκείνον παιδάκι μπροστά της, ένα ξαφνικό χαστούκι και την άμεση αντίδρασή της. Δεν αφηγείται τη σκηνή σαν μεγάλη οικογενειακή ιστορία, τη θυμάται σχεδόν κινηματογραφικά, με εκείνη την παράξενη ακρίβεια με την οποία μένουν μέσα μας ορισμένες εικόνες της παιδικής ηλικίας.
Και όσο μιλά για τους γονείς του, αυτό που αναδύεται δεν είναι μια εξιδανικευμένη παιδική ηλικία, αλλά η αίσθηση ότι εκείνοι του έδωσαν κάτι που αργότερα θα αποδεικνυόταν καθοριστικό: χώρο. Δεν προσπάθησαν να τον φτιάξουν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους, ούτε να αποφασίσουν εκ μέρους του τι όφειλε να γίνει.
Στην αφήγησή του επιστρέφει συχνά αυτή η ελευθερία, άλλοτε μέσα από μεγάλες αποφάσεις και άλλοτε μέσα από πράγματα σχεδόν ασήμαντα, όπως συμβαίνει συνήθως με όσα τελικά μας διαμορφώνουν.
Ο Άγγελος Παπαδημητρίου ως Καβάφης
Και βέβαια υπάρχει ο πατέρας του. Ένας άνθρωπος που, όπως προκύπτει από τις ιστορίες του Άγγελου, δεν κατάλαβε πάντοτε εξαρχής τις επιλογές του γιου του, αλλά στα χρόνια που ακολούθησαν έφτασε όχι απλώς να τις αποδεχτεί, αλλά να τις κοιτάζει με θαυμασμό.
Και τότε, μεγάλος πια, του είπε μια φράση που ο Άγγελος θυμάται ακόμη λέξη προς λέξη:
«Παιδάκι μου, πώς έκανες τη ζωή σου τόσο ωραία; Πώς τα κατάφερες;» Τη λέει και χαμογελά. Και είναι ίσως μία από τις ωραιότερες φράσεις που μπορεί να ακούσει ένας γιος από τον πατέρα του, γιατί δεν μιλά για επιτυχία, καριέρα ή αναγνώριση, αλλά για κάτι πολύ μεγαλύτερο και πολύ δυσκολότερο: για το πώς έφτιαξε τη ζωή του.
Και καθώς τον ακούω να πηγαίνει από το ένα περιστατικό στο άλλο, από το Κιάτο στην Αθήνα και από τους γονείς του στις θείες, στους φίλους και σε εκείνες τις οικογένειες που περνούσαν η μία μέσα από το σπίτι της άλλης «χωρίς κουδούνι», αρχίζω να καταλαβαίνω ότι όλη αυτή η φαινομενικά ασύνδετη ανθρωπογεωγραφία δεν είναι μια παρέκβαση από την ιστορία του. Είναι η ιστορία του.
Από εκεί φαίνεται να ξεκινούν η παρατηρητικότητά του, η περιέργεια για τους ανθρώπους, η σημασία που δίνει μέχρι σήμερα στην ευγένεια και, ίσως περισσότερο απ’ όλα, εκείνη η αίσθηση ελευθερίας που αργότερα θα γίνει ο πυρήνας ολόκληρης της καλλιτεχνικής του διαδρομής.
«Με βγάζει από την ομάδα»
Ένα από τα πιο καθοριστικά επεισόδια της παιδικής του ηλικίας συνέβη πολύ νωρίς, στο δημοτικό, όταν μια δασκάλα, η κυρία Λουίζα, διέκρινε σε εκείνον κάτι διαφορετικό και, αντί να προσπαθήσει να το περιορίσει ή να το εντάξει στο ίδιο καλούπι με τα υπόλοιπα παιδιά, έκανε το ακριβώς αντίθετο: του έδωσε χώρο.
Ο ίδιος θυμάται τον εαυτό του μικρόσωμο, «πολύ ξύπνιο παιδάκι», με μεγάλη ευκολία στο σχέδιο, στη ζωγραφική και στο τραγούδι. Και θυμάται ακόμη καλύτερα τη στιγμή που η κυρία Λουίζα τον ξεχώρισε από την ομάδα των παιδιών και του επέτρεψε, ουσιαστικά, να ακολουθήσει τη δική του διαδρομή.
«Με βγάζει λοιπόν από την ομάδα». Ενώ τα άλλα παιδιά ακολουθούσαν μια κοινή άσκηση, εκείνος μπορούσε να κάνει αυτό που ήθελε. Και, ακούγοντάς τον σήμερα να επιστρέφει σε εκείνη τη στιγμή, καταλαβαίνεις ότι δεν τη θυμάται απλώς ως μια ευχάριστη σχολική εξαίρεση, αλλά σαν μια πρώτη, σχεδόν θεμελιώδη εμπειρία ελευθερίας.
Γιατί εκεί, μέσα σε αυτή την πολύ απλή χειρονομία μιας δασκάλας, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι μπορούσε να κινηθεί έξω από την ομάδα χωρίς να αισθάνεται αποκλεισμένος, να δημιουργεί μόνος χωρίς να σημαίνει ότι απομακρύνεται από τους άλλους, να δοκιμάζει, να φτιάχνει, να τραγουδά, να ζωγραφίζει χωρίς να περιμένει πρώτα μια οδηγία.
«Ζω αυτόν τον παράδεισο της απόλυτης δημιουργίας. Γιατί φτιάχνω, κάνω, είμαι σπίτι, αγαπώ, έχω πολλούς φίλους, αλλά δεν είμαι ομάδα».
Η φράση του είναι αποκαλυπτική, γιατί περιγράφει ήδη, σχεδόν με παιδικούς όρους, κάτι που θα ακολουθήσει ολόκληρη τη ζωή του: την ανάγκη να βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους χωρίς να χάνει την αυτονομία του, να συμμετέχει χωρίς να υποτάσσεται, να ανήκει χωρίς να εντάσσεται ολοκληρωτικά.
Και αμέσως μετά λέει κάτι ακόμη πιο τολμηρό:
«Όταν πήγα οκτώ χρονών περίπου, τα είχα μάθει όλα. Όλα τα μυστικά της τέχνης στην πρωτογενή τους μορφή». Δεν το λέει με έπαρση, το λέει σαν να περιγράφει μια γνώση που προηγήθηκε της θεωρίας, μια σχεδόν ενστικτώδη κατανόηση του τι σημαίνει να δημιουργείς πριν ακόμα μάθεις πώς ονομάζονται οι κανόνες, οι σχολές, οι τεχνικές και οι κατηγορίες της τέχνης.
«Από κει και πέρα ακολούθησα αυτόν τον εαυτό μου», λέει. Και πράγματι, όσο προχωρά η κουβέντα, τόσο περισσότερο επιστρέφουμε σε αυτή τη ρίζα. Στην άρνηση του καλουπιού. Στην ανάγκη να μη χρειαστεί να χωρέσει κάπου για να υπάρξει.
«Είχα ένα αίτημα ελευθερίας. Ε, αυτό είναι η ρίζα όλων. Ό,τι ακολούθησε είχε ρίζα αυτό το πράγμα. Να μην μπω ποτέ σε μια ομάδα. Σε καλούπι».
Η σχολή που δεν έκανε και η τέχνη που δεν διδάχθηκε
Η ελευθερία αυτή, που φαίνεται να έχει εγκατασταθεί μέσα του από πολύ νωρίς, θα καθορίσει και όλες τις επόμενες επιλογές του, ακόμη κι εκείνες που, εκ των υστέρων, μοιάζουν σχεδόν αυτονόητες. Ήθελε να πάει στην Καλών Τεχνών, το σκεφτόταν σοβαρά, μέχρι που βρέθηκε μπροστά στη σχολή, είδε τον τρόπο με τον οποίο δούλευαν τα παιδιά, την επανάληψη, την άσκηση, τη διαδικασία, και κάτι μέσα του υποχώρησε.
Χρόνια αργότερα, όπως θυμάται, ο Γιώργος Μαυροΐδης θα του έλεγε σχεδόν ανακουφισμένος: «Πώς γλίτωσες;». Κι εκείνος σήμερα το αφηγείται σαν μία ακόμη στιγμή όπου, χωρίς να το έχει ακριβώς αποφασίσει, ακολούθησε εκείνη την πρώτη του παρόρμηση: να μη μπει σε ένα σύστημα που αισθανόταν ότι θα τον περιόριζε.
Κάπως έτσι θα έρθει αργότερα και το θέατρο στη ζωή του, όχι ως προγραμματισμένη μετακίνηση από το ένα καλλιτεχνικό πεδίο στο άλλο, ούτε ως μια νέα «καριέρα» που έπρεπε να οικοδομηθεί, αλλά σχεδόν σαν να του παρουσιάστηκε ακόμη ένας τρόπος να εκφράσει αυτό που ήδη υπήρχε μέσα του. Δεν είχε σπουδάσει ηθοποιός, δεν ένιωθε ότι όφειλε να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη τεχνική και, κυρίως, δυσκολευόταν βαθιά με την ίδια την ιδέα της εκτέλεσης μιας εντολής.
«Το θεωρούσα υποταγή. Το να εκτελέσω διαταγή». Και σχεδόν αμέσως διευκρινίζει ότι δεν επρόκειτο για αυθάδεια, ούτε για την ανάγκη ενός ανθρώπου να πηγαίνει κόντρα στους άλλους μόνο και μόνο για να διαφοροποιηθεί.
«Αυτό όμως όχι με αυθάδεια. Η επιβολή βίας, η επιβολή γνώμης επάνω μου με τρέλανε».
Ακούγοντάς τον, καταλαβαίνεις ίσως καλύτερα γιατί η πορεία του δεν υπάκουσε ποτέ σε εκείνη τη λογική που θέλει έναν καλλιτέχνη να διαλέγει κάποια στιγμή τι ακριβώς είναι και να παραμένει πιστός σε αυτό.
Ο Άγγελος Παπαδημητρίου δεν χρειάστηκε ποτέ να εγκαταλείψει τη ζωγραφική για να γίνει ηθοποιός, ούτε το θέατρο για να περάσει στον κινηματογράφο, ούτε να υποβαθμίσει το τραγούδι ή την performance σε μια παράλληλη δραστηριότητα. Όλα αυτά υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν μαζί, όχι ως διάσπαρτες εκφάνσεις μιας πολυπραγμοσύνης, αλλά σαν διαφορετικοί τρόποι της ίδιας δημιουργικής ύπαρξης.
Όταν του λέω πως, ακούγοντάς τον, έχω την αίσθηση ότι τα εικαστικά, το θέατρο και ο κινηματογράφος δεν είναι απλώς πλευρές της δουλειάς του αλλά σχεδόν η ίδια του η ζωή, σπεύδει να διορθώσει τη διατύπωση:
«Ζω παράλληλα. Το υποστηρίζω πολύ αυτό το πράγμα και ισότιμα. Δεν το κάνω για χόμπι».
Οι άνθρωποι που είδαν κάτι πριν από εκείνον
Στη ζωή του επαναλαμβάνεται σχεδόν εμμονικά το ίδιο μοτίβο: κάποιος τον συναντά, τον παρατηρεί και διακρίνει επάνω του μια δυνατότητα που ο ίδιος είτε δεν έχει ακόμη ονομάσει είτε δεν έχει καν αποφασίσει ότι θέλει να χρησιμοποιήσει. Και κάπως έτσι, χωρίς σχέδιο, χωρίς εκείνη τη γραμμική αίσθηση καριέρας που θέλει κάθε βήμα να προετοιμάζει το επόμενο, ανοίγουν μπροστά του δρόμοι που αργότερα θα μοιάζουν σχεδόν αυτονόητοι.
Η Ελένη Βακαλό υπήρξε μία από αυτές τις καθοριστικές παρουσίες. Την αποκαλεί χωρίς δεύτερη σκέψη «την πιο σοφή γυναίκα της Ελλάδος» και ο τρόπος με τον οποίο μιλά γι’ αυτήν δείχνει ότι δεν υπήρξε απλώς μια σημαντική δασκάλα ή μια προσωπικότητα που εκτιμούσε, αλλά ένας άνθρωπος που τον βοήθησε να εμπιστευτεί το ίδιο του το βλέμμα. Θυμάται να της δείχνει τρία μικρά γλυπτά, σχεδόν σαν ασκήσεις, και εκείνη να του απαντά με την απόλυτη καθαρότητα που φαίνεται πως εκτιμούσε βαθιά:
«Αυτό είναι τέχνη. Αυτό δεν είναι τέχνη».
Και εκείνος να μένει μπροστά σ’ αυτή τη διάκριση, αναζητώντας τι ακριβώς είναι εκείνο το «ανάμεσα», το αόρατο όριο που χωρίζει το απλώς κατασκευασμένο από κάτι που αποκτά άλλη ποιότητα.
Ο Άγγελος Παπαδημητρίου δεν παραλείπει να αναφερθεί στη Τζούλια Δημακοπούλου, την ιστορική γκαλερίστα των «Νέων Μορφών», που του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της εικαστικής σκηνής. Εκεί, έκανε το 1983 την πρώτη ατομική του έκθεση, το «Ροκ-Ροκοκό», και εκεί βρήκε κάτι που φαίνεται να υπήρξε καθοριστικό σε όλη τη διαδρομή του: έναν άνθρωπο που τον εμπιστεύτηκε γι’ αυτό ακριβώς που ήταν. «Ρε μάγκα, και τίποτα να μην πουλήσεις, εγώ σε θέλω γι’ αυτό που είσαι», έχει θυμηθεί να του λέει η Δημακοπούλου.
Από τη Βακαλό, λοιπόν, στις «Νέες Μορφές», οι πόρτες των εικαστικών είχαν ήδη ανοίξει. Λίγο αργότερα, μια άλλη γυναίκα, η Μελίνα Τανάγρη, θα του άνοιγε με τον δικό της τρόπο την πόρτα του θεάτρου. Ο ίδιος επιμένει πως εκεί πρέπει να αναζητήσει κανείς πραγματικά την αρχή της θεατρικής του διαδρομής. Ήταν η εμπιστοσύνη της, λέει, που του άνοιξε την πρώτη πόρτα: εκείνη τον πήρε μαζί της σε μεγάλη περιοδεία και έτσι βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε ένα περιβάλλον όπου άρχισαν να τον βλέπουν άνθρωποι του θεάτρου. «Αν δεν υπήρχε η Μελίνα για να με πάρει να με δουν…», λέει σήμερα, αναγνωρίζοντας εκ των υστέρων πόσο καθοριστική υπήρξε εκείνη η κίνηση.
Στη Θεσσαλονίκη τον είδε η Έφη Σταμούλη (Πειραματική Σκηνή Θεσσαλονίκης) και κάπως έτσι ήρθε η πρώτη πραγματική του εμφάνιση στο θέατρο, στον ρόλο του Μαλβόλιο στη «Δωδέκατη Νύχτα». Και αυτή η πρώτη εμπειρία, που ξεκίνησε από την εμπιστοσύνη της Τανάγρη και συνεχίστηκε μέσα από το βλέμμα της Σταμούλη, ήταν ουσιαστικά το σημείο εκκίνησης. Από εκεί θα ερχόταν λίγο αργότερα ο Βουτσινάς, ο οποίος τον είδε, κράτησε τη μορφή του στη μνήμη του και, μήνες μετά, τον αναζήτησε για τις «Νεφέλες».
«Κύριε Παπαδημητρίου, λέγομαι Βουτσινάς Ανδρέας. Ανεβάζω “Νεφέλες” και σας θέλω στην παράσταση. Θα πάμε στην Επίδαυρο, στη Δανία, στη Σουηδία».
Ο Παπαδημητρίου γελά ακόμη όταν θυμάται ότι στην αρχή δεν κατάλαβε καν ποιος τον καλούσε. Κι όμως, ο Βουτσινάς είχε ήδη αποφασίσει ότι εκείνος ο άνθρωπος που είχε δει στη σκηνή μπορούσε να γίνει ο Σωκράτης στις «Νεφέλες». Έτσι, σχεδόν απότομα, χωρίς προθάλαμο και χωρίς «θητεία», ο Άγγελος Παπαδημητρίου βρέθηκε σε έναν από τους πιο απαιτητικούς χώρους του θεάτρου.
Και αυτό που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Βουτσινάς δούλεψε μαζί του. Δεν προσπάθησε να τον μετατρέψει σε έναν «κανονικό» ηθοποιό, ούτε να του επιβάλει μια μέθοδο. Αντίθετα, όπως θυμάται ο ίδιος, του έδωσε το κείμενο και ουσιαστικά του ζήτησε να επιστρέψει με αυτό που ήταν δικό του, με κάτι που δεν μπορούσε να αντιγραφεί ή να διδαχθεί.
«Πάρε το κείμενο, πήγαινε σπίτι και φέρε μου αυτό που μου έκανες».
Αυτό ίσως είναι και το κλειδί για να καταλάβει κανείς γιατί άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους επέστρεφαν σε εκείνον: δεν έβλεπαν απλώς έναν άνθρωπο που μπορούσε να «παίξει», αλλά μια παρουσία που δεν έμοιαζε με κάτι ήδη γνωστό.
Κάπως έτσι φτάνουμε αργότερα και στον Νίκο Καραθάνο. Ο Παπαδημητρίου αφηγείται τη γνωριμία τους σχεδόν σαν σκηνή που θα μπορούσε να έχει γραφτεί για θέατρο. Ο Καραθάνος τον βλέπει, του μιλά και του προτείνει έναν δύσκολο ρόλο. Εκείνος απαντά χωρίς καμία πόζα: «Δεν ξέρω να παίζω θέατρο. Δεν είμαι ηθοποιός». Και η απάντηση του Καραθάνου δεν αφορά τεχνική, εμπειρία ή εκπαίδευση: «Θέλω την αύρα σας».
Η λέξη «αύρα» εμφανίζεται ξανά και ξανά στη συζήτησή μας, τόσο συχνά που σχεδόν αποκτά δική της διαδρομή μέσα στην αφήγησή του. Ο ίδιος δεν την αντιμετωπίζει μεταφυσικά, περισσότερο σαν έναν τρόπο να ονομάσουν οι άλλοι κάτι που δεν μπορούν εύκολα να περιγράψουν. Και ίσως γι’ αυτό τη συνδέει αμέσως με τον πατέρα του, θυμούμενος ένα περιστατικό από χρόνια πριν, όταν είχαν βρεθεί σε νοσοκομείο της Κορίνθου. Ο διευθυντής, ένας Ινδός γιατρός, του είχε πει για τον πατέρα του:
«Έχει αύρα τρομερή».
Και όταν χρόνια μετά άκουσε σχεδόν την ίδια λέξη από τον Νίκο Καραθάνο για τον ίδιο, η σύμπτωση έμεινε μέσα του. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι η συνεργασία με τον Καραθάνο δεν σταμάτησε σε μια παράσταση.
Ο Νίκος Καραθάνος τον πήρε ξανά τηλέφωνο για να του προτείνει καινούργια πράγματα, σαν να είχε βρει σε εκείνον μια ποιότητα που μπορούσε κάθε φορά να μετακινείται σε άλλους ρόλους χωρίς να χάνει τον πυρήνα της. Και ο Άγγελος Παπαδημητρίου, που διαρκώς επιμένει πως δεν είναι «ηθοποιός» με τη συμβατική έννοια, επιστρέφει κάθε φορά, σχεδόν σαν να αναγνωρίζει κι εκείνος μέσα από το βλέμμα του άλλου κάτι που δεν είχε θελήσει να ορίσει μόνος του.
Και η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται αργότερα και στον κινηματογράφο, με τον Πάνο Κούτρα και το «Xenia». Άλλο μέσο, άλλες απαιτήσεις, αλλά ο ίδιος τρόπος δουλειάς. Με τον Κούτρα γνωρίζονταν ήδη από παλιότερα, όταν του πρότεινε να συμμετέχει στην ταινία, διάβασε το κείμενο και δέχτηκε αμέσως να μπει στην ταινία.
Η πιο χαρακτηριστική ιστορία, όμως, έρχεται από το γύρισμα. Στην πρώτη απόπειρα μιας σκηνής, ο βοηθός τού έδινε αναλυτικές οδηγίες: «Θα πάρεις τώρα το ποτήρι, εδώ θα το πας, εκεί θα κάνεις». Η σκηνή δεν λειτούργησε και ο Κούτρας, όπως τον θυμάται, εμφανίστηκε απογοητευμένος, λέγοντάς του πως ήταν «πολύ κακός» και πως είχε «καταστραφεί», γιατί ο συγκεκριμένος ρόλος ήταν κομβικός για την ταινία.
Τότε ο Άγγελος Παπαδημητρίου του είπε: «Με αφήνεις να το κάνω όπως θέλω εγώ;». Ο Κούτρας, μέσα στην απελπισία της στιγμής, τον άφησε. Και τότε συνέβη αυτό που ο ίδιος περιγράφει σαν πλήρη ανατροπή: η σκηνή βγήκε με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, τόσο ώστε ο σκηνοθέτης να συγκινηθεί και να του πει, βγαίνοντας από το γύρισμα, ότι αυτό που μόλις είχε κάνει ήταν καλύτερο απ’ όσο περίμενε.
Μια ζωή γεμάτη διασταυρώσεις
Όσο μιλάει, καταλαβαίνεις σιγά σιγά ότι ο Άγγελος Παπαδημητρίου δεν αφηγείται ποτέ τη ζωή του ως καριέρα και, ίσως ακόμη περισσότερο, δεν φαίνεται να τη θυμάται έτσι. Δεν υπάρχει σχεδόν πουθενά εκείνο το τακτοποιημένο «και μετά έκανα αυτό», η μία δουλειά που οδήγησε στην επόμενη, η επιτυχία που άνοιξε μια άλλη πόρτα. Υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος.
Μια γνωριμία, ένα τραπέζι, ένα σπίτι, μια βραδιά που κάποιος τραγούδησε, ένα τηλεφώνημα που ήρθε μήνες αργότερα, ένας φίλος που τον σύστησε σε κάποιον άλλον, μια συνάντηση που τη στιγμή που συνέβαινε δεν είχε κανένα ιδιαίτερο βάρος και χρόνια μετά αποδείχθηκε ότι είχε αλλάξει κάτι.
Κι έτσι περνούν από την αφήγησή του ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μελίνα Τανάγρη, η Χαρούλα Αλεξίου, ο Γιάννης Ξανθούλης, η Ελένη Βακαλό, ο Ανδρέας Βουτσινάς, ο Νίκος Καραθάνος, εικαστικοί, ποιητές, ηθοποιοί και σκηνοθέτες, όχι όμως ως ένας κατάλογος διάσημων ανθρώπων που συνάντησε στη διαδρομή του, αλλά ως πρόσωπα που σε διαφορετικές περιόδους έγιναν κομμάτι της καθημερινότητάς του – και πολύ συχνά της ίδιας της ζωής του.
Για τον Σαββόπουλο, για παράδειγμα, μπορεί να ξεκινήσει από μια βραδιά στο σπίτι του και από τρία γατάκια που μπήκαν μέσα, να περάσει στο τραγούδι, σε έναν μαθηματικό που έπαιζε μπουζούκι, σε μια παρέα τριάντα ανθρώπων και ξαφνικά να βρεθεί να μιλά για το πώς ακούει ο ίδιος μια φωνή, τι σημαίνει να τραγουδάς και πόσα χρόνια προσπαθεί να κατακτήσει εκείνο το «βάθος» που άκουσε κάποτε σε κάποιον άλλον.
Στην αφήγησή του τα πράγματα δεν μπαίνουν ποτέ σε κουτάκια: μια φιλική βραδιά μπορεί να γίνει μάθημα μουσικής, μια γνωριμία να οδηγήσει χρόνια αργότερα σε συνεργασία, μια φράση να μείνει μέσα του για δεκαετίες.
Το ίδιο συμβαίνει όταν θυμάται τον Γιάννη Ξανθούλη. Δεν πήγε, όπως λέει, για να παίξει στις «Μέλισσες». Ήθελε να γνωρίσει τον Ξανθούλη, του οποίου διάβαζε τα βιβλία και ο οποίος του είχε «κολλήσει» στο μυαλό. Και τελικά βρέθηκε να παίζει και η γνωριμία έγινε συνεργασία και η συνεργασία φιλία.
Και αμέσως μετά, χωρίς σχεδόν ανάσα, εμφανίζεται στη διήγησή του η Χαρούλα Αλεξίου. Ήταν συμμαθητές για ένα διάστημα στη σχολή Κατσέλη και θυμάται να της λέει τότε, πολύ πριν από όλα όσα θα ακολουθούσαν: «Θα γίνεις η μεγαλύτερη τραγουδίστρια της Ελλάδας».
Εκείνη, όπως λέει, του απαντούσε περίπου «Άντε βρε, αποκλείεται, τα λες αυτά γιατι μ’ αγαπάς…». Χρόνια μετά, όταν οι διαδρομές τους συναντήθηκαν ξανά, ο ίδιος το βίωσε σαν ακόμη έναν από εκείνους τους κύκλους που η ζωή του έχει την παράξενη συνήθεια να κλείνει.
Ίσως γι’ αυτό, όταν επιχειρεί ο ίδιος να βάλει μια τάξη σε όλα αυτά, δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «πορεία», αλλά κάτι πολύ πιο παιγνιώδες:
«Τα έχω κάνει όλα και κλείνει ο κύκλος. Όλα αυτά είναι σαν παιχνίδι, σαν ένα παζλ. Το ένα συμπληρώνει το άλλο».
Και αυτή η εικόνα του παζλ μοιάζει τελικά πολύ πιο ακριβής από οποιοδήποτε βιογραφικό χρονολόγιο. Γιατί στη ζωή του Άγγελου Παπαδημητρίου η μία τέχνη δεν διαδέχεται την άλλη και οι άνθρωποι δεν εμφανίζονται απλώς στις αντίστοιχες «περιόδους» της καριέρας του. Όλα επιστρέφουν, τέμνονται και ξανασυναντιούνται.
Αντιφάσεις επί τω λαϊκότερον
Και κάπου εδώ υπάρχει μία ακόμη πλευρά της διαδρομής του που, για έναν εικαστικό, παραμένει μάλλον ασυνήθιστη: ο Άγγελος Παπαδημητρίου κατάφερε να περάσει από έναν κατεξοχήν εξειδικευμένο χώρο, εκείνον των εκθέσεων, των γκαλερί και της Μπιενάλε, σε ένα πολύ ευρύτερο, λαϊκό κοινό, χωρίς ποτέ να αντιμετωπίσει αυτή τη μετακίνηση σαν υποχώρηση ή σαν κάτι ασύμβατο με την καλλιτεχνική του ταυτότητα.
Στους «Στάβλους της Εριέττας Ζαΐμη» μπήκε με μεγάλη επιφύλαξη. Ο ίδιος αφηγείται ότι το προηγούμενο βράδυ έκλαιγε, αναρωτιόταν τι πήγαινε να κάνει και έβαζε συνεχώς εμπόδια – ζήτησε ακόμη και μία ιδιαίτερα υψηλή αμοιβή- σχεδόν σαν να ήλπιζε ότι η συνεργασία τελικά δεν θα προχωρούσε. Προχώρησε όμως – και εκείνη η τηλεοπτική παρουσία θα είχε μια απρόσμενη συνέχεια: κάποιος από τους σκηνοθέτες του Fort Boyard τον είδε στη σειρά και αποφάσισε ότι «αυτός μου κάνει».
Και στο Fort Boyard, όπου ανέλαβε τον ρόλο του «σοφού», η πρώτη του αντίδραση ήταν πάλι η αμηχανία. Έχει παραδεχθεί ότι στην αρχή πίστευε πως είχε «ρεζιλευτεί», ότι για ένα διάστημα σχεδόν κρυβόταν στο σπίτι, ώσπου άρχισε να καταλαβαίνει την επιτυχία που είχε το τηλεπαιχνίδι όταν τον σταματούσαν παιδιά στον δρόμο φωνάζοντας «ο σοφός, ο σοφός». Εκεί ίσως βρίσκεται και κάτι ουσιαστικό για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε πάντοτε: μπήκε σε έναν χώρο που αρχικά τού προκαλούσε δυσπιστία, αλλά όταν διαπίστωσε ότι μπορούσε να υπάρξει εκεί χωρίς να χάσει τον εαυτό του, τον έκανε δικό του.
Το ίδιο άνοιγμα προς ένα ευρύτερο κοινό συνεχίστηκε και στο θέατρο. Στο «Αναζητώντας τον Αττίκ», τη μεγάλη μουσικοθεατρική παραγωγή του Λάμπρου Λιάβα στο Badminton σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου, εμφανίστηκε ως Ζαζά δίπλα στη Ζωζώ Σαπουντζάκη σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές παρουσίες της παράστασης.
Ιδιαίτερη και χαρακτηριστική είναι η σχέση του με το Facebook. Για χρόνια δεν είχε καν κινητό τηλέφωνο και, όταν απέκτησε, χρειάστηκε –όπως λέει– «δάσκαλο» για να μάθει να το χρησιμοποιεί. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβε ότι και αυτό το νέο, θορυβώδες, συχνά χαοτικό μέσο μπορούσε να μετατραπεί σε υλικό. «Είπα: αυτό είναι το πιο μολυσμένο πράγμα. Το Facebook. Να το μετατρέψω σε τέχνη», θυμάται, και από εκεί ξεκίνησαν οι μεταμορφώσεις, οι εικόνες, τα διαφορετικά πρόσωπα, η δική του εκδοχή μιας καθημερινής ψηφιακής performance – με την πολύτιμη συμμετοχή του Μύρωνα Παβένου: «να είμαι εγώ όλα τα πρόσωπα».
Αυτή η σχέση του με το Facebook δεν έμεινε μόνο στην οθόνη. Πήρε και έντυπη μορφή στο «Λάϊκ», το βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ποταμός, με τον τίτλο που του έδωσε η Αναστασία Λαμπρία, συγκεντρώνοντας ένα μέρος αυτού του ιδιότυπου κόσμου εικόνων, μεταμορφώσεων και αυτοσκηνοθεσίας. Κι έτσι, κάτι που ξεκίνησε ως παιχνίδι με ένα μέσο που ο ίδιος χαρακτήριζε «το πιο μολυσμένο πράγμα» κατέληξε να γίνει ακόμη ένα αυτόνομο κομμάτι της δουλειάς του.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον: ότι η πρόσβασή του σε ένα λαϊκό κοινό δεν ήρθε επειδή απλοποίησε τον εαυτό του ή εγκατέλειψε την εικαστική του ταυτότητα, αλλά επειδή δεν αναγνώρισε ποτέ ένα αυστηρό σύνορο ανάμεσα στο «υψηλό» και στο «δημοφιλές». Μπορούσε να βρίσκεται στην Μπιενάλε της Βενετίας και, λίγα χρόνια αργότερα, σε μια τηλεοπτική σειρά ή σε ένα παιχνίδι που έβλεπαν οικογένειες και παιδιά. Να τραγουδά σε μια μεγάλη μουσικοθεατρική παραγωγή και σήμερα να μεταμορφώνει το Facebook σε ακόμη ένα προσωπικό εργαστήριο εικόνας. Για έναν εικαστικό, αυτή η αναγνωρισιμότητα έξω από τον στενό κόσμο της τέχνης είναι σπάνια. Στον Άγγελο Παπαδημητρίου, όμως, μοιάζει απολύτως φυσική.
«Δεν έχω επενδύσει στην αναγνώριση»
Γι’ αυτό ίσως και η σημερινή τιμή από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αλλά και η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών Ιωαννίνων, τον φέρνουν μπροστά σε κάτι που μοιάζει να τον συγκινεί και ταυτόχρονα να τον φέρνει σε αμηχανία. Όχι επειδή δεν γνωρίζει την αξία της δουλειάς του, ούτε επειδή προσποιείται τον αδιάφορο απέναντι στην αναγνώριση, αλλά γιατί όλη η διαδρομή του χτίστηκε σχεδόν αντίστροφα: χωρίς να περιμένει από το βραβείο, τον θεσμό ή τη δημόσια αποδοχή να του πουν αν άξιζε αυτό που έκανε.
Όταν τον ρωτώ αν απογοητεύεται, απαντά αμέσως: «Όχι, γιατί δεν έχω επενδύσει στην αναγνώριση».
Κι όταν η κουβέντα επιστρέφει στα βραβεία, δεν μιλά για δικαίωση. Θυμάται τη μητέρα του και μία φράση που έχει μέσα της όλη εκείνη την αμήχανη σχέση του με την επισημότητα και την επιβράβευση: «Μάθαμε γυμνοί και ντρεπόμαστε ντυμένοι».
Και αμέσως μετά: «Δεν ξέρω πώς να φερθώ».
Ίσως αυτή η αμηχανία να είναι τελικά απολύτως συνεπής με όλη του τη διαδρομή. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου δεν έμαθε να κοιτάζει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των θεσμών και των βραβείων. Δεν περίμενε ποτέ τη δημόσια επικύρωση για να αποφασίσει τι αξίζει και τι όχι, ούτε φαίνεται να μετρά την πορεία του με όρους επιτυχίας και αποτυχίας. Κι έτσι, τώρα που η αναγνώριση έρχεται τόσο καθαρά και τόσο επίσημα, σχεδόν δεν ξέρει πού να τη βάλει μέσα στη ζωή του.
Ο Φρέντυ Βιανέλλης και ο «Άγγελος στα πέριξ»
Η ταινία που γίνεται τώρα η αφορμή γι’ αυτή τη βράβευση γεννήθηκε από μια φιλία σχεδόν μισού αιώνα.
Ο Φρέντυ Βιανέλλης και ο Άγγελος Παπαδημητρίου γνωρίζονται περίπου πενήντα χρόνια. Ο Παπαδημητρίου μιλά για εκείνον με αγάπη αλλά και με εκείνη τη χαρακτηριστική του αμεσότητα που δεν εξαιρεί ποτέ ούτε τους φίλους ούτε τον ίδιο του τον εαυτό από το πείραγμα.
Το «Άγγελος στα πέριξ» δεν είναι βιογραφία, επιμένει. Ο Φρέντυ, λέει, τον κοίταξε επειδή τον αγαπούσε, επειδή τον πίστευε ως καλλιτέχνη, επειδή ήθελε να δει μέσα από εκείνον κάτι περισσότερο.
Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί η ταινία λειτουργεί τόσο παράξενα και τόσο τρυφερά.
Ο Άγγελος περπατά στην Αθήνα, συναντά ανθρώπους, μια νεαρή γυναίκα με οπτική αναπηρία, έναν άστεγο ζωγράφο, φίλους και καλλιτέχνες, ανθρώπους που βρίσκονται για λίγο στον δρόμο του, και μέσα από αυτές τις μικρές συναντήσεις αποκαλύπτεται τελικά πολύ περισσότερο ο ίδιος απ’ όσο θα μπορούσε να αποκαλυφθεί μέσα από μια συμβατική αφήγηση της ζωής του.
Και όταν είδε ο ίδιος την ταινία, συνέβη κάτι που δεν περίμενε.
«Βλέπω τον εαυτό μου κι εγώ δεν τον είχα δει ποτέ τον εαυτό μου πραγματικά».
Αυτό ίσως είναι και το σπουδαιότερο επίτευγμα του Βιανέλλη, καθώς δεν επιχειρεί να εξηγήσει τον Παπαδημητρίου, κοιτάζει μέσα στη ψυχή του.
«Το κακό με κουράζει»
Υπάρχει μια φράση που λέει πολύ νωρίς και που όσο προχωρά η συζήτηση αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάρος.
«Το κακό με κουράζει».
Το λέει σχεδόν ως πρακτικό δεδομένο, όχι σαν ηθικό αξίωμα. Μιλά για το «καλό» με έναν τρόπο καθόλου αγιογραφικό, περισσότερο σαν μια συνειδητή στάση απέναντι στη ζωή.
«Έχω πάρει απόφαση να είμαι καλός», λέει, και ύστερα αυτοσαρκάζεται, όπως κάνει πάντα όταν κινδυνεύει να γίνει υπερβολικά σοβαρός.
Και πράγματι, στο τέλος εκεί καταλήγουν πολλές από τις ιστορίες του, στην καλοσύνη.
Η ευγένεια ως βαθύτερη στάση
Προς το τέλος της κουβέντας μιλάμε για τα όρια, για την οικειότητα, για εκείνη την ψευδαίσθηση ότι η ελευθερία σου επιτρέπει να εισβάλλεις στον χώρο του άλλου.
Δεν του αρέσει και δεν του άρεσε ποτέ.
Για εκείνον η ευγένεια δεν είναι savoir vivre, δεν είναι ένας τρόπος να κρατάς το πιρούνι, ούτε μια κοινωνική μάσκα. Είναι η αναγνώριση ότι ο άλλος έχει χώρο.
Και αμέσως μετά περιγράφει τη σχεδόν αδιάκοπη αυτοκριτική του: όταν φύγει από μια συνάντηση, μπορεί να αναρωτηθεί μήπως έκανε κάτι, μήπως υπήρξε βαρετός, μήπως είπε κάτι που πείραξε τον άλλον.
Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που η λέξη που μου ερχόταν διαρκώς στο μυαλό όσο μιλούσαμε δεν ήταν ούτε «εκκεντρικός» ούτε «ιδιοσυγκρασιακός». Ήταν μία πολύ παλιότερη λέξη, η λέξη Κύριος.
«Η κοντινότερη λέξη στη λέξη τέχνη είναι η ελευθερία»
Έπειτα από δύο ώρες, ενώ έχουμε πράγματι μιλήσει περισσότερο για τη ζωή παρά για την τέχνη, τον ρωτώ τελικά τι είναι τέχνη γι’ αυτόν.
Και τότε όλη η διαδρομή –το παιδί στο Κιάτο, η κυρία Λουίζα που το έβγαλε από την ομάδα, η άρνηση των σχολών και των καλουπιών, η Βακαλό, οι εικαστικές τέχνες, ο Βουτσινάς, το θέατρο, ο Καραθάνος, το σινεμά, οι φίλοι, τα λάθη, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες– μοιάζει ξαφνικά να συνοψίζεται σε μία φράση: «Για μένα η κοντινότερη λέξη στη λέξη τέχνη είναι η ελευθερία».
Και συνεχίζει: «Η ελευθερία μου εμένα είναι ο τρόπος που αντιμετώπισα το να ζήσω έτσι. Αυτό μου προσέφερε η τέχνη: ελευθερία».
Ίσως τελικά αυτό να είναι το νήμα που ενώνει όλη αυτή την πυκνή, πολυπρόσωπη, συχνά απίθανη ζωή του.
Ένα παιδί στο Κιάτο που πολύ νωρίς έμαθε ότι μπορεί να βγει από την ομάδα χωρίς να χάσει τους ανθρώπους, να μείνει μόνο του χωρίς να γίνει μοναχικό, να μην ανήκει σε καλούπια χωρίς να αρνείται τη συνύπαρξη, να κάνει εικαστικά χωρίς να περιοριστεί στην ταυτότητα του εικαστικού, να παίξει θέατρο χωρίς να αποφασίσει ότι είναι ηθοποιός, να τραγουδήσει, να κάνει κινηματογράφο, να μετατρέψει ακόμη και το Facebook –«το πιο μολυσμένο πράγμα», όπως το αποκαλεί– σε τέχνη.
Και τώρα, στα 75 του, να βρίσκεται μπροστά σε έναν Τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο, σχεδόν αμήχανος για το πώς πρέπει να φερθεί απέναντι στην αναγνώριση, ενώ ο Φρέντυ Βιανέλλης, ο φίλος πενήντα χρόνων, του επιστρέφει μέσα από μια ταινία το είδωλο ενός ανθρώπου που ο ίδιος, όπως ομολογεί, δεν είχε ποτέ δει πραγματικά.
Ίσως ο πατέρας του να είχε τελικά διατυπώσει, χρόνια πριν, την πιο σωστή ερώτηση.
«Παιδί μου, πώς έκανες τη ζωή σου τόσο ωραία; Πώς τα κατάφερες;»
Και η απάντηση, μετά από δύο ώρες στο Φίλιον, μοιάζει σχεδόν αυτονόητη.
Δεν σταμάτησε ποτέ να υπερασπίζεται εκείνο το παιδί που κάποτε βγήκε από την ομάδα και δεν φοβήθηκε να κάνει αυτό που ήθελε.