ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΟ MOULIN ROUGE ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΗΣ ΜΠΕΛ ΕΠΟΚ ΣΕ ΔΕΚΑ ΣΤΑΣΕΙΣ
Περπατήσαμε στο Παρίσι της Μπελ Επόκ μέσα από τη νέα feel-good έκθεση του Ιδρύματος Γουλανδρή και ξεχωρίσαμε δέκα στάσεις ανάμεσα σε αφίσες, καμπαρέ και μικρές ταινίες που σου φτιάχνουν τη διάθεση.
«Θέλουμε να διασκεδάσουμε. Θέλουμε να σας περάσουμε μια αισιοδοξία, μια ανεμελιά που όλοι τη χρειαζόμαστε». Στην παρουσίαση της έκθεσης «Belle Époque» που εγκαινιάστηκε στο Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στο Παγκράτι, η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau μας εξήγησε από την αρχή τι είχαν στο μυαλό τους μαζί με τη συνεπιμελήτριά της, Marina Ferretti Bocquillon. Να μας μεταφέρουν στο Παρίσι των καμπαρέ, των μεγάλων θεάτρων και των πολύχρωμων αφισών, εκεί όπου η διασκέδαση έδινε δουλειά στους καλλιτέχνες και οι καλλιτέχνες έδιναν πρόσωπο στη διασκέδαση.
Η αφορμή προέκυψε από μια ανατροπή στον προγραμματισμό. Ένα άλλο εκθεσιακό σχέδιο αναβλήθηκε και οι δύο επιμελήτριες αναζήτησαν κάτι που θα μπορούσε να φέρει αυτή τη χαρά της ζωής στο μουσείο και σε εμάς τους επισκέπτες, σε μια περίοδο που πλησιάζει και στις γιορτές. Υπήρχε και ένας πιο προσωπικός λόγος. Την επιτυχία της έκθεσης του Άντι Γουόρχολ, με τους 100.000 επισκέπτες, δεν είχαν καταφέρει να τη χαρούν όπως ήθελαν, εξαιτίας προσωπικών δυσκολιών. «Η εκδίκηση όμως ήρθε και σας παίρνουμε μαζί μας για να γιορτάσουμε», είπε η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau μεταδίδοντας τον ενθουσιασμό της.
Στο πλαίσιο της έκθεσης, δεκαπέντε καλλιτέχνες, ανάμεσά τους ο Τουλούζ-Λοτρέκ, ο Μυσά, ο Μπονάρ και ο Στάινλεν, μας συστήνουν τις χορεύτριες, τους τραγουδιστές και τις ηθοποιούς που γέμιζαν τις αίθουσες και τους τοίχους του Παρισιού. Η Ζαν Αβρίλ, η Λα Γκουλί, η Λοΐ Φούλερ, η Σάρα Μπερνάρ είναι μερικά από τα φωτεινά πρόσωπα μιας εποχής στην οποία η φήμη μπορούσε να ταξιδεύει πολύ πέρα από τη σκηνή. Όπως μας θύμισε η επιμελήτρια, το κοινό έτρεχε να δει τη μεγάλη σταρ Σάρα Μπερνάρ στις περιοδείες της σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη κι όταν δεν καταλάβαινε γαλλικά.
Πόσο ωραία ήταν αυτή η «ωραία εποχή»;
Η Μπελ Επόκ συνδέεται με τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τα χρόνια μέχρι το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ονομασία δόθηκε εκ των υστέρων, μέσα από τη νοσταλγία για έναν κόσμο πριν από τους πολέμους. Η ευημερία του είχε, βέβαια, συγκεκριμένους αποδέκτες. Η αποικιακή επέκταση τροφοδοτούσε τον πλούτο της Γαλλίας, ενώ στην πρωτεύουσα οι κοινωνικές αποστάσεις παρέμεναν μεγάλες. Πλάι στους εύπορους θαμώνες των θεάτρων ζούσαν εργάτες, πλύστρες και οικογένειες που δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα. Αυτή τη διαφορά ανάμεσα στο εύπορο δυτικό και το λαϊκό ανατολικό Παρίσι επισημαίνει και η επιμελήτρια.
Η έκθεση εστιάζει κυρίως στο διάστημα 1880-1900. Έχει προηγηθεί η αναμόρφωση του Παρισιού από τον βαρόνο Ζορζ-Εζέν Οσμάν, τον νομάρχη που ανέλαβε, με εντολή του Ναπολέοντα Γ΄, να μεταμορφώσει την πόλη, κατεδαφίζοντας παλιές συνοικίες και ανοίγοντας τα μεγάλα βουλεβάρτα. Η επιμελήτρια μας ζητά να φανταστούμε και την ταλαιπωρία αυτής της μεταμόρφωσης. Μια πόλη εργοτάξιο, με σκόνη παντού και εργασίες που συνεχίζονται ακόμη και τη νύχτα
Ο ηλεκτροφωτισμός παρατείνει τη ζωή μετά τη δύση του ήλιου, τα τρένα διευκολύνουν τα ταξίδια και οι Διεθνείς Εκθέσεις του 1889 και του 1900 φέρνουν επισκέπτες, κτίρια και θεάματα. Για την πρώτη κατασκευάζεται ο Πύργος του Άιφελ. Με τη δεύτερη συνδέονται το Γκραν Παλαί, το Πετί Παλαί, η γέφυρα Αλεξάνδρου Γ΄ και η έναρξη λειτουργίας του μετρό.
Θέατρα, καμπαρέ και καφέ-κονσέρ ανταγωνίζονται για το κοινό τους και απευθύνονται στους καλλιτέχνες για να ξεχωρίσουν. Ο νόμος του 1881 για την ελευθερία του Τύπου, που ρυθμίζει και τη δημόσια αφισοκόλληση, συμβάλλει στην εξάπλωση της αφίσας. Τοίχοι, σκαλωσιές, ακόμη και δημόσια ουρητήρια γεμίζουν εικόνες. Διαφημίζουν χορεύτριες, σαμπάνιες, μπισκότα και ποδήλατα. Για να τραβήξουν το βλέμμα του περαστικού, οι δημιουργοί δοκιμάζουν έντονα χρώματα, απρόσμενα κοψίματα και γράμματα που γίνονται μέρος της σύνθεσης.
Η έγχρωμη λιθογραφία επιτρέπει στη δουλειά τους να κυκλοφορεί σε πολλά αντίτυπα. Η τέχνη βρίσκεται πλέον μπροστά σε ανθρώπους που μπορεί να μην είχαν περάσει ποτέ την πόρτα μιας έκθεσης. Και σύντομα αποκτά συλλέκτες. Κάποιοι επιχειρούν να ξεκολλήσουν τις αφίσες από τους τοίχους για να τις πάρουν σπίτι τους. Έμποροι τέχνης, εκδότες και περιοδικά παραγγέλνουν χαρακτικά και λευκώματα, ενώ κυκλοφορούν και έργα χωρίς διαφημιστικό σκοπό, για να διακοσμήσουν ένα σπίτι.
Μπαίνοντας στην έκθεση
«Φτιάξτε μας το Παρίσι της Μπελ Επόκ». Αυτή ήταν η οδηγία των επιμελητριών προς τη Βιβή Γερολυμάτου και τον Ανδρέα Γεωργιάδη, που υπογράφουν τη σκηνογραφία. Η βόλτα μας αρχίζει από το λόμπι, όπου μια αναπαράσταση της αρ νουβώ εισόδου του παρισινού μετρό μάς υποδέχεται μαζί με τον Αριστίντ Μπρυάν, την Ιβέτ Γκιλμπέρ και τον μαύρο γάτο του Chat Noir σε τρισδιάστατες φιγούρες.
Στην πρώτη ενότητα, «Το Παρίσι, μια γιορτή», το βαθύ κόκκινο των αφισών του Τουλούζ-Λοτρέκ περνά στον χώρο. Βελούδινες κουρτίνες, μοκέτες, λαμπιόνια και θεατρικός φωτισμός μάς βάζουν στην ατμόσφαιρα των καμπαρέ. Στη δεύτερη ενότητα, «Μια τέχνη για όλους», μια μεγάλη προβολή με αποσπάσματα από τις πρώτες ταινίες που γυρίστηκαν στο Παρίσι ζωντανεύει τους δρόμους του. Και στην τρίτη, «Η τέχνη είναι παντού», κυριαρχεί ένα βαθύ ροζ, εμπνευσμένο από τις γυναικείες μορφές του Μυσά. Η σκηνογραφία συμβάλλει πολύ στη χαρά αυτής της έκθεσης. Σου ανοίγει την όρεξη να περιπλανηθείς, να πλησιάσεις τα έργα, να χαζέψεις τις λεπτομέρειές τους.
Στο τέλος, μπροστά σε έναν τρισδιάστατο χάρτη του Παρισιού, πατάς φωτιζόμενα κουμπιά και εντοπίζεις καμπαρέ, θέατρα, τυπογραφεία, εκδοτικούς οίκους και ατελιέ. Τα ονόματα που συνάντησες στις λεζάντες γίνονται πραγματικές τοποθεσίες μέσα στην πόλη.
Δοκιμάσαμε και τα «Μυστικά της Belle Époque», ένα διαδραστικό παιχνίδι επαυξημένης πραγματικότητας που σε βάζει να λύνεις γρίφους και να αναζητάς αφίσες μέσα στην έκθεση. Όταν στρέφεις την κάμερα του κινητού στη σωστή αφίσα, ψηφιακά στοιχεία την κάνουν να ζωντανεύει στην οθόνη σου, ενώ μπορείς να βάλεις και τη φωτογραφία σου μέσα της, κάτι που είχε πολλή πλάκα.
Από τα περίπου 90 έργα και τις προβολές της έκθεσης, κρατήσαμε δέκα στάσεις που είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου σε αυτή την feel good έκθεση, στην οποία θα πάμε περισσότερες από μία φορές.
Η σαμπάνια που ξεχειλίζει
Pierre Bonnard, «France-Champagne», 1891
Το ποτήρι είναι μικρό για τόσο αφρό. Στην αφίσα του Μπονάρ, η σαμπάνια ξεχειλίζει και απλώνεται στο κάτω μέρος της σύνθεσης. Η επιμελήτρια μας καλεί να προσέξουμε πόσα πετυχαίνει ο νεαρός καλλιτέχνης με την απλοποίηση των μορφών και τα έντονα χρώματα, αξιοποιώντας όσα έχει δει στις ιαπωνικές χαρακτικές. Μας αφηγείται επίσης πώς αυτή η αφίσα τράβηξε την προσοχή του Λοτρέκ και τον έφερε σε επαφή με τον Μπονάρ και τον τυπογράφο του. Ένα ποτήρι σαμπάνιας γίνεται αφορμή για καινούργιες συνεργασίες.
Μια βραδιά στο Moulin Rouge
Henri de Toulouse-Lautrec, «Moulin Rouge. Η Λαίμαργη», 1891
Η πρώτη αφίσα του Λοτρέκ μάς πηγαίνει κατευθείαν στην πίστα. Η Λα Γκουλί, η «Λαίμαργη», χορεύει, ενώ οι σκούρες σιλουέτες του κοινού σχηματίζουν το φόντο. Η εικόνα έκανε τον δημιουργό της γνωστό σε όλο το Παρίσι. Στην ξενάγηση ακούμε για ανθρώπους που προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν τις αφίσες από τους τοίχους για να τις κρατήσουν. Η διαφήμιση ενός θεάματος είχε γίνει η ίδια αντικείμενο επιθυμίας.
Η Jane Avril σηκώνει το πόδι
Henri de Toulouse-Lautrec, «Η Jane Avril. Jardin de Paris», 1893
Το σηκωμένο πόδι και το φόρεμα δίνουν την κίνηση, αλλά αξίζει να κοιτάξεις και στην άκρη της εικόνας. Το χέρι του μουσικού και το όργανό του στο προσκήνιο σχηματίζουν ένα ασυνήθιστο πλαίσιο γύρω από τη χορεύτρια. Ο Λοτρέκ φέρνει στην ίδια σύνθεση τη σκηνή και μια λεπτομέρεια από την ορχήστρα. Η Ζαν Αβρίλ αποκτά μέσα από τις αφίσες του μια εικόνα που θα επιζήσει πολύ περισσότερο από τις βραδιές της στο Jardin de Paris.
Στο κοινό του Divan japonais
Henri de Toulouse-Lautrec, «Divan japonais», 1892–1893
Αυτή τη φορά το ενδιαφέρον μεταφέρεται στους θεατές. Η Ζαν Αβρίλ εμφανίζεται ανάμεσα στο κοινό, ενώ από την τραγουδίστρια στη σκηνή βλέπουμε ένα κομμένο σώμα και τα μακριά μαύρα γάντια. Η αφίσα παίζει με την αναγνωρισιμότητα των προσώπων, με όσα αρκούν για να καταλάβουν οι θαμώνες ποιος βρίσκεται μπροστά τους. Εμείς μπορούμε να σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο ο Λοτρέκ κόβει τη σκηνή, σαν να βρισκόμασταν σε ένα διπλανό τραπέζι.
Ένα κόκκινο κασκόλ αρκεί
Henri de Toulouse-Lautrec, «Ambassadeurs. Ο Aristide Bruant στο καμπαρέ του», 1892
Μαύρο καπέλο, μαύρο πανωφόρι, κόκκινο κασκόλ. Ο Αριστίντ Μπρυάν αποκτά μια παρουσία που αναγνωρίζεται αμέσως. Η επιμελήτρια αφηγείται ότι ο τραγουδιστής χρειάστηκε να επιμείνει για να αναρτηθεί η αφίσα του Λοτρέκ, απέναντι στις αντιρρήσεις του διευθυντή του χώρου. Είχε καταλάβει τη δύναμή της. Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, παραμένει η εικόνα μέσα από την οποία πολλοί τον γνωρίζουμε.
Η μαύρη γάτα που ξέρουμε όλοι
Théophile-Alexandre Steinlen, «Περιοδεία του Chat noir», 1896
Την έχουμε δει σε αφίσες, καρτ ποστάλ και αναμνηστικά, συχνά χωρίς να αναρωτηθούμε τι διαφήμιζε. Εδώ συναντάμε μια αυθεντική λιθογραφική αφίσα για την περιοδεία του καμπαρέ Chat Noir. Η μαύρη γάτα, με τα όρθια αυτιά και το επίμονο βλέμμα, δεσπόζει πάνω από τα γράμματα. Μπροστά της έχει ενδιαφέρον να σκεφτείς πόσο μακριά ταξίδεψε αυτή η εικόνα από το θέαμα για το οποίο δημιουργήθηκε.
Η άνοιξη του Μυσά
Alfons Mucha, «Οι εποχές. Η άνοιξη», 1896
Οι «Εποχές» δημιουργήθηκαν ως διακοσμητικά έργα που μπορούσαν να μπουν στο σπίτι, χωρίς να διαφημίζουν κάποιο προϊόν. Στην «Άνοιξη», η γυναικεία μορφή περιβάλλεται από άνθη και κρατά ένα κλαδί σαν μουσικό όργανο. Εδώ αξίζει να ακολουθήσεις τις καμπύλες των μαλλιών και των φυτών, τον τρόπο με τον οποίο δένουν γύρω από το σώμα. Η επιμελήτρια στέκεται στην άμεση ανταπόκριση του κοινού στις «Εποχές», ενδεικτική της ζήτησης που υπήρχε για τέτοιες εικόνες.
Η σαμπάνια του Μυσά
Alfons Mucha, «Moët & Chandon, Crémant Impérial», 1899
Μετά τον αφρό του Μπονάρ, μια διαφορετική διαφήμιση σαμπάνιας. Ο Μυσά δίνει στη γυναικεία μορφή στενόμακρο πλαίσιο, πλούσιο ένδυμα και φυτικό διάκοσμο. Τα γράμματα της εταιρείας εντάσσονται στην ίδια κατακόρυφη σύνθεση. Η αφίσα ζητά τον χρόνο σου για τα στολίδια και τις πτυχώσεις, για τη σχέση της μορφής με όσα την περιβάλλουν. Η διαφήμιση προσφέρει στον καλλιτέχνη χώρο για να αναπτύξει ολόκληρο το διακοσμητικό του λεξιλόγιο.
Όλο το Παρίσι σε έναν δρόμο
Théophile-Alexandre Steinlen, «Ο δρόμος. Αφίσες Charles Verneau», περίπου 1896
Μια αφίσα περίπου δύο επί τρία μέτρα διαφημίζει τη δουλειά του τυπογράφου Charles Verneau και συγκεντρώνει έναν μικρόκοσμο του Παρισιού. Η καλοντυμένη γυναίκα, ο άνδρας με τα μαύρα, η πλύστρα με το καλάθι της, μια μητέρα με το παιδί της, ο εργάτης. Η ξενάγηση σε βοηθά να τους ξεχωρίσεις έναν έναν και να δεις τις κοινωνικές διαφορές μέσα στο πλήθος. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε και τη συμβολή των τυπογράφων. Η απόδοση των χρωμάτων και των λεπτομερειών απαιτούσε τη δική τους γνώση και τη συνεργασία τους με τον καλλιτέχνη.
Όταν οι αφίσες μπήκαν στο σινεμά
«Οι αφισοκολλητές» των αδελφών Lumière και «Απαγορεύεται η αφισοκόλληση» του Georges Méliès
Αξίζει να καθίσεις λίγο μπροστά στις μικρές ταινίες της έκθεσης. Στους «Αφισοκολλητές» των αδελφών Λυμιέρ και στο «Απαγορεύεται η αφισοκόλληση» του Ζορζ Μελιές, ο κινηματογράφος στα πρώτα του βήματα βρίσκει ήδη υλικό στους τοίχους του Παρισιού. Είναι ένα ωραίο τέλος για την περιήγηση. Έχουμε δει τις αφίσες από κοντά, έχουμε γνωρίσει τους δημιουργούς και τους πρωταγωνιστές τους και τώρα παίρνουμε μια γεύση από τη ζωή στον δρόμο, εκεί όπου άρχισαν όλα.
Την επιμέλεια της έκθεσης έχουν αναλάβει η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, Υπεύθυνη Συλλογής του Ιδρύματος B&E Γουλανδρή και η Marina Ferretti Bocquillon, Επίτιμη Επιστημονική Διευθύντρια του Musée des impressionnismes στο Giverny.
Μαζί με την μεγάλη περιοδική έκθεση συνεχίζεται και το πλούσιο πρόγραμμα των παράλληλων δράσεων που την πλαισιώνουν. Πληροφορίες και εισιτήρια στο goulandris.gr.