Tea Paci Instagram

TEA PACI ΣΤΟ ΕΜΣΤ: ΤΕΧΝΗ, ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΒΑΝΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Η Tea Paci, επιμελήτρια κινηματογραφικών προγραμμάτων και επικεφαλής προγραμματισμού του Bellaria Film Festival στην Ιταλία, βρέθηκε στην Αθήνα προσκεκλημένη του ΕΜΣΤ. Μιλά στο NEWS 24/7 για τη δύναμη του κινηματογράφου να φέρνει κοντά ανθρώπους με διαφορετικές εμπειρίες.

Η Tea Paci γνώρισε την τέχνη από πολύ μικρή ηλικία. Κόρη του διεθνώς αναγνωρισμένου Αλβανού εικαστικού Adrian Paci, εμφανίζεται παιδί ακόμη στο έργο του «Apparizione» (2001), τραγουδώντας ένα αλβανικό τραγούδι που συνεχίζουν οι συγγενείς της από την πατρίδα. Μεγάλωσε στο Μιλάνο, περνώντας τα καλοκαίρια στη Σκόδρα, και θυμάται ακόμη την πρώτη φορά που είδε το «Amarcord» του Φεντερίκο Φελίνι μαζί με τον πατέρα της. Ήταν επτά ή οκτώ ετών και οι εικόνες της ταινίας την είχαν συνεπάρει.

Σήμερα, η Tea Paci ασχολείται με την επιμέλεια κινηματογραφικών προγραμμάτων, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον πειραματικό κινηματογράφο, το ντοκιμαντέρ και την κινούμενη εικόνα στη σύγχρονη τέχνη. Έχει σπουδάσει στην Μπολόνια και στο Goldsmiths του Λονδίνου, έχει συνεργαστεί με ευρωπαϊκά κινηματογραφικά φεστιβάλ και είναι επικεφαλής προγραμματισμού του Bellaria Film Festival στην Ιταλία. Παράλληλα, επιστρέφει συστηματικά στη Σκόδρα, όπου συνδιοργανώνει το Ekrani i Artit, ένα φεστιβάλ τέχνης και κινηματογράφου που έχει προσελκύσει ανθρώπους με ελάχιστη προηγούμενη επαφή με αυτές τις μορφές τέχνης.

Αφορμή για τη συζήτησή μας είναι η επίσκεψή της στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Προγράμματος Επίσκεψης Επιμελητών του ΕΜΣΤ. Η Tea Paci μιλά στο NEWS 24/7 για τη διαδρομή της από τη Σκόδρα στο Μιλάνο και το Λονδίνο, τις ταινίες που επιλέγει να μοιραστεί με το κοινό και τη δύναμη της τέχνης να φέρνει κοντά ανθρώπους με διαφορετικές εμπειρίες. Από τη μετανάστευση και τον κινηματογράφο μέχρι τις διαδηλώσεις που συγκλονίζουν την Αλβανία, η επιμελήτρια εξηγεί γιατί οι πολιτιστικοί θεσμοί οφείλουν να παίρνουν θέση απέναντι σε όσα συμβαίνουν στην κοινωνία.

Tea Paci: «Υπάρχει κάτι στο απρόβλεπτο που με ελκύει πραγματικά»

Σε ποιο πρόγραμμα του ΕΜΣΤ εντάσσεται η επίσκεψή σας και τι ακριβώς θα κάνετε κατά τη διάρκεια της παραμονής σας στην Αθήνα; Με ποιους καλλιτέχνες ή επαγγελματίες του χώρου της τέχνης θα συνεργαστείτε;

Βρίσκομαι στην Αθήνα στο πλαίσιο του Διεθνούς Προγράμματος Επίσκεψης Επιμελητών του ΕΜΣΤ (International Curators Visiting Programme), μιας πρωτοβουλίας που προσκαλεί επιμελητές και επαγγελματίες της τέχνης από το εξωτερικό να γνωρίσουν και να έρθουν σε επαφή με το έργο καλλιτεχνών που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα.

Συναντώ καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα και ακολουθούν διαφορετικές καλλιτεχνικές πρακτικές, από ανερχόμενους δημιουργούς μέχρι πιο καταξιωμένους καλλιτέχνες. Είναι η τρίτη φορά που βρίσκομαι στην Αθήνα, αλλά η πρώτη που έχω την ευκαιρία να γνωρίσω πραγματικά την τοπική καλλιτεχνική σκηνή, μέσα από επισκέψεις στα εργαστήρια των καλλιτεχνών και προσωπικές συζητήσεις μαζί τους. Ανυπομονώ να γνωρίσω καλύτερα το έργο τους και να μάθω περισσότερα για το καλλιτεχνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται.

Μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια καλλιτεχνών, τι ήταν αυτό που σας τράβηξε συγκεκριμένα προς την επιμέλεια και τον προγραμματισμό κινηματογραφικών προβολών; Τι βρήκατε σε αυτόν τον ρόλο που αισθανθήκατε ότι σας ταιριάζει;

Ναι, μεγάλωσα περιτριγυρισμένη από τέχνη από πολύ μικρή ηλικία. Ήταν σίγουρα ένα περιβάλλον γεμάτο ερεθίσματα, αλλά ταυτόχρονα μου φαινόταν κάτι απολύτως φυσιολογικό.

Η πρώτη μου επαφή με τον κινηματογράφο έγινε όταν ήμουν παιδί και θυμάμαι ότι με γοήτευε, είτε έβλεπα μια ταινία του Χάρι Πότερ είτε μια ταινία του Ταρκόφσκι. Ωστόσο, στο λύκειο ήταν που έγινε πραγματικό πάθος για μένα. Αργότερα, όταν ήμουν περίπου είκοσι ετών, εργάστηκα εθελοντικά σε ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ στο Μιλάνο και τότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι ήθελα να ασχοληθώ με τον προγραμματισμό κινηματογραφικών προβολών.

Νομίζω ότι αυτό που με τράβηξε ήταν η δυνατότητα να συνδυάσω δύο από τα πράγματα που αγαπώ περισσότερο: τις ταινίες και τους ανθρώπους. Για μένα, η επιμέλεια είναι πάντα μια μορφή διαμεσολάβησης, ένας τρόπος να δημιουργείς συνδέσεις ανάμεσα στα έργα, τους καλλιτέχνες και το κοινό και να δημιουργείς ευκαιρίες για συναντήσεις.

«Εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου μετανάστρια»

Γεννηθήκατε στη Σκόδρα, μεγαλώσατε στο Μιλάνο και σπουδάσατε στο Λονδίνο. Πώς έχει διαμορφώσει αυτή η διαδρομή τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε τις ταινίες και τις ιστορίες που σας ελκύουν;

Η οικογένειά μου μετακόμισε στο Μιλάνο όταν δεν είχα κλείσει ούτε τον πρώτο χρόνο της ζωής μου, αλλά επιστρέφαμε πάντα στη Σκόδρα για το καλοκαίρι. Ήταν δύο πολύ διαφορετικές πραγματικότητες.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, μπορούσες ακόμη να δεις άλογα στους δρόμους της Σκόδρας, δίπλα σε παλιές Mercedes-Benz. Όλα ήταν λίγο πιο χαοτικά, αλλά μου άρεσε πολύ.

Μεγάλωσα στα περίχωρα του Μιλάνου και στη συνέχεια, όταν πήγαινα στο λύκειο, μετακόμισα σε μια πιο κεντρική και εύπορη γειτονιά. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, γνώρισα διαφορετικές πόλεις μέσα στην ίδια πόλη. Το Λονδίνο ήταν μια εντελώς διαφορετική εμπειρία: μεγαλύτερο, πιο τολμηρό, πιο έντονο, αλλά και πολύ πιο ποικιλόμορφο από το Μιλάνο, όσον αφορά τους πολιτισμούς και τις επιρροές.

Νομίζω ότι όλες αυτές οι εμπειρίες έχουν διαμορφώσει τη φαντασία μου και τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τον κόσμο. Εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου μετανάστρια και ίσως γι’ αυτό μου αρέσει να σκέφτομαι τον κινηματογράφο ως μια διαρκή μετανάστευση εικόνων, ονείρων, διαισθήσεων και κινήσεων. Κάτι που ταξιδεύει σε διαφορετικούς τόπους και εποχές και μεταμορφώνεται συνεχώς στη διαδρομή. Με ελκύουν οι ταινίες που αγκαλιάζουν αυτή την κίνηση και υπερβαίνουν τα όρια.

Όταν ξεκινούσατε, υπήρξε κάποιος που σας καθοδήγησε ή σας έδωσε μια ευκαιρία που αποδείχθηκε καθοριστική;

Από τη μία πλευρά, υπάρχει σίγουρα το παράδειγμα των γονιών μου, αλλά γενικότερα θα έλεγα ότι όλοι οι άνθρωποι που έχω συναντήσει στην πορεία μου με έχουν επηρεάσει με διαφορετικούς τρόπους.

Αν όμως έπρεπε να αναφέρω ένα πρόσωπο, αυτό θα ήταν η Daniela Persico. Εργάζεται στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία και είναι καλλιτεχνική διευθύντρια του Bellaria Film Festival, ενός από τα παλαιότερα και πιο καταξιωμένα φεστιβάλ, αφιερωμένα στον ανεξάρτητο κινηματογράφο στην Ιταλία.

Ήταν επίσης μία από τις καθηγήτριές μου και πιθανότατα διέκρινε τον ενθουσιασμό και τη φιλοδοξία μου. Πριν από πέντε χρόνια, μου πρόσφερε μια θέση εργασίας στο φεστιβάλ. Τότε έκανα λίγο απ’ όλα, από το να βοηθάω με τα αρχεία των ταινιών μέχρι να συντονίζω συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης για τον κινηματογράφο των καλλιτεχνών. Ήταν μια σπουδαία ευκαιρία να μάθω μέσα από την πράξη και να κατανοήσω πώς λειτουργεί ένα φεστιβάλ από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Εδώ και τέσσερα χρόνια είμαι επικεφαλής προγραμματισμού στο Bellaria και από τότε συνεχίζουμε να συνεργαζόμαστε σε διάφορα πρότζεκτ.

Όταν συζητάτε με έναν νέο καλλιτέχνη για ένα έργο που βρίσκεται σε εξέλιξη, από πού ξεκινάτε; Πώς του προσφέρετε καθοδήγηση, αφήνοντάς του παράλληλα τον χώρο να βρει τη δική του κατεύθυνση;

Πρώτα απ’ όλα, ακούω με προσοχή και προσπαθώ να διαβάσω ανάμεσα στις γραμμές, να καταλάβω καλύτερα τον κόσμο του, τόσο τον προσωπικό όσο και τον καλλιτεχνικό.

Μερικές φορές, ως νέος καλλιτέχνης, είσαι τόσο απορροφημένος στην προσπάθεια να δικαιολογήσεις το έργο σου και να βρεις το νόημά του, που μπορεί τελικά να απομακρυνθείς από το ίδιο το έργο και την υλικότητά του. Προσπαθώ να επαναφέρω εκεί τη συζήτηση, θέτοντας πιο απλές και συγκεκριμένες ερωτήσεις, που δεν αφορούν τόσο το γιατί όσο το πώς.

Πιστεύω ότι κάθε έργο έχει έναν πυρήνα, κάτι που μοιάζει πιο ισχυρό και πιο ουσιαστικό από τα υπόλοιπα. Προσπαθώ να πλησιάσω αυτόν τον πυρήνα και να βοηθήσω τον καλλιτέχνη να τον αναγνωρίσει ο ίδιος, αντί να του προτείνω μια δική μου κατεύθυνση.

«Μου αρέσουν οι ταινίες που αφήνουν χώρο για αμφισημία»

Παρακολουθείτε πάρα πολλές ταινίες λόγω της δουλειάς σας. Τι είναι αυτό που σας κάνει να σταθείτε σε μία και να αισθανθείτε ότι πρέπει οπωσδήποτε να τη μοιραστείτε με το κοινό; Μπορείτε να μας δώσετε ένα πρόσφατο παράδειγμα;

Ασχολούμαι κυρίως με τον κινηματογράφο μη μυθοπλασίας, τον πειραματικό κινηματογράφο και τα έργα κινούμενης εικόνας καλλιτεχνών. Όλες αυτές είναι ευρείες κατηγορίες που λένε κάτι για τον τρόπο με τον οποίο παράγονται οι ταινίες, για το πού προβάλλονται και για τη συχνά περίπλοκη σχέση τους με την αναπαράσταση της πραγματικότητας.

Υπάρχει κάτι στο απρόβλεπτο που με ελκύει πραγματικά. Στον τρόπο που μπορείς να προσεγγίσεις κάτι οικουμενικό ή οικείο και να το κάνεις βαθιά προσωπικό ή, αντίστροφα, να ξεκινήσεις από κάτι πολύ προσωπικό και να ανακαλύψεις ότι μιλά για κάτι πολύ ευρύτερο και βαθύτερο.

Δεν με ελκύουν ιδιαίτερα οι ταινίες που είναι υπερβολικά σαφείς ή υπερβολικά σίγουρες για τον εαυτό τους και για όσα προσπαθούν να πουν. Μου αρέσουν οι ταινίες που αφήνουν χώρο για αμφισημία, που με εκπλήσσουν ή με κάνουν να δω κάτι οικείο με εντελώς διαφορετικό μάτι.

Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι το “Henry Is a Girl Who Likes to Sleep“, μια τρυφερή ταινία μικρού μήκους της Marthe Peters, μιας νεαρής Ολλανδής κινηματογραφίστριας. Ξεκινά ως ένα γράμμα προς τη γάτα της, γυρισμένο σε φιλμ 16 χιλιοστών, και σταδιακά μετατρέπεται σε έναν ονειρικό και συγκινητικό στοχασμό πάνω στον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε έναν καπιταλιστικό κόσμο που κινείται με φρενήρεις ρυθμούς.

Πώς αλλάζει η εμπειρία ενός έργου κινούμενης εικόνας όταν μεταφέρεται από τον κινηματογράφο σε ένα μουσείο, όπου οι επισκέπτες μπορεί να φτάσουν στη μέση της προβολής ή να φύγουν πριν ολοκληρωθεί;

Αγαπώ τον κινηματογράφο για την εμπειρία της αδιάσπαστης προσοχής που προσφέρει, κάτι που γίνεται όλο και πιο σπάνιο. Ένα μουσείο, από την άλλη, είναι ένα περιβάλλον. Μπορεί να φτάσεις στη μέση ενός έργου, αλλά, επιπλέον, συνειδητά ή ασυνείδητα, συνδέεις την κινούμενη εικόνα με όλα τα υπόλοιπα έργα που συναντάς κατά τη διάρκεια της επίσκεψής σου.

Στον κινηματογράφο ζητάς από κάποιον να μείνει μαζί σου από την αρχή μέχρι το τέλος, και η εικόνα μπορεί να αποκτήσει μεγάλη δύναμη πειθούς μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Σε ένα μουσείο, αντίθετα, η κινούμενη εικόνα μοιάζει περισσότερο με μια οπτασία, κάτι που συναντάς καθώς κινείσαι μέσα σε έναν χώρο.

Είναι σχεδόν σαν να συναντιούνται δύο σώματα: το έργο έχει τη δική του παρουσία στον χώρο και εσύ το προσεγγίζεις με το δικό σου σώμα, τον δικό σου ρυθμό και τη δική σου προσοχή. Μου αρέσουν και οι δύο τρόποι με τους οποίους μπορούμε να βιώσουμε την κινούμενη εικόνα, ακριβώς επειδή επιτρέπουν τόσο διαφορετικές συναντήσεις.

Ως επιμελήτρια, βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον να βλέπω πώς το ίδιο έργο μπορεί να μετακινείται ανάμεσα σε αυτά τα δύο περιβάλλοντα, άλλοτε να παρουσιάζεται με την ίδια μορφή και άλλοτε να αναδιατάσσεται ή να προσαρμόζεται στον χώρο. Και πώς αυτή η αλλαγή μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο το βιώνουμε.

Tea Paci με Βαλίνια Σβορώνου

Μέσα από τη δουλειά σας στη Σκόδρα, τι έχετε δει να αλλάζει όταν άνθρωποι που είχαν ελάχιστη προηγούμενη επαφή με τη σύγχρονη τέχνη αρχίζουν να παρακολουθούν προβολές και συζητήσεις; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνάντηση που σας έχει μείνει αξέχαστη;

Έχω την τάση να εμπιστεύομαι πολύ τους ανθρώπους και, κατά συνέπεια, το κοινό. Το γεγονός ότι διοργανώνουμε το Ekrani i Artit, ένα φεστιβάλ τέχνης και κινηματογράφου, εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια σε μια πόλη που δεν διέθετε καν κανονικό κινηματογράφο, νομίζω ότι έχει δημιουργήσει μια ορισμένη περιέργεια στους ανθρώπους, ακόμη και σε εκείνους που δεν ήταν εξοικειωμένοι με αυτού του είδους τις καλλιτεχνικές γλώσσες.

Για μένα, ένα φεστιβάλ είναι πάντα μια γιορτή και αυτό έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το πώς κάνεις τους ανθρώπους να αισθάνονται, τόσο το κοινό όσο και τους κινηματογραφιστές. Χρειάζεται χρόνος για να χτιστεί αυτή η σχέση, αλλά στην πορεία έχω ζήσει κάποιες υπέροχες συναντήσεις.

Θυμάμαι έναν ηλικιωμένο άνδρα, ο οποίος δεν είχε ταξιδέψει ποτέ έξω από την Αλβανία, να συγκινείται βαθιά από ένα ντοκιμαντέρ για την κουλτούρα του ballroom στη Νέα Υόρκη και τους αγώνες των κουίρ και περιθωριοποιημένων κοινοτήτων.

Σε μια άλλη περίσταση, πάλι ένας ηλικιωμένος άνδρας σχολίαζε μια θαυμάσια και πνευματώδη ταινία της Hoda Taheri, μιας Ιρανογερμανίδας καλλιτέχνιδας και κινηματογραφίστριας, εκτιμώντας τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε την άμβλωση και συναφή θέματα. Καθόταν στην πρώτη σειρά και έκανε πάρα πολλές ερωτήσεις! Η Hoda εξεπλάγη και συγκινήθηκε από τον τρόπο με τον οποίο εκτίμησε το έργο της.

Αυτού του είδους οι συναντήσεις μού υπενθυμίζουν ότι το κοινό μπορεί να είναι πολύ πιο ανοιχτό και περίεργο απ’ όσο υποθέτουμε μερικές φορές και ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να είσαι εξοικειωμένος με μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική γλώσσα για να συνδεθείς με ένα έργο.

«Οι πολιτιστικοί θεσμοί πρέπει να είναι πρόθυμοι να πάρουν θέση»

Όταν εξετάζετε το ενδεχόμενο να συμπεριλάβετε σε ένα πρόγραμμα μια ταινία για τη μετανάστευση ή τον κοινωνικό αποκλεισμό, τι αναζητάτε στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι άνθρωποι και οι ζωές τους;

Πρέπει να είναι κάτι που ξεφεύγει από τον τρόπο με τον οποίο αφηγούνται συνήθως αυτές τις ιστορίες τα διάφορα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας, από τα οποία βομβαρδιζόμαστε συνεχώς.

Δεν με ενδιαφέρει ο οίκτος, ο ηρωισμός ή οτιδήποτε παρόμοιο. Αναζητώ ταινίες που προσεγγίζουν τους ανθρώπους και τις εμπειρίες τους με περιέργεια, χωρίς να προσπαθούν να τους περιορίσουν σε μια συγκεκριμένη αφήγηση ή σε ένα συγκεκριμένο μήνυμα.

Η τριλογία “Nuit Obscure” του Sylvain George είναι ένα υπέροχο παράδειγμα αυτού. Με φόντο τη Μελίγια, στα σύνορα μεταξύ Μαρόκου και Ισπανίας, οι ταινίες παρακολουθούν νεαρούς μετανάστες που προσπαθούν να πορευτούν μέσα σε μια ζωή αναμονής, αβεβαιότητας και διαρκούς μετακίνησης, παγιδευμένοι ανάμεσα στην ελπίδα να περάσουν στην Ευρώπη και τη βία των συνοριακών ελέγχων.

Ο George μοιάζει να γοητεύεται πραγματικά από τους ανθρώπους που κινηματογραφεί. Παίρνει τον χρόνο του, η κάμερα ακούει και ποτέ δεν αισθάνεσαι ότι προσπαθεί να μιλήσει εκ μέρους τους. Έχουν ήδη τη δική τους φωνή, το δικό τους σώμα, τη δική τους ιστορία.

Tea Paci με Ανδρέα Αγγελιδάκη

Βλέποντας τις εικόνες από τις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις στο Παρίσι – και στην Αλβανία – ποιες είναι οι σκέψεις σας για την απόσταση ανάμεσα στους πολιτιστικούς θεσμούς και σε όσα βιώνουν οι άνθρωποι στους δρόμους; Πώς μπορεί ένα μουσείο ή ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ να ανταποκριθεί σε αυτή την κοινωνική ένταση;

Παρακολουθώ πολύ στενά τις διαδηλώσεις σε όλη την Ευρώπη, μεταξύ άλλων στο Μιλάνο και σε άλλα μέρη της Ιταλίας. Αλλά συμμετέχω ιδιαίτερα ενεργά σε όσα συμβαίνουν στην Αλβανία και επηρεάζομαι βαθιά από αυτά. Πραγματικά αισθάνομαι ότι ζούμε μια ιστορική στιγμή. Οι άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους εδώ και περισσότερες από 150 ημέρες, διαδηλώνοντας ειρηνικά μέχρι πριν από λίγες μόλις ημέρες, όταν η βία κλιμακώθηκε.

Ήμουν μέλος της ομάδας που διοργάνωνε το Tirana Art Weekend, το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στα τέλη Νοεμβρίου, και αποφασίσαμε να το αναβάλουμε. Σε στιγμές σαν κι αυτές, μπορεί να αισθάνεσαι πραγματικά αβοήθητος.

Αλλά αν σκεφτείς τι διεκδικούν οι άνθρωποι, είναι τελικά ένας διαφορετικός κόσμος. Και αυτό είναι κάτι που η τέχνη έκανε ανέκαθεν: επινοούσε και επανεπινοούσε την πραγματικότητα, φανταζόταν άλλες δυνατότητες.

Πιστεύω ότι οι πολιτιστικοί θεσμοί πρέπει να έχουν ηθική πυξίδα και να είναι πρόθυμοι να πάρουν θέση. Οι δρόμοι και οι πολιτιστικοί θεσμοί δεν είναι δύο ξεχωριστοί κόσμοι. Μπορούν να αποτελούν διαφορετικούς χώρους της ίδιας πολιτικής πραγματικότητας.

Ο ρόλος των πολιτιστικών θεσμών είναι να εργάζονται ώστε να γίνονται πιο προσβάσιμοι σε εκείνους που μπορεί να αισθάνονται ότι δεν υπάρχουν πολλοί χώροι στους οποίους ανήκουν ή στους οποίους θέλουν να βρίσκονται. Δεν πιστεύω ότι οι θεσμοί χρειάζεται να σχολιάζουν τα πάντα ή να λειτουργούν διαρκώς σε κατάσταση επείγοντος. Οι άνθρωποι δεν περιμένουν απαραίτητα κάτι τέτοιο.

Για μένα, το ζητούμενο είναι να συμμετέχουμε στη διαμόρφωση ενός κόσμου στον οποίο μπορούμε να ζούμε όλοι μαζί.

Ένα μουσείο ή ένα φεστιβάλ μπορεί να προσφέρει έναν χώρο γι’ αυτό, να φέρει τους ανθρώπους κοντά και, ελπίζω, να δημιουργήσει ένα είδος θετικής επίδρασης που θα εξαπλωθεί πέρα από τους τοίχους του.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα