Στο 41,3% του ΑΕΠ η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα – Πρωταθλητές στην Ευρώπη οι έμμεσοι φόροι

Διαβάζεται σε 3'
Στο 41,3% του ΑΕΠ η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα – Πρωταθλητές στην Ευρώπη οι έμμεσοι φόροι
ISTOCK

Το μεγαλύτερο μέρος της απόκλισης από την Ευρώπη εντοπίζεται στους έμμεσους φόρους. Τα έσοδα από τη συγκεκριμένη κατηγορία αντιστοιχούν στο 17,2% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι 13,4% στην ΕΕ, κατατάσσοντας τη χώρα στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών.

Η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παρέμεινε το 2025 στο 41,3% του ΑΕΠ, ακριβώς στα επίπεδα του 2019, παρά τις μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών. Την ίδια ώρα, η απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται στις 3,4 ποσοστιαίες μονάδες.

Σύμφωνα με ανάλυση του ΚΕΦΙΜ, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρός του Νίκος Ρώμπαπας και ο επικεφαλής Ερευνών Κωνσταντίνος Σαραβάκος, οι επιμέρους φορολογικές ελαφρύνσεις δεν οδήγησαν σε μείωση του συνολικού βάρους φόρων και εισφορών ως ποσοστού του ΑΕΠ.

Το μεγαλύτερο μέρος της απόκλισης από την Ευρώπη εντοπίζεται στους έμμεσους φόρους. Τα έσοδα από τη συγκεκριμένη κατηγορία αντιστοιχούν στο 17,2% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι 13,4% στην ΕΕ, κατατάσσοντας τη χώρα στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Ειδικότερα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ φθάνουν στο 9,4% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος περιορίζεται στο 7,2%.

Αντίθετα, τα έσοδα από άμεσους φόρους διαμορφώνονται στο 11% του ΑΕΠ, χαμηλότερα από το 12,2% της ΕΕ. Οι κοινωνικές εισφορές, ωστόσο, παραμένουν υψηλότερες στην Ελλάδα, αντιστοιχώντας στο 13% του ΑΕΠ, έναντι 12,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε απόλυτα μεγέθη, οι συνολικές εισπράξεις από φόρους και κοινωνικές εισφορές αυξήθηκαν από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας ονομαστική άνοδο περίπου 35%.

Η αύξηση αυτή συνδέεται με την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, αλλά και τον πληθωρισμό, ο οποίος αυξάνει την ονομαστική αξία των συναλλαγών και, κατ’ επέκταση, τα έσοδα από φόρους όπως ο ΦΠΑ.

Ρόλο διαδραματίζει επίσης η λεγόμενη δημοσιονομική ολίσθηση (fiscal drag). Πρόκειται για το φαινόμενο κατά το οποίο οι αυξήσεις των ονομαστικών εισοδημάτων, χωρίς αντίστοιχη αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, μπορούν να οδηγήσουν τους φορολογουμένους σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση.

Η ανάλυση του ΚΕΦΙΜ εξετάζει και την κατανομή των δημόσιων δαπανών, αναδεικνύοντας σημαντικές αποκλίσεις από τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Παρά το αυξημένο συνολικό ύψος των δημόσιων δαπανών, η Ελλάδα διαθέτει μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ για την υγεία και την παιδεία.

Με βάση τα στοιχεία του 2024, οι δημόσιες δαπάνες υγείας αντιστοιχούσαν στο 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 6,8% στην ΕΕ. Στην παιδεία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 3,9%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος έφθανε στο 5%.

Ανάλογες διαφοροποιήσεις καταγράφονται και στην κοινωνική προστασία. Από κάθε 1.000 ευρώ κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα, τα 786 κατευθύνονται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, έναντι 618 ευρώ στην ΕΕ.

Αντίθετα, για την οικογένεια και τα παιδιά διατίθενται μόλις 51 ευρώ ανά 1.000 ευρώ δαπανών, έναντι 124 ευρώ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Για την ασθένεια και την αναπηρία η αντίστοιχη δαπάνη ανέρχεται σε 85 ευρώ, έναντι 141 ευρώ στην ΕΕ. Μικρότερες είναι οι αποκλίσεις στις κατηγορίες της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της στέγασης.

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, επισημαίνει ότι η ανάπτυξη της οικονομίας και η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής μπορούν να δημιουργήσουν δημοσιονομικό περιθώριο για νέες φορολογικές ελαφρύνσεις, με έμφαση στους φόρους κατανάλωσης. Παράλληλα, θέτει στο επίκεντρο την ανάγκη επανεξέτασης των προτεραιοτήτων στις δημόσιες δαπάνες.

Σημειώνεται ότι η μελέτη αξιοποιεί στοιχεία φορολογικών εσόδων έως το 2025 και δημόσιων δαπανών έως το 2024. Οι ευρωπαϊκές συγκρίσεις βασίζονται στον απλό αριθμητικό μέσο όρο των 27 κρατών-μελών.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα