Πέρα από τις εκλογές: ποιος αλλάζει τον πολιτικό ορίζοντα;
Διαβάζεται σε 5'
Η σημερινή κρίση της δημοκρατικής πολιτικής δεν είναι μόνο κρίση αντιπροσώπευσης. Είναι και κρίση του πολιτικού ορίζοντα. Οι άνθρωποι καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε κόμματα, χωρίς να τους προσφέρεται πάντοτε η δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα σε διαφορετικά μέλλοντα.
- 06 Νοεμβρίου 2026 06:15
Η σαρωτική νίκη των δημοκρατικών στις ΗΠΑ έχει σημασία ως αποδοκιμασία της προεδρίας Τραμπ. Θα έχει όμως ιστορική σημασία αν μπορέσει να αλλάξει ο πολιτικός ορίζοντας. Να αλλάξουν δηλαδή οι προτεραιότητες της πολιτικής.
Μπορεί η affordability να δημιουργήσει αυτόν το νέο πολιτικό ορίζοντα; Το σύνθημα αυτό μπορεί να παραμείνει ένα αίτημα οικονομικής ανακούφισης ή να μετατραπεί σε μια νέα αντίληψη για την κοινωνική δικαιοσύνη. Στην πρώτη περίπτωση, ζητάμε χαμηλότερες τιμές, προσιτά ενοίκια, καλύτερους μισθούς. Στη δεύτερη, θέτουμε πολύ ευρύτερα ερωτήματα: Ποια αγαθά πρέπει να εξασφαλίζονται σε όλους; Ποια είναι τα όρια της αγοράς; Ποια ευθύνη έχει η πολιτεία για την κατοικία, την υγεία, την εκπαίδευση, την ενέργεια; Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια δέσμη πολιτικών μέτρων. Στη δεύτερη, ενδεχομένως, έναν καινούργιο πολιτικό ορίζοντα.
Τα αποτελέσματα των εκλογών μπορούν να σημαίνουν, όταν είναι σαρωτικά και αλλαγή πολιτικού ορίζοντα. Μπορεί όμως και όχι. Από την άλλη μεριά, μπορεί μεγάλες κινητοποιήσεις να μην καταλήγουν σε αλλαγή κυβέρνησης, αλλά να προκαλούν αλλαγή πολιτικού ορίζοντα. Οι κυβερνητικές αλλαγές δίνουν διαφορετικές απαντήσεις στα προβλήματα. Η αλλαγή οριζόντων θέτει διαφορετικά ερωτήματα για το ποια είναι τα προβλήματα. Επομένως, ο πολιτικός ορίζοντας δεν είναι απλώς το σύνολο των πολιτικών προτεραιοτήτων μιας εποχής. Είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ορισμένες πολιτικές εμφανίζονται ως αυτονόητες, άλλες ως εφικτές και άλλες ως αδιανόητες. Χρειάζεται επομένως να διακρίνουμε ανάμεσα στον πολιτικό ορίζοντα και στον σχηματισμό κυβερνητικής πλειοψηφίας. Το ένα δεν συνεπάγεται το άλλο. Η πολιτική αλλαγή δεν ταυτίζεται με την κυβερνητική εναλλαγή.
Ένα παράδειγμα, που μας προκαλούν να σκεφτούμε οι σύγχρονες κινητοποιήσεις στη Γαλλία και σε όλη την Ευρώπη, είναι τα άμεσα και τα έμμεσα αποτελέσματα του κινήματος του Μάη του 1968. Ο Μάης συγκλόνισε τη Γαλλία, αλλά ο Ιούνιος χάρισε στο γκωλικό κόμμα την απόλυτη πλειοψηφία στις εκλογές. Εντούτοις ο πολιτικός ορίζοντας μετά από το Μάη του 68 στην Ευρώπη μεταβλήθηκε, και για πολλές δεκαετίες. Δεν πραγματοποίησε βέβαια τα συνθήματα που ακούγονταν στις συγκεντρώσεις, αλλά άλλαξε τις αξίες και τις προτεραιότητες. Ακόμη και το στυλ της πολιτικής. Ο ορίζοντας που άνοιξε αφορούσε τον εκδημοκρατισμό της καθημερινής ζωής, των θεσμών, την αμφισβήτηση της αυθεντίας, τα δικαιώματα και την πολιτισμική χειραφέτηση. Και δεν περιορίστηκε στη Γαλλία.
Ο ορίζοντας αυτός διεύρυνε τον μεταπολεμικό ορίζοντας του κράτους πρόνοιας και της κεϋνσιανής πολιτικής. Χρειάστηκαν όμως περισσότερες της μιας εκλογικές αναμετρήσεις και πολιτικές κυβερνήσεις, για να δημιουργηθεί αυτός ο ορίζοντας, και στη διαμόρφωσή του συνέβαλαν, άνισα μεν, και διαφορετικά η κάθε μία, και οι τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις: σοσιαλδημοκράτες, χριστιανοδημοκράτες, αριστεροί.
Η αλλαγή πολιτικού ορίζοντα δεν συμβαίνει με κάθε κυβερνητική αλλαγή, και από την άλλη, πολλές και διαφορετικές κυβερνήσεις αναγκάζονται να δράσουν εντός ενός πολιτικού ορίζοντα.
Πώς από τον ορίζοντα του κράτους πρόνοιας φτάσαμε στον ορίζοντα του νεοφιλελευθερισμού; Πριν από τον Ρήγκαν και τη Θάτσερ, η διαμόρφωση του νεοφιλελεύθερου ορίζοντα είχε αρχίσει μέσα από δίκτυα οικονομολόγων, διανοουμένων, ιδρυμάτων και πολιτικών οργανώσεων. Διαμορφώθηκε πριν αποκτήσει την κυβερνητική εξουσία. Η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία δεν ήταν αρχικά εκλογικό γεγονός. Προηγήθηκε μια μακρά εργασία μεταβολής των οικονομικών και πολιτικών αντιλήψεων. Και στη συνέχεια υπηρετήθηκε όχι μόνο από την αλλαγή των συντηρητικών κομμάτων που από κρατικιστικά έγιναν νεοφιλελεύθερα αλλά και από την μεταλλαγή της βρετανικής και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας (Μπλαίρ, Σρέντερ, κ.α.). Η δημοσιονομική λιτότητα επίσης στην Ευρώπη και στην Αμερική υπήρξε ένας πολιτικός ορίζοντας εντός του οποίου έδρασαν κυβερνήσεις από διαφορετικές πολιτικές οικογένειες.
Συνοπτικά: στον μεταπολεμικό ορίζοντα, η πλήρης απασχόληση, η κοινωνική ασφάλιση και η κρατική ευθύνη για την οικονομία αποτελούσαν ευρέως αποδεκτούς στόχους, παρά τις διαφωνίες για την εφαρμογή τους. Στον νεοφιλελεύθερο ορίζοντα, αντιθέτως, η ανταγωνιστικότητα, η δημοσιονομική πειθαρχία και η ευελιξία της εργασίας απέκτησαν προνομιακή θέση. Δεν άλλαξαν μόνο οι πολιτικές. Άλλαξαν τα κριτήρια με τα οποία κρίνεται τι είναι λογική και υπεύθυνη πολιτική.
Το ζήτημα στη σημερινή Ευρώπη είναι να αλλάξει ο ορίζοντας που υπηρετεί ταυτόχρονα το καθεστώς λιτότητας, που έγινε τόσο δομικό ώστε να το θεωρούμε ως δεδομένο, και κυρίως την γενικευμένη τάση προς της Άκρα Δεξιά, με όλα τα ιδεολογήματα της. Αυτή η γενικευμένη τάση προς τη Δεξιά βλέπουμε ότι υπηρετείται και από τους ακραιφνείς ακροδεξιούς, αλλά και από την υιοθέτηση της ατζέντας τους από την κυβερνώσα κεντροδεξιά, και την σιωπή της κεντροαριστεράς. Η Άκρα Δεξιά έχει ήδη μια δική της απάντηση στην οικονομική ανασφάλεια: συνδέει την κοινωνική προστασία με τον αποκλεισμό των μεταναστών, την εθνική προτεραιότητα και την περιχαράκωση.
Μπορεί λοιπόν ένα ευρωπαϊκό affordability, που θα μεταφράσει στην ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα το αμερικάνικο, να σημαδέψει τον νέο ορίζοντα;
Αν θέσουμε αυτό το στόχο, τότε μπορούμε να ξαναδούμε τον καταμερισμό της εργασίας, ανάμεσα στα κόμματα, στα κινήματα και στους διανοούμενους.
Αν δηλαδή κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στον πολιτικό ορίζοντα και στα κόμματα, μπορούμε να απελευθερωθούμε από την αντίληψη που θέλει τα κινήματα ή τα αιτήματα να συνωθούνται στα κομματικά όρια των διεκδικήσεων, ή που απαιτεί τα δεύτερα να περιλαμβάνουν αναγκαστικά τα πρώτα.
Ας αφήσουμε τα κόμματα να κάνουν τη δουλειά τους, κι ας κάνουμε εμείς τη δική μας. Τα κόμματα θέλουν να μετρήσουν πλειοψηφίες. Τα κινήματα και οι διανοούμενοι έχουν ή πρέπει να έχουν στόχο, να αλλάξουν τον πολιτικό ορίζοντα.
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης περιστρέφεται γύρω από τη συγκρότηση κομματικών συμμαχιών, την αναζήτηση ηγετών και τη δυνατότητα σχηματισμού κυβερνητικής πλειοψηφίας. Μήπως το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως ότι δεν υπάρχει μια εναλλακτική κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά ότι δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένας εναλλακτικός πολιτικός ορίζοντας;