Η γεωγραφία της εξορίας
Διαβάζεται σε 10'
Από τον αττικό οστρακισμό μέχρι το τελευταίο πλοίο της Γυάρου, ένας κύκλος 2.500 χρόνων.
- 19 Μαΐου 2026 07:49
Πέμπτη, 25 Ιουλίου 1974. 6:15 το απόγευμα. Το οχηματαγωγό «Σκίρων» δένει στο λιμάνι του Πόρτο Ράφτη. Από τη ράμπα κατεβαίνουν 44 άνθρωποι. Είναι οι τελευταίοι Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι που εξορίστηκαν στη Γυάρο.
Λίγες ώρες πριν, στις 4:20 το πρωί της προηγούμενης ημέρας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε ορκιστεί πρωθυπουργός. Το ίδιο απόγευμα η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας είχε ανακοινώσει την κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου. Στις 26 Ιουλίου θα εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα 519/1974 με τη γενική αμνηστία, και λίγο αργότερα το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 θα καταργήσει τον αναγκαστικό νόμο 509/1947 που ποινικοποιούσε επί δεκαετίες τη σκέψη. 45 χρόνια μετά την ψήφιση του «Ιδιωνύμου» από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, η ποινικοποίηση του πολιτικού φρονήματος τερματίζεται.
Με το πλοίο αυτό κλείνει ένας κύκλος 2.500 ετών. Από τότε που ο Κλεισθένης θέσπισε τον οστρακισμό στην Αθήνα του 508 π.Χ. μέχρι εκείνο το απόγευμα στο Πόρτο Ράφτη, η πολιτική εξουσία στον ελλαδικό χώρο απομάκρυνε συστηματικά τους αντιπάλους της σε συγκεκριμένους τόπους. Άλλαξαν οι μορφές, άλλαξε δραματικά η σκληρότητα, άλλαξε και η ορολογία. Η γεωγραφία όμως παρέμεινε σχεδόν η ίδια.
Όστρακα και νησιά
Η ιστορία ξεκινά με τον Κλεισθένη. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., μαζί με τη νέα διαίρεση των φυλών, εισήγαγε έναν θεσμό μοναδικό στην αρχαιότητα: τον οστρακισμό. Κάθε χρόνο η εκκλησία του δήμου αποφάσιζε αν θα γίνει οστρακοφορία· αν συγκεντρώνονταν έξι χιλιάδες ψήφοι σε όστρακα, ο πολίτης με το περισσότερα όστρακα έπρεπε να εγκαταλείψει την Αττική για δέκα χρόνια — χωρίς να χάσει ούτε την ιδιότητα του πολίτη ούτε την περιουσία του. Δεν ήταν τιμωρία, ήταν πολιτικό φίλτρο κατά της τυραννίας.
Από αυτόν τον θεσμό πέρασαν οι πιο σημαντικές μορφές της κλασικής Αθήνας. Ο Αριστείδης ο Δίκαιος, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων, ο Θουκυδίδης ο Μελήσιος. Πολλοί ανακλήθηκαν πρόωρα με νέο ψήφισμα, όπως ο Αριστείδης μπροστά στην απειλή του Ξέρξη.
Μερικούς αιώνες αργότερα, οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν την εξορία σε ποινή με δύο μορφές: τη relegatio (εξορία), που σήμαινε προσωρινή απομάκρυνση χωρίς απώλεια πολιτείας, και τη deportatio (απέλάση / εκτοπισμός), που συνεπαγόταν κατάσχεση περιουσίας και διά βίου περιορισμό. Τα νησιά στα οποία έστελναν τους ανεπιθύμητους είναι ακριβώς αυτά που θα ξαναεμφανιστούν στους χάρτες του 20ου αιώνα: Γυάρος, Σέριφος, Δονούσα, Αμοργός, Λέσβος. Όταν τον πρώτο αιώνα μ.Χ. προτάθηκε στη ρωμαϊκή Σύγκλητο η εξορία του ανθυπάτου της Ασίας Σιλανού στη Γυάρο, ο αυτοκράτορας Τιβέριος αρνήθηκε. Η Γυάρος, έγραψε ο Τάκιτος στα Χρονικά του, ήταν «τραχιά και χωρίς ανθρώπινο πολιτισμό», ακατάλληλη ακόμη και για εξόριστο. 19 αιώνες αργότερα, η ίδια Γυάρος θα φιλοξενήσει δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους.
Από εκεί και πέρα, μεγάλη σιωπή. Στο Βυζάντιο η εξορία συνεχίζεται κυρίως μέσα από τον εγκλεισμό σε μοναστήρια. Η οθωμανική περίοδος αξιοποιεί κάστρα και φρούρια. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα έχει φυλακές —το Παλαμήδι, τον Ιτζεντίν, αργότερα τη Συγγρού και την Αβέρωφ— αλλά όχι θεσμοθετημένο σύστημα πολιτικής εξορίας. Αυτό θα έρθει το 1929.
Ο νόμος που ποινικοποίησε τη σκέψη
Στις 25 Ιουλίου 1929, η Βουλή ψηφίζει τον νόμο 4229/1929, «Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος». Πρόκειται για κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Το νομοθέτημα έμεινε γνωστό ως «Ιδιώνυμο», επειδή δημιουργούσε ένα ιδιαίτερο, αυτοτελές αδίκημα. Το πρώτο άρθρο τιμωρούσε με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και εκτοπισμό από έναν μήνα έως δύο χρόνια όποιον «επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος».
Ήταν η πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία που ποινικοποιήθηκε όχι η πράξη, αλλά η σκέψη. Από εκείνη τη στιγμή ως το 1936 ακολούθησαν περίπου 16.500 συλλήψεις και 3.031 καταδίκες με εκτόπιση. Η Ανάφη, η Φολέγανδρος, η Αμοργός, η Σκύρος, η Γαύδος γέμισαν ξανά εξόριστους — σχεδόν 18 αιώνες μετά τα ρωμαϊκά νησιά.
Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς επέβαλε τη δικτατορία του στις 4 Αυγούστου 1936, βρήκε έτοιμο τον μηχανισμό. Με τους αναγκαστικούς νόμους 117 και 375 του 1936 συστηματοποίησε τη «δήλωση μετανοίας» — το πιο εφευρετικό εργαλείο της ελληνικής καταστολής, που θα ξαναχρησιμοποιηθεί στον Εμφύλιο και τη Χούντα. Όποιος ήθελε να αφεθεί ελεύθερος έπρεπε να υπογράψει κείμενο όπου αποκήρυσσε τον κομμουνισμό και κατονόμαζε συντρόφους.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1937, το παλιό βενετικό φρούριο Ιτς Καλέ στο Ναύπλιο, η Ακροναυπλία, μετατράπηκε σε στρατόπεδο κράτησης κομμουνιστών. Όταν, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί μπήκαν στην Πελοπόννησο, το μεταξικό καθεστώς τους παρέδωσε επίσημα, με πρωτόκολλο, γύρω στους 600 κρατούμενους της Ακροναυπλίας. 399 από αυτούς εκτελέστηκαν από τους ναζί και τους Ιταλούς.
Δεν χρειάζεται να σταθούμε στα γερμανικά στρατόπεδα της Κατοχής — Χαϊδάρι, Παύλου Μελά, Λάρισα. Δεν τα έστησε το ελληνικό κράτος. Όταν όμως η Κατοχή τελείωσε και ξέσπασε ο Εμφύλιος, το ελληνικό κράτος αξιοποίησε ξανά —και με αφάνταστα μεγαλύτερη κλίμακα— τον μηχανισμό που είχε στήσει ο Βενιζέλος και είχε συστηματοποιήσει ο Μεταξάς.
Μακρόνησος
Τον Ιούνιο του 1946, η Δ′ Αναθεωρητική Βουλή ψήφισε το Γ′ Ψήφισμα, εργαλείο μαζικών εκτοπίσεων. Ακολούθησε στις 27 Δεκεμβρίου 1947 ο αναγκαστικός νόμος 509, «αντικομμουνιστικός» κατά τον επίσημο χαρακτηρισμό, που θα έμενε σε ισχύ 27 ολόκληρα χρόνια. Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 31 Δεκεμβρίου 1947, ο α.ν. 511 ίδρυσε το «Στρατόπεδον Πειθαρχημένης Διαβιώσεως Εκτοπισμένων». Η ονομασία ήταν ευφημισμός. Ο τόπος που περιγραφόταν με αυτή την έκφραση ήταν ένα γυμνό, άνυδρο νησί 10 τετραγωνικών χιλιομέτρων ανοιχτά του Λαυρίου: η Μακρόνησος.
Λειτούργησε ανεπίσημα ήδη από το 1947, πήρε επίσημη μορφή τον Οκτώβριο του 1949 με τον Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου υπό το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Είχε τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών για στρατιώτες ύποπτους για αριστερά φρονήματα, τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών υπό τον συνταγματάρχη Θωμά Σούλη, και από τον Νοέμβριο του 1948 το Δ′ Τάγμα Πολιτικών Εξορίστων, που το καλοκαίρι του 1949 έφτασε να κρατά ταυτόχρονα 10.000 ανθρώπους. Επίσημα στοιχεία που έδωσαν στη Βουλή τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1950 οι υπουργοί Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Γεώργιος Παπανδρέου ομολογούσαν 40.000 κρατούμενους για την περίοδο 1947–1950. Οι εκτιμήσεις των ίδιων των κρατουμένων ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό όσων πέρασαν από εκεί ως το 1957 πάνω από 100.000.
Από τη Μακρόνησο πέρασαν ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μάνος Κατράκης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Θέμος Κορνάρος. Το δόγμα της «αναμόρφωσης» —«Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια»— επιβαλλόταν μέσω βασανιστηρίων και επανειλημμένων δηλώσεων μετανοίας. Η προπαγάνδα του καθεστώτος αποκαλούσε το νησί «νέο Παρθενώνα». Παράλληλα λειτουργούσαν άλλα νησιά: ο Άη Στράτης από το 1947 ως το 1962 με περίπου δέκα χιλιάδες εξορίστους στην τελευταία του φάση, το Τρίκερι Μαγνησίας ως γυναικείο στρατόπεδο όπου πέρασαν 5.000 γυναίκες, η Ικαρία, η Ανάφη ξανά, η Φολέγανδρος.
Όταν τελείωσε αυτή η περίοδος, η Μακρόνησος δεν έγινε αμέσως μνήμη. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να χαρακτηριστεί ιστορικός τόπος, με το ΦΕΚ 436/Β του 1989, και αρχαιολογικός χώρος με ομόφωνη γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου στις 2 Ιουλίου 2019. Σήμερα λειτουργεί το Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου, αλλά τα ίδια τα κτίρια στέκουν ερειπωμένα.
Η Γυάρος επιστρέφει
Όταν τα τανκ εμφανίστηκαν στους δρόμους της Αθήνας τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, οι λίστες ήταν έτοιμες. Σε λίγες ώρες, χιλιάδες πολίτες είχαν συλληφθεί στα σπίτια τους. Στις 28 Απριλίου 1967, σε μία και μόνο νύχτα, 6.118 άνθρωποι εκτοπίστηκαν στη Γυάρο. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, πάνω από 7.500 δημοκρατικοί πολίτες θα περάσουν από το νησί, ανάμεσά τους 300 γυναίκες· πολλές άφησαν πίσω μικρά παιδιά.
Η κατάσταση στη Γυάρο αποκαλύφθηκε στη Δυτική Ευρώπη τον Ιούλιο του 1967, όταν ο Γερμανός φωτορεπόρτερ Fred Ihrt πέταξε και κατέγραψε σε φωτογραφίες τις συνθήκες κράτησης. Οι λήψεις δημοσιεύτηκαν στο γερμανικό περιοδικό Stern, στο τεύχος 32 του 1967, με τίτλο «Το νησί των εξόριστων», και αναπαρήχθησαν λίγο αργότερα στο Spiegel και στο γαλλικό Paris Match. Ήταν το πρώτο μεγάλο διεθνές πλήγμα στη δικτατορία.
Από τον Ιούνιο του 1967, η Χούντα άρχισε να μεταφέρει «αμετανόητους» κρατούμενους στη Λέρο. Πρώτα στο Παρθένι, στα παλιά ιταλικά κτίρια. Τον Οκτώβριο, περίπου 1.200 μεταφέρθηκαν από τη Γυάρο στο Λακκί, στα Λέπιδα — στις πρώην Βασιλικές Τεχνικές Σχολές, στα κτίρια που οι Ιταλοί είχαν χτίσει ως ναυτικές κασέρμες (στρατόπεδα) και που πριν λίγα χρόνια στέγαζαν τις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης και την «Αποικία Ψυχοπαθών». Συνολικά από τη Λέρο πέρασαν περίπου 4.000 πολιτικοί κρατούμενοι. Στο Παρθένι, ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε τα 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας. Οι κρατούμενοι ζωγράφοι Αντώνης Καραγιάννης, Τάκης Τζανετέας και Κυριάκος Τσακίρης αγιογράφησαν το εκκλησάκι της Αγίας Ματρώνας-Κιουράς, χρησιμοποιώντας ως μοντέλα συγκρατούμενους και χωροφύλακες — ένα έργο τέχνης που σώζεται μέχρι σήμερα ως το πιο σιωπηλό μνημείο των ετών της δικτατορίας.
Στις 28 Δεκεμβρίου 1970, οι τελευταίοι εξόριστοι αποχώρησαν από τη Λέρο. Οι «αμετανόητοι» μεταφέρθηκαν σε φυλακές της ηπειρωτικής χώρας: στον Κορυδαλλό, στην Αίγινα, στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα λειτουργούσαν τα ανακριτικά κολαστήρια — το ΕΑΤ-ΕΣΑ στη Βασιλίσσης Σοφίας, η Γενική Ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας 18, το στρατόπεδο Διονύσου. Ο Μίκης Θεοδωράκης κρατήθηκε στις φυλακές Ωρωπού, ο Αλέκος Παναγούλης στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου.
Την Κυριακή 21 Αυγούστου 1973, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης Μαρκεζίνη, ο Παπαδόπουλος έδωσε γενική αμνηστία. Ο Παναγούλης βγήκε από το Μπογιάτι. Η Γυάρος έκλεισε.
Έμελλε να ανοίξει ξανά για τελευταία φορά.
Στις 17 Νοεμβρίου 1973, τα τανκ γκρέμισαν την πύλη του Πολυτεχνείου. Λίγες μέρες αργότερα, ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο. Το νέο καθεστώς ξεκίνησε αμέσως νέο κύμα συλλήψεων. Στις αρχές του 1974, πιθανότατα τον Ιανουάριο, 44 πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν ξανά στη Γυάρο. Ανάμεσά τους ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, μετέπειτα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ· ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης· ο Στάθης Παναγούλης, αδελφός του Αλέκου· ο δημοσιογράφος Τάκης Μπενάς· ο Σπύρος Χαλβατζής· ο Μπάμπης Δρακόπουλος του ΚΚΕ εσωτερικού· ο Νίκος Κιάος.
Έμειναν εκεί διακόσιες ημέρες. Μέχρι τη Γυάρο, η εξορία στην Ελλάδα μετριόταν σε χιλιάδες, μερικές φορές σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αυτοί οι 44 ήταν οι τελευταίοι.
Επιστροφή
Όταν στις 24 Ιουλίου 1974 ο Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός, η νέα κυβέρνηση το ίδιο απόγευμα ανακοίνωσε την κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου. Λίγο αργότερα, το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 επέτρεψε τη λειτουργία πολιτικών κομμάτων, ανάμεσά τους και του ΚΚΕ, και κατάργησε τον αναγκαστικό νόμο 509/1947 — εξέλιξη και κορύφωση του Ιδιωνύμου που είχε ψηφίσει ο Βενιζέλος σαράντα πέντε χρόνια νωρίτερα.
Από τον Κλεισθένη στον Ιωαννίδη, ο μηχανισμός παρέμεινε στη βάση του ο ίδιος: η εξουσία απομακρύνει όσους δεν χωρούν στο πολιτικό της σχέδιο. Άλλαξε όμως δραματικά η κλίμακα. Ο Θεμιστοκλής έχασε δέκα χρόνια από τη ζωή του και πέθανε στην Περσία. Οι 100.000 της Μακρονήσου έχασαν χρόνια, υγεία, και πολλοί τη ζωή τους. Οι 44 της Γυάρου ήταν ο τελευταίος κρίκος.
Η ίδια η Γυάρος, που ο Τιβέριος θεωρούσε «τραχιά και άθλια» για να φιλοξενήσει έναν Ρωμαίο πατρίκιο, στο τέλος του 20ού αιώνα είχε φιλοξενήσει σχεδόν 20.000 πολιτικούς κρατούμενους. Είχε γίνει σύμβολο. Σήμερα είναι προστατευόμενη περιοχή βιοποικιλότητας και φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αποικία μεσογειακής φώκιας στη χώρα.
Η γεωγραφία της εξορίας στην Ελλάδα έχει πια κλείσει.