ΔΕΗ
Ανδρέας Σιμόπουλος

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΔΥΜΟΥΣ ΠΥΡΓΟΥΣ ΣΤΟΥΣ LCD SOUNDSYSTEM: Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ COOL ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ

Ο Ρούβαν Γουιτζεσόρια έζησε την 11η Σεπτεμβρίου, έγινε μέρος της σκηνής που εξερράγη μετά τους Strokes κι επιβίωσε του πάρτι για να πει την ιστορία. Μέσω της έκθεσης Passerby, για την οποία επισκέφθηκε την Αθήνα και μίλησε στον Παναγιώτη Μένεγο.

Το πρωινό εκείνης της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Ρούβαν Γουιτζεσόρια πήρε το τρένο, μαζί με την τότε φίλη του, για να πάνε στις δουλειές τους. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκειά της διαδρομής, κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Οι επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους είχαν μόλις συμβεί και η πόλη έμπαινε σε καθεστώς αναβρασμού που σιγά σιγά γινόταν χάος. Σε μια εποχή λιγότερο συνδεδεμένη από τη σημερινή, οι συγκεχυμένες φήμες εξελίσσονταν σε πανικό. 

Μόλις άκουσε για αεροπλάνα που έπεσαν πάνω στους Twin Towers, σκέφτηκε δύο ενδεχόμενα: είτε κάποιο πλουσιόπαιδο κάπως στούκαρε το αεροπλάνο του μπαμπά του, είτε -το σοβαρότερο και πιθανότερο- τρομοκρατική επίθεση. Ο ίδιος άλλωστε ήταν πολύ εξοικειωμένος, τόσο με τον όρο «τρομοκρατία» όσο και με την απειλή που συνιστούσε. Με καταγωγή από τη Σρι Λάνκα, μεγάλωσε στη λιμνοπολιτεία Ντουλούθ της βόρειας Μινεσότα (πατρίδα του Μπομπ Ντίλαν και των Low), αλλά πέρασε την παιδική/εφηβική του ηλικία στις διάφορες χώρες που ο αμερικανικός στρατός μετέθετε τον πατέρα του. Όπως η Ιορδανία και η Αίγυπτος στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, σε μια εποχή (τέλη 80s-αρχές 90s) εξίσου έκρυθμη γεωπολιτικά με τη σημερινή. Η εκπαίδευση για το τι κάνεις σε περίπτωση τρομοκρατικού χτυπήματος ήταν μέρος της ζωής του από πολύ μικρή ηλικία. 

Πίσω στη Νέα Υόρκη κι εκείνο το εφιαλτικό πρωινό, μέσα σε όλο τον χαμό ο Ρούβαν Γουιτζεσόρια είχε και το αφεντικό του να τον παίρνει συνεχώς τηλέφωνο γιατί δεν είχε ολοκληρώσει τη δουλειά που του είχε ανατεθεί. Ήταν ένας 20something που είχε βρεθεί από σπόντα στον χώρο της μόδας, ο ρόλος του κάπου μεταξύ PA και «παιδιού για όλες τις δουλειές». Στην πραγματικότητα αυτό που ήθελε ήταν να βρίσκεται σε μέρη με ενδιαφέροντες ανθρώπους, να έχει πρόσβαση στα σωστά events, να στίβει τη μέρα και κυρίως τη νύχτα στην πόλη που κι εκείνος θεωρούσε κέντρο του κόσμου. Αλλά να έχει μόλις συμβεί το γεγονός που άλλαξε τον 21ο αιώνα κι εκείνος να ακούει κατσάδα γιατί δεν είχε πάει ακόμα να πάρει κάτι φορέματα από την μπουτίκ του Alexander McQueen, πήγαινε πολύ. Στη νιοστή κλήση, σήκωσε το τηλέφωνο κι ανακοίνωσε ότι παραιτείται.

Ρούβαν Γουιτζεσόρια Ανδρέας Σιμόπουλος

Οι επόμενοι μήνες βρήκαν την πόλη σε κατάσταση σοκ. Ο Ρούβαν Γουιετζσόρια το παρομοιάζει σήμερα με την αμήχανη παύση δραστηριοτήτων που έφερε ο Covid. «Δεν είναι ότι είχαμε την ενοχή του επιζώντα, ίσως αυτό ίσχυε για όσους ήταν όντως στους Δίδυμος Πύργους και σώθηκαν. Σε μας τους υπόλοιπους δεν υπήρχε όρεξη, δεν είχαμε κανένα κέφι», θυμάται σήμερα. 

Την ίδια στιγμή όμως, σιγόβραζε το επόμενο μεγάλο μουσικό ρεύμα. Με αφετηρία τα προβάδικα και τα λοφτ στο Γουίλιαμσμπεργκ του Μπρούκλιν, ερχόταν η νέα γενιά κιθαριστικών συγκροτημάτων που θα ξαναέκαναν τη Νέα Υόρκη cool, αυτό δηλαδή που είναι καταδικασμένη πάντα να ενσαρκώνει. 

Ήταν το ντεμπούτο άλμπουμ των Strokes που κυκλοφόρησε ένα μήνα μετά το 9/11 κι άλλαξε πλήρως τον ρου της ιστορίας. «Μέσα σε μια νύχτα όλοι έψαχναν τους επόμενους Strokes. Και, παράλληλα, έβγαιναν συνεχώς στο προσκήνιο καινούριες μπάντες όπως οι Yeah Yeah Yeahs και οι Interpol που έγιναν πολύ γρήγορα πολύ δημοφιλείς. Όλοι μιλούσαν για την αναβίωση του πνεύματος των θρυλικών late 70s, αλλά εγώ νομίζω ότι αυτό που υπήρξε η μεγαλύτερη επιρροή ήταν το grunge: τα παιδιά από όλες αυτές τις μπάντες είχαν ακούσει τους Nirvana και τους Pearl Jam ωε έφηβοι και ήταν φυσικό να έχουν μια τάση προς τις κιθάρες. Το πιο σημαντικό ήταν ότι γύρω τους, ή μαζί τους, διαμορφώθηκε μια κοινότητα που ξαναζωντάνεψε την πόλη. Ήμασταν νέοι, ανέμελοι, πηγαίναμε στα ίδια μπαρ και κλαμπ όπως το Misshapes, σε γενικές γραμμές διαμορφώσαμε κι ένα κυρίαρχο στυλ σε ρούχα και μαλλιά που μάλλον επηρέασε τους νέους και στον υπόλοιπο κόσμο».

Όσο συνέβαινε αυτό το νεοϋρκέζικο comeback, ο Ρούβαν είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο «Μεγάλο Μήλο» εγκαταλείποντας το επίσης hip Πόρτλαντ που ζούσε προηγουμένως σπουδάζοντας. Στα βορειοδυτικά είχε ακονίσει ακόμα περισσότερο το ήδη οξυμένο μουσικό του γούστο, μεγαλώνοντας τη συλλογή του σε βινύλια, κάνοντας τα πρώτα dj sets του με CDs και κασέτες (!), γράφοντας τα πρώτα του μουσικά κείμενα σε τοπικά φανζίν και παρακολουθώντας όσο περισσότερα λάιβ μπορούσε. Αλλά η πηγή είναι η πηγή…και η Νέα Υόρκη είναι η απόλυτη πηγή.

Στο μεταξύ, είχε αρχίσει να ασχολείται ως αυτοδίδακτος με τη φωτογραφία κι αφού φλέρταρε λίγο επαγγελματικά με το άλλο του χόμπι, το σκέιτμπορντινγκ, είδε την ευκαιρία: σε αυτήν την σκηνή που αναδυόταν με αλματώδη βήματα, έκανε crossover και περνούσε στο mainstream – πολύ σύντομα όλα τα μεγάλα περιοδικά θα έστρεφαν εκεί τα βλέμματά τους. Εκείνος το μόνο που είχε να κάνει ήταν να την καταγράφει, κυνηγώντας μέχρι και μπάντες που μπορεί να μην είχαν ακόμα επίσημη κυκλοφορία αλλά θα μπορούσαν δυνητικά να είναι το next big thing. 

Ανδρέας Σιμόπουλος

Αυτά τα λίγο θολά και πολύ περιπετειώδη χρόνια είναι και το θέμα της έκθεσης Passerby με φωτογραφίες του Ρούβαν Γουιτζεσόρια και του κιθαρίστα των Yeah Yeah Yeahs, Νικ Ζίννερ, που διοργανώνεται από την γκαλερί intermission στο Castor Place του Πειραιά (σε επιμέλεια Βασιλείας Ζάγκα στο πλαίσιο του προγράμματος Sonic Histories). Ο τίτλος Passerby είναι δανεισμένος από το ομώνυμο μπαρ στην 15η Οδό, ανάμεσα στην 8η και τη 9η Λεωφόρο της Νέας Υόρκης. Εκεί που στην αυγή των 00s σύχναζαν καλλιτέχνες, μουσικοί και τα κάθε λογής φρικιά του downtown.

Ανάμεσά τους κι ο Ρούβαν με τον Νικ που τώρα στέκονται δίπλα μου, την πρώτη ημέρα σκληρού αθηναϊκού καύσωνα για φέτος, και μοιάζουν να μην έχουν συνειδητοποιήσει πότε πέρασε ένα τέταρτο του αιώνα, πότε ξέθαψαν παλιά φιλμ και σκληρούς δίσκους βρίσκοντας στιγμιότυπα που δε θυμούνται καν όλες τις ιστορίες τους και πότε βρέθηκαν στην άλλη άκρη της γης να μιλήσουν για εκείνη την εποχή. Μια εποχή που επανήλθε στο προσκήνιο πριν λίγα χρόνια με το Meet Me In The Bathroom, το χρονικό  της Λίζυ Γκούντμαν που έγινε και ντοκιμαντέρ

 

Νικ Ζίννερ

Ρούβαν Γουιτζεσόρια

 

Τα στιγμιότυπα στον τοίχο της έκθεσης, πολύ αντιπροσωπευτικά αυτού που η βιομηχανία της αέναης πολιτισμικής ανακύκλωσης πουλάει σήμερα στην Gen Z ως indie sleaze: αγόρια που φιλάνε κορίτσια που φιλάνε αγόρια που φιλάνε κορίτσια σε διάφορα σχήματα και συνθέσεις, ντισκομπάλες, smiley, ο Iggy σε μια ξεχωριστή πόζα (για την οποία είναι περήφανος ο Ρούβαν), οι νεαροί Soulwax, κάποια γυμνά οπίσθια, κάποια γουρλωμένα μάτια, ευφάνταστα σλόγκαν σε λευκά τι σερτ, οι Franz Ferdinand στην πρώτη τους φορά στη Νέα Υόρκη, οι βετεράνοι Beastie Boys, ιδρωμένο pogo, γάτες σε στάση cocaine pussy, φυσικά η Κλόε Σεβινί, το πρώτο πορτρέτο της M.I.A. (για το οποίο επίσης είναι περήφανος ο Ρούβαν) και πολλά στιγμιότυπα από λάιβ ακόμα κι από συγκροτήματα που πιθανώς και τα ίδια τους τα μέλη έχουν ξεχάσει ότι υπήρξαν. 

Παντού διάχυτη η αίσθηση ότι κάθε νύχτα έμοιαζε με τελευταία, σχεδόν παντού εμφανή τα σημάδια της νυχτερινής κραιπάλης. «Υπήρχε πολλή κοκαΐνη, υπήρχε κεταμίνη, εκστασι και MDMA αλλά νομίζω ότι η βασική ουσία αυτής της σκηνής ήταν το αλκοόλ, πολύ ποτό φίλε μου…πάντως την πρώτη φορά που ένα κορίτσι μου είπε να πάω μαζί της στην τουαλέτα, μπερδεύτηκα», λέει γελώντας ο Γουετζισόρια, προσθέτοντας «ακόμα μου φαίνεται γελοίο ότι οι άνθρωποι πάνε δυο-δυο και τρεις-τρεις στις τουαλέτες για να κάνουν ναρκωτικά», ο Ζίννερ δίπλα του γνέφει μπλαζέ και συγκαταβατικά. Κι εγώ βρίσκω την ευκαιρία να του πω πόσο λατρεύω το remix που είχε κάνει στο “I Love A Man In A Uniform” («το καλύτερο τραγούδι έβερ, μαν…μου είχαν στείλει μια βερσιόν χωρίς τα παλαμάκια και τους έστειλα μέιλ “where are the claps?” για να τα πάρω τελικά»).

Ρούβαν Γουετζισόρια

Στο κομμάτι της έκθεσης που ανήκει στον Ρούβαν Γουιτζεσόρια θα βρείτε κάποιες πολύ χαρακτηριστικές φωτό των LCD Soundsystem, και φυσικά του ίδιου του Τζέιμς Μέρφι. Άλλωστε από το 2004 ως το 2011, δηλαδή στα χρυσά χρόνια των τριών πρώτων άλμπουμ, είχε αποκτήσει απεριόριστη πρόσβαση στις δραστηριότητες του γκρουπ. «Δεν με είπαν ποτέ “επίσημο φωτογράφο” τους, αλλά υποθέτω ότι κάπως έτσι με έβλεπε και η μπάντα αλλά και όλοι οι υπόλοιποι. Τους ανακάλυψα στο πλαίσιο του κυνηγιού που έλεγα και πριν, και φυσικά μαγεύτηκα από τη μουσική τους. Έχοντας ζήσει στην Ευρώπη μου ήταν πολύ ευπρόσδεκτη η μίξη του ηλεκτρονικού στοιχείου και της disco με το indie και το post punk – αυτό δηλαδή που έκανε και τη διαφορά. Και φυσικά, όπως όλοι μας, όταν άκουσα το “Losing My Edge” πίστεψα ότι μιλάει για μένα», θυμάται ο Ρούβαν και συνεχίζει. «Ήταν θέμα καλού timing κι εμπιστοσύνης. Σύχναζα στο Plant bar που ήταν το στέκι τους, βγάλαμε κάποιες πρώτες εικόνες χωρίς ιδιαίτερη παραγωγή και σκέψη, αλλά κάπως τους κέρδισα. Σύντομα, μια φωτογραφία μου συνόδευε την αφίσα της κυκλοφορίας του “Disco Infiltrator”, ενώ έφτιαξα κι ένα pull για να έχουν πορτρέτα του Τζέιμς για τα περιοδικά και να μη χρειάζεται να πηγαινει σε φωτογραφίσεις που ήταν κάτι που μισούσε».

Αλήθεια, πως ήταν η συνεργασία με τον χαρισματικό αλλά ξακουστά δύστροπο ηγέτη των LCD Soundsystem; Ο Γοευτζισόρια παίρνει μια ανάσα, διαλέγει προσεκτικά τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει. «Ναι, ο Τζέιμς μπορεί να είναι ξεροκέφαλος και χειριστικός. Αλλά, ταυτόχρονα μπορεί να είναι πολύ γενναιόδωρος, ευαίσθητος, ενώ έχει και φοβερή αίσθηση του χιούμορ. Μην ξεχνάμε ότι πάντα μέσα του υπάρχει ο bro από το Νιου Τζέρσεϊ, στο οποίο μεγάλωσε – ίσως γι’ αυτό είναι συχνά ανταγωνιστικός. Και, βέβαια, δε χρειάζεται να μιλήσω εγώ για το ταλέντο του και τον ευφυή τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη μουσική». Ο Ρούβαν έζησε πολλές στιγμές κοντά στο γκρουπ, απέφευγε τις περιοδείες που πάντα μύριζαν μπαρούτι, ακολούθησε τον Μέρφι και στο Λος Άντζελες όταν εκείνος πέρασε την west coast περίοδό του, τον απαθανάτισε με λευκά ρούχα στην ηχογράφηση του This Is Happening (ο Ρούβαν είχε μάλιστα έναν δικό του ξενώνα στην έπαυλη του Ρικ Ρούμπιν που είχε μετακομίσει ο αρχηγός του). 

Ρούβαν Γουιτζεσόρια

Άραγε ήταν τελικά ψεύτικη η διάλυση της μπάντας το 2011; Ήταν μια συναισθηματική απάτη εκείνο το «τελευταίο σοου» στο Madison Square Garden; «Και ναι, και όχι. Κοίτα κανείς δεν ξέρει την μουσική ιστορία και μυθολογία καλύτερα από τον Τζέιμς. Ίσως εγκλωβίστηκε σε ένα σχέδιο διαφυγής πάνω σε μια περίοδο που και τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ αρχισαν να κάνουν οικογένειες και να έχουν παραπάνω υποχρεώσεις». (Για την ιστορία, οι LCD Soundsystem επανενώθηκαν, έχουν βγάλει ένα ακόμα άλμπουμ έκτοτε και περιοδεύουν σχεδόν κάθε χρόνο εντός κι εκτός ΗΠΑ.) Στο μεταξύ κι ο Γουιτζεσόρια έκανε οικογένεια που, μάλιστα χωρίς ποτέ να του ειπωθεί ξεκάθαρα, ήταν μάλλον και ο λόγος που η μπάντα τον απομάκρυνε, θέλοντας να βρει κάποιον με πιο φρέσκια ματιά. Δεν το ξέρει, αλλά το υποθέτει με χαμόγελο αλλά και όχι δίχως κάποια πικρία. 

Στην πορεία έκανε αρκετά πράγματα, διαφορετικά μεταξύ τους. Όχι απαραίτητα εντός μουσικής βιομηχανίας. Δούλεψε με brands, κυκλοφόρησε δύο λευκώματα με στιγμιότυπα από τη ζωή στο Αφγανιστάν και τη Σουηδία, ενώ η τελευταία του έκδοση New York City Rising είναι ένα φωτογραφικό χρονικό των κινητοποιήσεων στη Νέα Υόρκη αμέσως μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Κλείνουμε την κουβέντα, όχι ακριβώς με νοσταλγία. «Έχει ενδιαφέρον, μου φαίνεται περίεργο που γίνομαι κι εγώ ο ίδιος επισκέπτης στη νιότη μου μέσα από αυτό το πρότζεκτ. Αυτό που μου λείπει πάντως, φωτογραφικά μιλώντας, ήταν η πρόσβαση που είχα στο ξεκίνημα αυτής της σκηνής, όταν κανείς δε με ήξερε και μπορούσα να φωτογραφίζω κυριολεκτικά σαν να είμαι μια “μύγα στον τοίχο” που δεν πρόσεχε κανείς. Μετά άρχισαν να με αναγνωρίζουn. E, και ξέρεις τι γίνεται τότε. Όλοι ποζάρουν…»

Info:

H έκθεση Passerby φιλοξενείται στο Castor Place (Ασκληπιού 5 & Κάστορος 48, Πειραιάς) από 3 έως 9/7 με δωρέαν είσοδο.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα