Δανάη Μέγα: Ποιος είπε ότι τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν τη σύγχρονη τέχνη;
Διαβάζεται σε 12'
Με αφορμή το «IN MOTION» στο Θέατρο Εν Αθήναις, η Δανάη Μέγα μιλά για τη συνάντηση των παιδιών με τη σύγχρονη τέχνη, τις προσδοκίες των ενηλίκων και τα μουσεία που χρειάζεται να συνδεθούν με τη ζωή μας σήμερα.
- 23 Οκτωβρίου 2026 06:23
Ένα γλυπτό εγκαταλείπει το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για να βρει τη δική του θέση στον κόσμο και καταλήγει στο Γκάζι. Εκεί συναντά τη Σελίν, μια μικρή συλλέκτρια τέχνης, και μαζί ξεκινούν μια περιπέτεια στην οποία συμμετέχουν και τα παιδιά που την παρακολουθούν. Αυτή είναι η αφετηρία του «IN MOTION», της παράστασης που σκηνοθετεί η Δανάη Μέγα και παρουσιάζει η Flux for Art για τρίτη χρονιά, φέτος στο Θέατρο Εν Αθήναις.
Τι σημαίνει, όμως, διαδραστική παράσταση και τι περιγράφει ο όρος «site specific»; Στο «IN MOTION», τα παιδιά καλούνται να πάρουν ενεργό μέρος στην ιστορία, ενώ ο χώρος όπου παρουσιάζεται το έργο επηρεάζει και την εξέλιξή του. Η μεταφορά στο Γκάζι φέρνει στην αφήγηση την ιστορία της γειτονιάς και του φωταερίου, ενώ το θέατρο μεταμορφώνεται σε ένα ζωντανό μουσείο σύγχρονης τέχνης, με πρωτότυπα έργα και εικαστικές εγκαταστάσεις.
Με αφορμή την παράσταση, μιλήσαμε με τη Δανάη Μέγα για τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά προσεγγίζουν τη σύγχρονη τέχνη, τις προσδοκίες που προβάλλουμε πάνω τους και την ελευθερία που τους αφήνουμε να μας διαψεύσουν.
«Το θάρρος να αμφισβητείς τη θέση που σου έχουν αποδώσει και να αναζητάς αυτό που πραγματικά επιθυμείς»
Ποια είναι τα όμορφα νοήματα πίσω από την παράσταση και πώς θα την περιγράφατε σε έναν γονιό που σκέφτεται να έρθει με το παιδί του;
Το IN MOTION είναι μια παράσταση που μας δείχνει ότι διαφορετικά πράγματα μπορούν να συνυπάρξουν, να συνομιλήσουν και να μετασχηματιστούν, δημιουργώντας κάτι καινούργιο. Βασίζεται στη συνάντηση των τεχνών και στη μοναδικότητα του θεάτρου, που όλα συμβαίνουν ζωντανά μπροστά μας. Έχει μια αμεσότητα με το κοινό και σπάει συνέχεια τη θεατρική σύμβαση, κάτι που βάζει τα παιδιά στη διαδικασία να βιώσουν τη λειτουργία του θεάτρου επί τόπου μπροστά στα μάτια τους.
Η σύγχρονη τέχνη παίζει βασικό ρόλο και είναι ο τρόπος μέσα από τον οποίο μεταφράζονται πολλά νοήματα της παράστασης. Συναντά τη δραματουργία, τους δύο ήρωες, την ιστορία και πολιτιστική κληρονομιά και τελικά ολόκληρο το θέατρο.
Όλα αυτά μέσα από τον δραματουργικό πυρήνα στον οποίο βρίσκεται ένα ερώτημα που ακολουθεί όλους σε όλη μας τη ζωή, είτε το αντιλαμβανόμαστε, είτε όχι – και έχει να κάνει με το πού τελικά ένας άνθρωπος αισθάνεται πραγματικά ότι ανήκει και πιο απλά, που νιώθουμε ελεύθεροι και ελεύθερες. Για να ανακαλύψουμε, όμως, ποιοι είμαστε, χρειάζεται να εξερευνήσουμε και τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγαλώνουμε. Όσα διαμόρφωσαν την ταυτότητά του και, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, διαμορφώνουν και τη δική μας.
Ενας τρόπος που τουλάχιστον μας αφυπνίζει και μας συνδέει με το παρόν είναι η σύνδεση με τον χώρο που βρισκόμαστε. Μέσα από αυτή την επαφή συνδεόμαστε με όσα μας περιβάλλουν .
Το IN MOTION γεννιέται από τον χώρο δηλαδή και συνομιλεί μαζί του – και μαζί με την ιστορία των δύο χαρακτήρων του έργου. Το Bien, το γλυπτού που εγκαταλείπει το διασημότερο μουσείο της Νέας Υόρκης, για να αναζητήσει τη δική του διαδρομή, φτάνει τυχαία στο Γκάζι και εκεί συναντά τη Celine, μια μικρή συλλέκτρια τέχνης. Έτσι ξεκινά μια περιπέτεια γύρω από τη διαφορετικότητα, την αυτοδιάθεση και την ανάγκη να βρούμε τη θέση μας χωρίς να χάσουμε αυτό που μας κάνει μοναδικούς. Η ιστορία τους συνδέεται με την ιστορία του τόπου, δημιουργώντας μια εμπειρία όπου το θέατρο, η σύγχρονη τέχνη και η πολιτιστική κληρονομιά δεν λειτουργούν ξεχωριστά, αλλά αποτελούν μέρη της ίδιας αφήγησης.
Οπότε, σε έναν γονιό θα έλεγα να έρθει με το παιδί του για να ζήσουν μαζί αυτή τη συνάντηση.
Σύμφωνα με την εμπειρία σας, πώς αντιλαμβάνονται τα παιδιά τα έργα σύγχρονης τέχνης; Υπήρξε κάποια αντίδραση ή ερμηνεία τους που σας έκανε να δείτε κάτι διαφορετικά;
Νομίζω ότι συχνά υποτιμούμε τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά μπορούν να προσεγγίσουν τη σύγχρονη τέχνη. Θεωρούμε ότι χρειάζονται πρώτα εξηγήσεις, πληροφορίες και έναν ενήλικα να τους δείξει τι πρέπει να καταλάβουν. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές χρειάζονται απλώς χρόνο και την ελευθερία για να παρατηρήσουν.
Τα παιδιά δεν έχουν πάντα την ανάγκη να αναγνωρίσουν τι αναπαριστά ένα έργο ή να καταλήξουν σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία. Μπορεί να σταθούν σε ένα χρώμα ή σε ένα υλικό ή ακόμα και να συνδέσουν αυτό που βλέπουν με μια εντελώς προσωπική τους εμπειρία. Τότε το έργο σταματάει να είναι κάτι ξένο και γίνεται μέρος του κόσμου τους.
Το IN MOTION ίσως είναι ένα έργο που καλλιεργεί αυτή την ελευθερία. Συχνά, η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή δεν είναι όταν εμείς τους εξηγούμε κάτι, αλλά όταν μας δείχνουν κάτι που δεν είχαμε σκεφτεί.
Η παράσταση μεταφέρεται φέτος στο Γκάζι και ενσωματώνει την ιστορία του φωταερίου. Πώς αλλάζει ο νέος τόπος την περιπέτεια του Bien και της Σελίν;
Αρκετά θα έλεγα, γιατί η αλλαγή του τόπου δεν επηρεάζει μόνο το σκηνικό, αλλά και την δραματουργία της παράστασης.
Το IN MOTION γεννήθηκε από την επιθυμία να δημιουργηθεί ένα ζωντανό μουσείο σύγχρονης τέχνης μέσα στη θεατρική σκηνή. Ήταν μια ιδέα που ξεκίνησε μέσα από το μουσείο και τελικά βγήκε εκτός των τοίχων μεταφέροντας την εμπειρία σε έναν διαφορετικό τόπο προκαλώντας την αντίστροφη μεταμόρφωση. Από το μουσείο στο θέατρο και από το θέατρο στο μουσείο.
Φέτος, αλλάζει και η ιστορία του Bien, του γλυπτού που έρχεται από τη Νέα Υόρκη, όπου ζει στο διασημότερο Μουσείο της πόλης. Το Bien είναι επηρεασμένο από από την αισθητική της Νέας Υόρκης, τον δυναμισμό και την ελευθερία της σύγχρονης τέχνης. Φεύγοντας από εκεί, αναζητά μια νέα ταυτότητα, εκτός από τον ρόλο που του έχει αποδοθεί. Η Σελίν για εκείνον είναι μια απρόσμενη συνοδοιπόρος, με την οποία συνδέεται μέσα από την περιέργεια, τη φαντασία και τις διαφορές τους.
Η περιπέτειά τους συναντά την ιστορία του Γκαζιού. Ένας χώρος που αλλάζει χρήση και αποκτά νέες δυνατότητες, όπως ακριβώς και το Bien, που αναζητά τη δική του διαδρομή, σπάζοντας όσα θεωρούνταν δεδομένα γι’ αυτόν. Αυτή η συνάντηση ανοίγει και έναν δρόμο για να σκεφτούμε πώς ο τόπος όπου ζούμε διαμορφώνει την ταυτότητά μας, αλλά και πώς μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας μαζί του.
Νομίζω όλα αυτά συνδέονται άμεσα με τα θέλω του Bien και της Σελίν, με το θάρρος δηλαδή να αμφισβητείς τη θέση που σου έχουν αποδώσει, να αναζητάς αυτό που πραγματικά επιθυμείς και να διεκδικείς τη δυνατότητα να αποφασίζεις ο ίδιος για τη διαδρομή σου.
Μιλάτε για τη φύση των παιδιών να αμφισβητούν τις ταμπέλες και τις προσδοκίες των άλλων. Πόσο χώρο αφήνουμε εμείς οι ενήλικες για να μας εκπλήξουν με τις επιλογές τους, ακόμη κι όταν αυτές μας δυσκολεύουν;
Νομίζω ότι υπάρχει εδώ μια αντίφαση που όλοι έχουμε συναντήσει, όχι μόνο στη σχέση μας με τα παιδιά, αλλά και στη σχέση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Μας συγκινεί όταν βλέπουμε έναν ήρωα να διεκδικεί την ελευθερία του, να αμφισβητεί όσα θεωρούνται δεδομένα και να ακολουθεί τον δικό του δρόμο. Όταν, όμως, αυτή η ανάγκη εκφράζεται στην καθημερινότητα, είτε από ένα παιδί είτε από εμάς τους ίδιους, δεν είναι πάντα εύκολο να της δώσουμε χώρο. Ο τρόπος που είναι οργανωμένη η καθημερινότητά μας και οι κοινωνίες μέσα στις οποίες ζούμε μάς ωθούν συχνά να προσαρμοζόμαστε σε συγκεκριμένους ρόλους και προσδοκίες, παραμερίζοντας προσωπικές ανάγκες και επιθυμίες. Ίσως, λοιπόν, δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε την ελευθερία των παιδιών επειδή δεν έχουμε καταφέρει πάντα να διεκδικήσουμε τη δική μας.
Ως ενήλικες, θέλουμε να προστατεύσουμε τα παιδιά και να τα βοηθήσουμε να πάρουν καλές αποφάσεις. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε, όμως, μπορεί να αρχίσουμε να ορίζουμε εμείς τι τους ταιριάζει, τι μπορούν να καταφέρουν ή ποια θέση τους αναλογεί. Οι ταμπέλες δεν είναι πάντα αρνητικές ή σκληρές· μπορεί να είναι ακόμη και κολακευτικές. Περιορίζουν, όμως, ένα παιδί όταν δεν του αφήνουν το περιθώριο να αλλάξει, να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό ή να μας διαψεύσει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά δεν χρειάζονται όρια ή καθοδήγηση. Χρειάζονται, χώρο να δοκιμάσουν, να διαφωνήσουν, να κάνουν λάθη και να ανακαλύψουν τι πραγματικά τους εκφράζει, χωρίς να αισθάνονται ότι πρέπει διαρκώς να ανταποκρίνονται σε μια εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει γι’ αυτά.
Αυτό βρίσκεται και στον πυρήνα της ιστορίας του Bien. Η αναζήτησή του δεν αφορά μόνο το πού ανήκει, αλλά και το δικαίωμά του να αποφασίσει ο ίδιος ποιος θέλει να είναι. Ίσως, τελικά, αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορούμε να προσφέρουμε σε ένα παιδί: όχι να του υποδείξουμε ποιος πρέπει να γίνει, αλλά να του δώσουμε την ασφάλεια και την ελευθερία να το ανακαλύψει μόνο του.
Έχετε πει ότι τα μουσεία πρέπει να είναι ζωντανές εμπειρίες και όχι σιωπηλά μαυσωλεία. Τι χρειάζεται να αλλάξει στον τρόπο που μας υποδέχονται;
Σιγά σιγά, η αλήθεια είναι ότι υπάρχει προσπάθεια για αλλαγή, τουλάχιστον σε κάποιους φορείς. Νομίζω ότι χρειάζεται πρώτα να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον επισκέπτη. Το μουσείο είναι ένας χώρος συνάντησης με την τέχνη, την ιστορία, τους άλλους, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Χρειάζεται, λοιπόν, να δημιουργούμε εμπειρίες που δεν περιορίζονται στη μετάδοση γνώσης, αλλά αφήνουν χώρο στον επισκέπτη να σκεφτεί, να αισθανθεί και να δώσει τη δική του ερμηνεία σε αυτό που βλέπει. Να σταματήσουμε να εξυμνούμε μόνο το παρελθόν και να αναρωτηθούμε τι κάνουμε με αυτό στο παρόν. Πώς συνδέεται με τη ζωή μας σήμερα και τι έχει να μας πει.
Ειδικά για τα παιδιά, είναι σημαντικό να αισθάνονται ότι το μουσείο και το θέατρο είναι χώροι όπου μπορούν να εξερευνήσουν ελεύθερα, χωρίς να φοβούνται ότι θα κάνουν κάτι λάθος ή ότι πρέπει να γνωρίζουν ήδη κάτι για να συμμετέχουν.
Η τέχνη και η ιστορία δεν χρειάζονται εντυπωσιασμούς για να μας συγκινήσουν. Χρειάζονται φροντίδα, φαντασία και διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης, ώστε να μπορούν να συναντήσουν ανθρώπους με διαφορετικές εμπειρίες, ανάγκες και τρόπους αντίληψης.
Βέβαια, για να γίνουν όλα αυτά, χρειάζονται και οι κατάλληλες συνθήκες. Και εδώ υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στον πολιτισμό στην Ελλάδα. Δεν μπορείς να ζητάς από τους πολιτιστικούς χώρους να είναι ζωντανοί, ανοιχτοί και σύγχρονοι, όταν συχνά δεν έχουν την απαραίτητη οικονομική στήριξη για να επιβιώσουν, να αναπτυχθούν και να δημιουργήσουν νέες εμπειρίες για το κοινό τους.
Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι υπάρχει και ένα ζήτημα με τους ανθρώπους που στελεχώνουν αυτούς τους χώρους. Συχνά, άνθρωποι αναλαμβάνουν θέσεις χωρίς να έχουν την απαραίτητη γνώση ή αντίληψη για τον πολιτισμό και τον ρόλο που μπορούν να έχουν τα μουσεία και τα θέατρα στη σημερινή κοινωνία. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν άνθρωποι με γνώση, εξειδίκευση και ιδέες που δεν έχουν τη δυνατότητα ή τις συνθήκες να τις υλοποιήσουν. Δεν αρκεί να συντηρούμε κτίρια και συλλογές. Χρειάζεται να επενδύουμε στους ανθρώπους, στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στη δημιουργία. Και αυτό απαιτεί ουσιαστική στήριξη από το κράτος, κάτι που δεν συμβαίνει επ ουδενί. Καλώς ή κακώς όλοι γνωρίζουμε το χάλι που επικρατεί στον εργασιακό χώρο του πολιτισμού, του θεάτρου, των μουσείων κλπ.
Όλα αυτά για το πώς θα έπρεπε να είναι, για εμένα είναι δεδομένα. Πλέον, σκέφτομαι πέρα από αυτά. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής και ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά σήμερα κάνουν όλα τα παραπάνω ακόμη πιο αναγκαία. Αυτό που με απασχολεί περισσότερο πλέον είναι το πώς μπορούμε να διατηρήσουμε τη σύνδεσή μας με το εδώ και τώρα, με αυτό που μας συμβαίνει, με αυτό που βιώνουμε πραγματικά. Γιατί θεωρώ ότι αυτή ακριβώς η σύνδεση είναι που έχει χαθεί.
Για μένα, ένα ζωντανό μουσείο είναι ένας χώρος που δεν φοβάται το παρόν. Διατηρεί τη μνήμη, αλλά δεν μένει εγκλωβισμένος στο παρελθόν. Συνομιλεί με τη σύγχρονη ζωή και δίνει στον επισκέπτη τη δυνατότητα να γίνει μέρος αυτής της συνομιλίας, να θέσει ερωτήματα, να διαμορφώσει τη δική του ερμηνεία και να ανακαλύψει νέες συνδέσεις.
Άλλωστε, η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι μόνο όσα παραλάβαμε από το παρελθόν, αλλά και όσα επιλέγουμε να κάνουμε με αυτά στο παρόν.