“Καμπανάκι” για χαλάρωση δαπανών λόγω εκλογών

Διαβάζεται σε 6'
“Καμπανάκι” για χαλάρωση δαπανών λόγω εκλογών
ISTOCK

Για την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, παραμένει η ενίσχυση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, διαμέσου της κατάλληλης επιλογής προτεραιοτήτων οικονομικής πολιτικής.

Ρίσκα για την οικονομία σηματοδοτεί η είσοδος της χώρας σε προεκλογική περίοδο, με βάση όσα κατέγραψε η διοίκηση του ΙΟΒΕ, παρουσιάζοντας την τριμηνιαία του έκθεση για την ελληνική οικονομία, την περασμένη εβδομάδα, προειδοποιώντας ότι μια πιθανή χαλάρωση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος θα μπορούσε να επιβαρύνει τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας μεσοπρόθεσμα δεν είναι διασφαλισμένη, αλλά εξαρτάται από τις επιλογές οικονομικής πολιτικής, ιδίως εν μέσω της προεκλογικής περιόδου, τόνισε χαρακτηριστικά ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Καθηγητής Νίκος Βέττας, κατά τη διαδικτυακή παρουσίαση της Έκθεσης ενώ και ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του ΙΟΒΕ, κ. Γιάννης Ρέτσος, επεσήμανε ότι υπάρχουν επιδράσεις στην ελληνική οικονομία από τη νέα αστάθεια στον Περσικό Κόλπο, καθώς και από το ότι η χώρα μπαίνει σε προεκλογικό τοπίο. Ο κ. Βέττας μάλιστα ανέφερε ότι υπάρχει ήδη μια πρώτη καταγραφή αύξησης των δαπανών, υπογραμμίζοντας τη σημασία της επίδειξης από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος υπεύθυνης στάσης  σε σχέση με επιλογές πολιτικής.

Κομβική, όπως, εμφατικά, είπε ο κ. Βέττας,  για την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, παραμένει η ενίσχυση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, διαμέσου της κατάλληλης επιλογής προτεραιοτήτων οικονομικής πολιτικής. Κι αυτό την ώρα που ένα από τα μεγάλα στοιχήματα της ελληνικής οικονομίας είναι η τόνωση της προσφοράς, η ανάπτυξη του παραγωγικού δυναμικού με έμφαση στην καινοτομία, όπου ειδικά η χώρα υστερεί. Χαρακτηριστικά, όπως τόνισε ο κ. Βέττας, οι επενδύσεις των επιχειρήσεων στην έρευνα και ανάπτυξης είναι στο 0,8% του ΑΕΠ την ώρα που στην Ευρωζώνη, ο μέσος όρος, είναι διπλάσιος.

Ανισορροπία ζήτησης και προσφοράς

Για την πορεία της ελληνικής οικονομίας υπογράμμισε ότι η θετική πορεία της μεσοπρόθεσμα δεν είναι διασφαλισμένη, αλλά εξαρτάται από τις επιλογές οικονομικής πολιτικής, ιδίως εν μέσω της προεκλογικής περιόδου και πρόσθεσε ότι η συνολική ζήτηση στην ελληνική οικονομία έχει τρέξει γρηγορότερα από την προσφορά μετά την κρίση χρέους, ασκώντας πιέσεις στις τιμές με συνέπειες στα πραγματικά εισοδήματα και στο εξωτερικό ισοζύγιο.

Σε σχέση με την πορεία της, όπως αναφέρει η έκθεση του ΙΟΒΕ, καταγράφεται ήπια επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης του ελληνικού ΑΕΠ στο +2,0% (y-o-y) το α’ τρίμηνο του 2026, έναντι +2,3% το προηγούμενο τρίμηνο, με κόπωση της ιδιωτικής κατανάλωσης (+0,7% από +2,3% y-o-y) και παρά την ανάκαμψη της δημόσιας κατανάλωσης (+1,6% από -2,1% y-o-y).

Οι πάγιες επενδύσεις διατήρησαν τη δυναμική του προηγούμενου τριμήνου (+12,1% από +13,0% y-o-y), με παράλληλη στασιμότητα των συνολικών επενδύσεων (+0,0% από +0,4% y-o-y το δ’ τρίμηνο του 2025), λόγω της νέας εντονότερης μείωσης των αποθεμάτων. Το εξωτερικό ισοζύγιο κατέγραψε νέα βελτίωση καθώς οι συνολικές εξαγωγές ενισχύθηκαν (+2,4% έναντι +2,6% το δ’ τρίμηνο του 2025) – με αύξηση τόσο των εξαγωγών αγαθών (+2,8% από +7,0%) όσο και των εξαγωγών υπηρεσιών (+3,1% έναντι -0,5%) – και οι συνολικές εισαγωγές επιβραδύνθηκαν (+0,5% έναντι +1,1%) – με μείωση των εισαγωγών αγαθών (-0,6% από +0,5%) και παρά την άνοδο των εισαγωγών υπηρεσιών (+3,2% έναντι +1,3%). Ειδικό πλαίσιο ανάλυσης αναδεικνύει την πρόσφατη τάση επέκτασης της τουριστικής περιόδου στην Ελλάδα.

Προβλέψεις

Για το 2026, το ΙΟΒΕ διατηρεί την εκτίμησή του για ανάπτυξη +1,8%, ενώ για το 2027 προβλέπει ελαφρά επιτάχυνση της μεγέθυνσης στο +2,0%. Κινητήριος μοχλός αναμένεται να παραμείνει η ιδιωτική κατανάλωση – με προβλεπόμενη άνοδο +1,6% το 2026 και +1,9% το 2027 – στηριζόμενη στην ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος μέσω της ανάκαμψης της απασχόλησης, των αυξήσεων των μισθών, των φορολογικών ελαφρύνσεων και των μέτρων ενεργειακής στήριξης.

Δημόσια κατανάλωση εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά +2,0% και +1,4% τα δύο έτη αντίστοιχα. Οι επενδύσεις θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, καθώς το ΤΑΑ εισέρχεται στην τελική φάση υλοποίησής του, με πρόσθετη στήριξη από την ισχυρή πιστωτική επέκταση, το ενισχυμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τις αυξημένες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων.

Οι πάγιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά +7,6% το 2026 και +8,5% το 2027, με τις ιδιωτικές επενδύσεις να διαδέχονται σταδιακά τη δυναμική των δημοσίων καθώς ολοκληρώνεται το ΤΑΑ.

Οι βασικοί κίνδυνοι

ΜΕ βάση το ΙΟΒΕ, οι κυριότεροι κίνδυνοι για την επενδυτική δυναμική συνίστανται στον συστηματικά υψηλότερο πληθωρισμό έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ο οποίος διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα, στο ενδεχόμενο επιβράδυνσης του μεταρρυθμιστικού προγράμματος ενόψει της προεκλογικής περιόδου, και σε πιθανές καθυστερήσεις στην απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ.

Το εξωτερικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διευρυνθεί περαιτέρω τη διετία 2026-2027, κυρίως λόγω της ανόδου των εισαγωγών που τροφοδοτεί η υψηλής εισαγωγικής έντασης επενδυτική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις του πολέμου στο διεθνές εμπόριο: οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά +3,0% το 2026 και +4,2% το 2027, ταχύτερα από τις εξαγωγές, +2,0% και +2,5% αντίστοιχα.

Δημοσιονομική πορεία

Επίσης, η εκτέλεση του προϋπολογισμού σε ταμειακή βάση για το πρώτο πεντάμηνο του 2026 κινήθηκε καλύτερα από τον στόχο, αλλά μέρος της υπεραπόδοσης οφείλεται σε ετεροχρονισμούς πληρωμών και εισπράξεων. Καταγράφηκε πλεόνασμα €103 εκατ. (0,0% του ΑΕΠ) και πρωτογενές πλεόνασμα ύψους €3.650 εκατ. (1,4% του ΑΕΠ), σε τροποποιημένη ταμειακή βάση.

Στο σύνολο του 2025, η γενική κυβέρνηση κατέγραψε δημοσιονομική υπεραπόδοση και βελτίωση σε σχέση με το 2024, με δημοσιονομικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχων για έλλειμμα 0,6% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 2,4% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Παράλληλα, το χρέος γενικής κυβέρνησης μειώθηκε από 154,2% το 2024 σε 146,1% το 2025, με μείωση σε απόλυτους όρους από €364.964 εκατ. σε €362.925 εκατ.

Θετική πρόσφατη εξέλιξη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε τον Ιούνιο πως η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον Μακροοικονομικές Ανισορροπίες, αφαιρώντας τη χώρα από τη σχετική κατηγορία παρακολούθησης για πρώτη φορά μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα