Τράπεζες: Καμπανάκι από τον SSM για αναπροσαρμογή των business plans

Τράπεζες: Καμπανάκι από τον SSM για αναπροσαρμογή των business plans
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα Shutterstock

Αυξάνεται η ανησυχία του SSM για τις ελληνικές τράπεζες καθώς διαπιστώνει ότι η πανδημία προκαλεί πίεση στη ρευστότητα, υποχώρηση της κεφαλαιακής επάρκειας και επιβράδυνση την πορεία ανάκαμψης.

Κόκκινο έχει χτυπήσει τις τελευταίες ημέρες το θερμόμετρο της ανησυχίας στον εποπτικό βραχίονα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τον SSM, καθώς διαπιστώνεται ότι η κρίση του Covid αναδεικνύει σταδιακά σοβαρές αδυναμίες για τις ελληνικές τράπεζες με σημαντικότερες την πίεση στη ρευστότητα και την υποχώρηση της κεφαλαιακής επάρκειας.

Μετά την αναλυτική αξιολόγηση των σχεδίων που υπέβαλαν πρόσφατα οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών από τον SSM, στην Φρανκφούρτη διαπιστώνουν την ύπαρξη σημαντικών κενών στους τομείς της ρευστότητας και της κεφαλαιακής επάρκειας με αποτέλεσμα να εκφράζονται φόβοι ακόμη και για γενικότερη αστάθεια του ελληνικού πιστωτικού συστήματος.

Σύμφωνα μάλιστα με τον SSM στην περίπτωση που η πανδημία παρατεθεί οι ελληνικές τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια σημαντική επιδείνωση του βασικού κεφαλαιακού δείκτη CET1, κατά 60% κατά μέσο όρο.

Την ανησυχία του επόπτη εντείνει το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες παρά τις σημαντικές προσπάθειες που καταβάλουν εξακολουθούν να βαρύνονται με μεγάλο όγκο κόκκινων δανείων και να βρίσκονται σε σαφώς δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τις αντίστοιχες Ευρωπαϊκές.

Μάλιστα είναι τέτοια η ανησυχία στην ΕΚΤ που παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες ετοιμάζονται να αντλήσουν από τις αγορές περί τα 3 δις. ευρω κεφάλαια , είτε μέσω ομολόγων (Alpha Bank) είτε μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου (Τράπεζα Πειραιώς), ο SSM εμφανίζεται προβληματισμένος για το κατά πόσο οι διαδικασίες αυτές θα μπορούσαν, υπό τις παρούσες συνθήκες, να ολοκληρωθούν επιτυχώς και σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα.

Φρενάρει η τραπεζική ανάκαμψη

Η ανάλυση των business plans των ελληνικών τραπεζών οδηγεί τον επόπτη στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες αυξημένης πίεσης που προκαλεί η πανδημία μπορούν να επιβραδύνουν σημαντικά την διαδικασία ανάκαμψης του εγχώριου πιστωτικού συστήματος. Πρακτικά η αναταραχή που προκαλεί στις αγορές η πανδημία του Covid 19, αποδυναμώνει όχι μόνο την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών αλλά και τα μέσα που διαθέτουν οι διοικήσεις τους για να την ανακτήσουν είτε πρόκειται για αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου είτε για πωλήσεις θυγατρικών εταιρειών.

Στη εποπτική αρχή άλλωστε γνωρίζουν καλά ότι σε μια κρίση το ενδεχόμενο να καταστεί δύσκολη η πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις κεφαλαιαγορές ή να αυξηθεί η απροθυμία των επενδυτών να επενδύσουν στις ελληνικές τράπεζες δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Κίνδυνος αν και αρκετά μικρότερος υπάρχει, σύμφωνα πάντα με τον SSM και για την δυνατότητα πρόσβασης των ελληνικών τραπεζών στις αγορές για άντληση ρευστότητας, αν και ο χρόνος ο οποίος εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί για την αποκατάσταση ομαλών συνθηκών ρευστότητας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αμελητέος.

Νέα επικαιροποιημένα business plans

Οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών έχουν ενημερωθεί για την ανησυχίες που εκφράζει ο ευρωπαϊκός εποπτικός μηχανισμός και καλούνται να υποβάλλουν αναθεωρημένα σχέδια για την μείωση των κόκκινων δανείων τους στα οποία θα πρέπει να συμπεριλάβουν σε αυτά και τις αναλυτικές επιπτώσεις της πανδημίας.

Ήδη, στο τέλος Ιανουαρίου ενημέρωσαν αναλυτικά για τον πιστωτικό κίνδυνο που κρύβουν τα δάνεια που έχουν «παγώσει» λόγω της πανδημίας με προφανή στόχο της κίνησης αυτής, αφού διαχωριστούν τους δανειολήπτες σε βιώσιμους και μη, να υιοθετήσουν και την ανάλογη πολιτική νέων προβλέψεων.

Όλα αυτά θα συνυπολογιστούν στον προσδιορισμό των νέων στόχων για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που θα θέσουν οι τράπεζες. Τα αρχικά σχέδια που είχαν υποβάλλει τον περασμένο Οκτώβριο πριν το νέο κύμα της πανδημίας προέβλεπαν μονοψήφιο ποσοστό – κάτω από το 10% για τα κόκκινα δάνεια ως το τέλος του 2022. Ο στόχος αυτός ήταν ήδη αρκετά φιλόδοξος αν ληφθεί υπόψιν ότι στο τέλος του εννεαμήνου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τεσσάρων συστημικών στην Ελλάδα φτάνουν τα 58,7 δισ. ευρώ ή το 35,8% του συνόλου των δανείων, έναντι 3% σε μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μείωση κατά 9,8 δις. το εννεάμηνο του 2020

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στους πρώτους εννέα μήνες του 2020 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν κατά 9,8 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου 2019 και κατά περίπου 48,5 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου του 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο. Η υποχώρηση του αποθέματος των “κόκκινων” δανείων κατά τη διάρκεια του 2020 οφείλεται κυρίως σε πωλήσεις δανείων ύψους 6,8 δισ. ευρώ και σε διαγραφές ύψους 1,7 δισ. ευρώ και λιγότερο σε εισπράξεις μέσω ενεργητικής διαχείρισης (αναδιαρθρώσεις, ρυθμίσεις, είσπραξη οφειλών, ρευστοποίηση εξασφαλίσεων). Έτσι, ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε υψηλός (35,8%) τον Σεπτέμβριο του 2020.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, στο τέλος Ιουνίου 2020 ο αντίστοιχος δείκτης ανήλθε σε 2,9% (όσο και το αντίστοιχο μέγεθος για τις τράπεζες που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό).

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα