Γιατί τα βραβεία Ίρις αγνόησαν (αδίκως) τη Σπασμένη Φλέβα του Οικονομίδη
Διαβάζεται σε 5'
Η φετινή απονομή των Ίρις γεννά ένα σχεδόν αμήχανο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν η «Σπασμένη Φλέβα» να φεύγει με ένα μόλις (εξ ημισείας!) βραβείο, όταν υπήρξε μία από τις πιο έντονα συζητημένες, εμπορικά επιδραστικές και πολιτισμικά φορτισμένες ελληνικές ταινίες της χρονιάς;
- 20 Ιουνίου 2026 17:33
Ο ρόλος των βραβείων μέσα στην κινηματογραφική συζήτηση μιας χρονιάς υποτίθεται πως είναι να λειτουργούν ως συμπύκνωση της ίδιας της χρονιάς: να αποτυπώνουν όχι απλώς τις «καλύτερες» ταινίες, αλλά εκείνες που όρισαν τον τρόπο με τον οποίο μιλήσαμε για το ελληνικό σινεμά, που καθόρισαν τη δημόσια ατμόσφαιρα, που έγιναν σημεία αναφοράς.
Αν αυτό είναι το κριτήριο, τότε η φετινή απονομή των Ίρις γεννά ένα σχεδόν αμήχανο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν η «Σπασμένη Φλέβα» να φεύγει με ένα μόλις (εξ ημισείας!) βραβείο, όταν υπήρξε μία από τις πιο έντονα συζητημένες, εμπορικά επιδραστικές και πολιτισμικά φορτισμένες ελληνικές ταινίες της χρονιάς;
Η «Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη έκανε αυτό που κάνει σχεδόν κάθε ταινία του: δεν μπήκε απλώς στη χρονιά, αλλά τη διατάραξε. Προκάλεσε συζήτηση πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο κύκλος της προβολής της, επανέφερε το ίδιο σταθερό ερώτημα γύρω από τον δημιουργό της και επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους Έλληνες σκηνοθέτες που εξακολουθούν να παράγουν κινηματογραφικό γεγονός. Όχι απλώς ταινίες, αλλά γεγονότα που διαμορφώνουν δημόσιο λόγο, αντιπαραθέσεις, εντάσεις, ακόμη και έναν βαθμό συλλογικής δυσφορίας.
Μια από τις πιο πολυσυζητημένες ελληνικές ταινίες της χρονιάς, το έργο μίλησε κατευθείαν στην καρδιά της σημερινής ελληνικής εμπειρίας: στο αδιέξοδο, στην ασφυξία, στη βία που δεν είναι πάντα θεαματική αλλά συχνά υπόγεια και καθημερινή. Και το έκανε μέσα από έναν κινηματογραφικό κώδικα που συνομιλεί ευθέως με την αρχαία τραγωδία, μεταφέροντας τη σύγκρουση στο σήμερα χωρίς να χάνει τη δομική της ένταση. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια σπάνια περίπτωση σύγχρονης αφήγησης που γεφυρώνει την παράδοση με το παρόν χωρίς να καταφεύγει σε αισθητική επίκληση.
Ταυτόχρονα, η ταινία σηματοδότησε την επιστροφή ενός δημιουργού που έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί ως «απλός σκηνοθέτης». Ο Γιάννης Οικονομίδης είναι πλέον ένα αυτόνομο κινηματογραφικό γεγονός. Κάθε νέα του ταινία προηγείται της προβολής της, συγκεντρώνει κοινό και αντιπάθειες πριν καν ολοκληρωθεί η πρώτη της επαφή με τις αίθουσες, και παράγει έναν δικό της κοινωνικό μικρόκοσμο συζήτησης. Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις στο ελληνικό σινεμά όπου ο δημιουργός λειτουργεί σχεδόν ως σταθερή δημόσια αναφορά, ανεξάρτητα από το εκάστοτε έργο.
Σε αυτό το πλαίσιο, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι πρόκειται για έναν από τους λίγους Έλληνες auteurs με απόλυτα αναγνωρίσιμη κινηματογραφική φωνή. Είτε κανείς τον αποδέχεται είτε τον απορρίπτει, το σινεμά του είναι άμεσα αναγνωρίσιμο: γλώσσα, ρυθμός, αισθητική, δραματουργία, όλα συγκροτούν ένα συνεκτικό σύμπαν που δεν αντιγράφεται και δεν συγχέεται. Και αυτό, σε μια μικρή κινηματογραφική παραγωγικά χώρα, δεν είναι δεδομένο αλλά εξαιρετικά σπάνιο.
Κι όμως, σε μια εποχή όπου η ανάγκη για στήριξη του προσωπικού σινεμά και των ισχυρών δημιουργικών οραμάτων είναι ίσως μεγαλύτερη από ποτέ, μια ταινία που κατά κοινή ομολογία συγκαταλέγεται στις πιο δυνατές —και εμπορικά επιτυχημένες— στιγμές του έργου του, φεύγει από τη βραδιά των βραβείων σχεδόν χωρίς ουσιαστική αποτύπωση. Μία μόνο διάκριση, και αυτή μοιρασμένη.
Φυσικά, τα Ίρις δεν έχουν καμία υποχρέωση να επιβραβεύουν βάσει δημοφιλίας ή εισιτηρίων. Όμως όταν μια ταινία καταφέρνει ταυτόχρονα να έχει καλλιτεχνική συνοχή, σαφή προσωπική υπογραφή και ευρεία απήχηση πέρα από τα στενά όρια των φεστιβάλ, τότε δεν μιλάμε για μια απλή συμμετοχή στη χρονιά. Μιλάμε για ένα έργο που επαναδιατυπώνει το τι μπορεί να σημαίνει ελληνική κινηματογραφική αφήγηση στο παρόν.
Προκύπτει έτσι ένα ευρύτερο και πιο επίμονο ερώτημα: ποιος είναι τελικά ο ρόλος των θεσμικών βραβείων; Αν δεν είναι η αναγνώριση των έργων που καθόρισαν τη συζήτηση της χρονιάς, τότε ποιο είναι το κριτήριο της «αντιπροσώπευσης»; Και αν είναι, πώς εξηγείται ότι η «Σπασμένη Φλέβα» δεν καταγράφεται ως κεντρικό γεγονός στη βραβευτική αποτύπωση;
Μήπως, τελικά, η σχέση του θεσμού με τον Οικονομίδη παραμένει διαχρονικά αμήχανη; Ο κινηματογράφος του είναι θορυβώδης, λαϊκός, επιθετικός, συχνά άβολος και σχεδόν ποτέ συμφιλιωτικός. Δεν προσφέρει εύκολες ισορροπίες ούτε στρογγυλεμένες αναγνώσεις. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό δεν γίνεται ποτέ αυτονόητο φαβορί, ακόμη και όταν βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας κινηματογραφικής συζήτησης.
Μάλιστα η πρόσφατη ιστορία του στα Ίρις με τα τρία πιο πρόσφατα έργα του (Σπασμένη Φλέβα, Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς και Το Μικρό Ψάρι), δείχνει ένα μοτίβο που δύσκολα αγνοείται: ταινίες με πολλαπλές υποψηφιότητες που δεν μεταφράζονται σε αντίστοιχη βράβευση, έργα που συζητούνται έντονα, αλλά δεν κυριαρχούν στο αποτέλεσμα.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η «Σπασμένη Φλέβα» θα έπρεπε οπωσδήποτε να κερδίσει το Ίρις Καλύτερης Ταινίας. Το ερώτημα είναι αν μια ταινία αυτού του εκτοπίσματος, από έναν δημιουργό τέτοιας βαρύτητας για το σύγχρονο ελληνικό σινεμά, μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπροσωπήθηκε επαρκώς από μία μόνο, μοιρασμένη διάκριση.
Και αν η απάντηση είναι θετική, τότε ίσως το ζήτημα δεν είναι η «Σπασμένη Φλέβα». Είναι το πώς —και αν— τα Ίρις αντανακλούν πραγματικά το ελληνικό σινεμά της εποχής τους.