Γιαούρτι ή τυρί cottage: Ποιο έχει περισσότερη πρωτεΐνη, ποιο είναι πιο υγιεινό;

Διαβάζεται σε 9'
Γιαούρτι και τυρί cottage
Γιαούρτι και τυρί cottage iStock

Γιαούρτι και τυρί cottage προσφέρουν άφθονη πρωτεΐνη και πολύτιμα θρεπτικά συστατικά, όμως ορισμένες διαφορές τους μπορεί να καθορίσουν ποιο ταιριάζει καλύτερα στις καθημερινές ανάγκες μας.

Το γιαούρτι και το τυρί cottage έχουν βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της διατροφικής μόδας που θέλει την πρωτεΐνη να πρωταγωνιστεί σε κάθε γεύμα. Και τα δύο είναι πλούσια σε πρωτεΐνη, χορταστικά και εύκολα να ενταχθούν στην καθημερινή διατροφή.

Παρότι, όμως, μοιάζουν αρκετά ως προς τη διατροφική τους αξία, υπάρχουν ορισμένες διαφορές που μπορεί να κάνουν το ένα πιο κατάλληλο από το άλλο, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ανθρώπου.

Η αυξημένη ζήτηση για τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη έχει μετατρέψει δύο προϊόντα που παλαιότερα απευθύνονταν κυρίως σε όσους ασχολούνταν συστηματικά με τη διατροφή τους σε βασικές επιλογές για ένα πολύ ευρύτερο κοινό.

Η πρωτεΐνη είναι άλλωστε απαραίτητη για πολλές λειτουργίες του οργανισμού: συμβάλλει στη διατήρηση της μυϊκής μάζας και της υγείας των οστών, ενώ συμμετέχει και στη ρύθμιση του μεταβολισμού.

Η τάση αυτή έχει βέβαια οδηγήσει και σε υπερβολές. Για τους περισσότερους ανθρώπους δεν υπάρχει ανάγκη για ειδικά σνακ, ροφήματα ή άλλα προϊόντα εμπλουτισμένα με πρωτεΐνη, εφόσον η καθημερινή διατροφή είναι ισορροπημένη.

Οι φυσικές πηγές πρωτεΐνης, όπως τα γαλακτοκομικά, παραμένουν ένας από τους πιο απλούς και ουσιαστικούς τρόπους για να καλύπτονται οι ανάγκες του οργανισμού.

Όπως εξηγεί η διαιτολόγος Caroline West Passerrello, εκπρόσωπος της Αμερικανικής Ακαδημίας Διατροφής και Διαιτολογίας, τόσο το γιαούρτι όσο και το τυρί cottage προσφέρουν μεγάλη διατροφική αξία και αποτελούν πλήρεις πηγές πρωτεΐνης υψηλής ποιότητας. Αυτό σημαίνει ότι περιέχουν και τα εννέα απαραίτητα αμινοξέα, τα οποία ο οργανισμός δεν μπορεί να συνθέσει μόνος του.

Παρόμοια σε πρωτεΐνη και θερμίδες

Αν συγκρίνουμε τα δύο προϊόντα σε ίσες ποσότητες, το τυρί cottage περιέχει συνήθως λίγο περισσότερη πρωτεΐνη. Ένα φλιτζάνι δίνει περίπου 24 έως 25 γραμμάρια, ενώ η αντίστοιχη ποσότητα γιαουρτιού περίπου 19 έως 22 γραμμάρια, ανάλογα με το προϊόν.

Στην πράξη, όμως, οι συνηθισμένες μερίδες δεν είναι ίδιες. Μια τυπική μερίδα γιαουρτιού είναι περίπου τα τρία τέταρτα του φλιτζανιού, ενώ του τυριού cottage περίπου μισό φλιτζάνι. Έτσι, ανά μερίδα, το γιαούρτι μπορεί να δώσει 15 έως 17 γραμμάρια πρωτεΐνης, έναντι περίπου 12 γραμμαρίων από το τυρί cottage.

Η διαφορά, επομένως, δεν είναι τέτοια ώστε να καθορίζει από μόνη της την επιλογή. «Αν ο βασικός στόχος είναι η πρόσληψη πρωτεΐνης, μπορεί κανείς να επιλέξει οποιοδήποτε από τα δύο», σημειώνει η Passerrello.

Οι ανάγκες σε πρωτεΐνη ποικίλλουν ανάλογα με το βάρος, την ηλικία και τη σωματική δραστηριότητα, ωστόσο οι ειδικοί συχνά τοποθετούν έναν ενδεικτικό στόχο στα 25 έως 30 γραμμάρια ανά γεύμα. Μια μερίδα είτε γιαουρτιού είτε τυρί cottage καλύπτει περίπου τη μισή από αυτή την ποσότητα.

Οι ομοιότητες δεν σταματούν εκεί. Και τα δύο προέρχονται από αγελαδινό γάλα και διατίθενται σε άπαχες, χαμηλών λιπαρών και πλήρεις εκδοχές. Στις αντίστοιχες κατηγορίες έχουν παρόμοια περιεκτικότητα σε λιπαρά, θερμίδες και φυσικά σάκχαρα, ιδίως όταν πρόκειται για απλά προϊόντα χωρίς πρόσθετες γεύσεις.

Το πλήρες γιαούρτι περιέχει συνήθως περίπου 7 έως 9 γραμμάρια λιπαρών ανά μερίδα, ενώ το τυρί cottage γύρω στα 5 γραμμάρια. Οι διαφορές αυτές μεταφράζονται και σε ελαφρώς διαφορετικό θερμιδικό φορτίο, χωρίς όμως να αλλάζουν ουσιαστικά τη συνολική εικόνα.

Η Julia Zumpano, διαιτολόγος στο Κέντρο Ανθρώπινης Διατροφής της Cleveland Clinic, επισημαίνει ότι οι νεότερες έρευνες έχουν αμβλύνει τις παλαιότερες ανησυχίες γύρω από τα λιπαρά των γαλακτοκομικών και την καρδιαγγειακή υγεία.

Μεγαλύτερη σημασία έχει συχνά το αν ένα προϊόν περιέχει πρόσθετη ζάχαρη. Για τον λόγο αυτό, οι απλές εκδοχές, χωρίς γεύσεις, σιρόπια ή γλυκά toppings, παραμένουν η πιο συνετή επιλογή.

Ασβέστιο, κάλιο και βιταμίνη Β12

Και τα δύο προϊόντα προσφέρουν επίσης σημαντικές ποσότητες βιταμινών και μετάλλων. Ανάμεσά τους είναι το κάλιο, που συμβάλλει στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού, καθώς και το ασβέστιο, απαραίτητο τόσο για την υγεία των οστών όσο και για τη σωστή λειτουργία των μυών.

Σύμφωνα με την Passerrello, το γιαούρτι έχει ένα μικρό προβάδισμα και στα δύο αυτά συστατικά. Παράλληλα, περιέχει περισσότερη βιταμίνη Β12, η οποία είναι σημαντική για τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Μια μερίδα γιαουρτιού παρέχει περίπου 1,28 μικρογραμμάρια βιταμίνης Β12, δηλαδή σχεδόν τη μισή συνιστώμενη ημερήσια ποσότητα. Η αντίστοιχη μερίδα τυριού cottage περιέχει περίπου 0,5 μικρογραμμάρια, λίγο περισσότερο από το 20% των ημερήσιων αναγκών.

Οι διαφορές, ωστόσο, παραμένουν σχετικά μικρές. Για έναν υγιή άνθρωπο που ακολουθεί μια ισορροπημένη διατροφή, και τα δύο μπορούν να αποτελέσουν εξίσου αξιόλογες επιλογές. Υπάρχουν, όμως, δύο περιπτώσεις στις οποίες το γιαούρτι αποκτά σαφέστερο πλεονέκτημα.

Αν χρειάζεται να περιορίσετε το αλάτι

Η μεγαλύτερη ίσως διαφορά ανάμεσα στα δύο προϊόντα αφορά το νάτριο. Στο τυρί cottage προστίθεται συνήθως αλάτι, κυρίως για να ενισχυθεί η γεύση του, με αποτέλεσμα η περιεκτικότητά του σε νάτριο να είναι αισθητά υψηλότερη.

Μισό φλιτζάνι τυρί cottage μπορεί να περιέχει περίπου 350 έως 385 mg νατρίου. Η ποσότητα αυτή ξεπερνά το 15% του ανώτατου συνιστώμενου ημερήσιου ορίου των 2.300 mg και αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο του αυστηρότερου στόχου των 1.500 mg που προτείνει η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία.

Το γιαούρτι, αντίθετα, περιέχει πολύ λιγότερο αλάτι. Μια συνηθισμένη μερίδα έχει περίπου 60 mg νατρίου. Η διαφορά είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική αν συγκρίνουμε ίσες ποσότητες: ένα φλιτζάνι τυρί cottage μπορεί να ξεπεράσει τα 700 mg νατρίου, ενώ ένα φλιτζάνι γιαούρτι βρίσκεται περίπου στα 80 mg.

Για όσους λοιπόν χρειάζεται να περιορίσουν το αλάτι, είτε για την πρόληψη είτε για τον καλύτερο έλεγχο της υπέρτασης, το γιαούρτι είναι συνήθως η ευκολότερη επιλογή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το τυρί cottage πρέπει να αποκλειστεί από μια διατροφή χαμηλή σε αλάτι. Όπως διευκρινίζει η Zumpano, σημασία έχει η συνολική πρόσληψη νατρίου μέσα στην ημέρα. Στην αγορά υπάρχουν άλλωστε και προϊόντα με μειωμένο αλάτι, αν και συχνά έχουν πιο ήπια ή ελαφρώς πιο όξινη γεύση.

Το πλεονέκτημα των προβιοτικών

Το δεύτερο σημείο στο οποίο το γιαούρτι ξεχωρίζει είναι η υγεία του εντέρου. Κατά την παρασκευή του προστίθενται στο γάλα ωφέλιμα βακτήρια, τα οποία μετατρέπουν τη λακτόζη σε γαλακτικό οξύ. Αυτή η διαδικασία δίνει στο γιαούρτι τόσο την ελαφρώς ξινή γεύση του όσο και την κρεμώδη υφή του.

Τα ίδια βακτήρια λειτουργούν ως προβιοτικά και μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση μιας πιο ισορροπημένης εντερικής χλωρίδας. Το τυρί cottage, αντίθετα, παρασκευάζεται συνήθως με την προσθήκη οξέος και όχι μέσω βακτηριακής ζύμωσης, επομένως δεν περιέχει κατ’ ανάγκη προβιοτικά.

Υπάρχουν βέβαια και ποικιλίες τυρί cottage με ζωντανές καλλιέργειες. Σε αυτή την περίπτωση, η Passerrello συνιστά να ελέγχεται η ετικέτα για ενδείξεις όπως «ζωντανές και ενεργές καλλιέργειες».

Η παρουσία προβιοτικών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μια σειρά από παράγοντες της σύγχρονης ζωής —η συχνή χρήση αντιβιοτικών, το χρόνιο στρες και μια διατροφή φτωχή σε φυτικές ίνες— μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το μικροβίωμα του εντέρου.

Η κατανάλωση ζυμωμένων τροφίμων, όπως το γιαούρτι, έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη ποικιλία μικροοργανισμών στο έντερο.

Η μεγαλύτερη μικροβιακή ποικιλία θεωρείται δείκτης καλύτερης μεταβολικής υγείας, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ζυμωμένα τρόφιμα μπορεί επίσης να συμβάλλουν στον περιορισμό της φλεγμονής.

Τι ισχύει για τη λακτόζη

Τα προβιοτικά είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το γιαούρτι μπορεί να είναι πιο εύπεπτο για ορισμένα άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη. Τα βακτήρια που συμμετέχουν στη ζύμωσή του βοηθούν στη διάσπαση μέρους της λακτόζης, μειώνοντας έτσι την ποσότητα που φτάνει στο πεπτικό σύστημα.

Παρ’ όλα αυτά, τόσο το γιαούρτι όσο και το τυρί cottage έχουν σχετικά χαμηλή περιεκτικότητα σε λακτόζη. Μια συνηθισμένη μερίδα περιέχει περίπου 3 έως 4 γραμμάρια, καθώς κατά την παραγωγή τους απομακρύνεται σημαντικό μέρος του ορού του γάλακτος.

Για σύγκριση, ένα φλιτζάνι γάλα περιέχει περίπου 12 γραμμάρια λακτόζης. Επομένως, αρκετοί άνθρωποι με ήπια δυσανεξία μπορεί να μπορούν να καταναλώνουν μικρές ποσότητες και από τα δύο προϊόντα, ανάλογα βέβαια με την ατομική τους ανοχή.

Η συνολική διατροφή έχει μεγαλύτερη σημασία

Αν περιορίσουμε τη σύγκριση αποκλειστικά στα διατροφικά στοιχεία, δεν προκύπτει κάποιος απόλυτος νικητής. Το γιαούρτι έχει σαφές πλεονέκτημα όταν ζητούμενο είναι η χαμηλή πρόσληψη νατρίου ή η ενίσχυση του εντερικού μικροβιώματος.

Το τυρί cottage, από την άλλη, προσφέρει ελαφρώς περισσότερη πρωτεΐνη όταν η σύγκριση γίνεται σε ίση ποσότητα.

Στην καθημερινότητα, όμως, μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς εντάσσεται το κάθε τρόφιμο στο συνολικό διαιτολόγιο.

Κάποιος που τρώει τυρί cottage μαζί με ψωμί ολικής άλεσης μπορεί, για παράδειγμα, να αυξήσει παράλληλα την πρόσληψη δημητριακών ολικής άλεσης. Αντίστοιχα, ένα μπολ με γιαούρτι μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για περισσότερα φρούτα, ξηρούς καρπούς και σπόρους.

Με άλλα λόγια, η αξία του κάθε προϊόντος δεν κρίνεται μόνο από την ετικέτα του, αλλά και από τις υπόλοιπες τροφές που το συνοδεύουν.

Ρόλο παίζει φυσικά και η γεύση. Το γιαούρτι, χάρη στην πιο λεία και κρεμώδη υφή του, ταιριάζει εύκολα σε smoothies, ντιπ, γλυκές παρασκευές ή αρτοσκευάσματα. Το τυρί cottage, αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα σε αλμυρά πιάτα, από αυγά και σαλάτες μέχρι σάλτσες ζυμαρικών.

Η πιο πρακτική λύση, επομένως, δεν είναι απαραίτητα να διαλέξει κανείς μόνο το ένα από τα δύο. Η εναλλαγή τους μέσα στην εβδομάδα μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ποικιλία και να συμβάλει στην πρόσληψη πρωτεΐνης, ασβεστίου και άλλων πολύτιμων θρεπτικών συστατικών.

Όπως συνοψίζει η Zumpano, από καθαρά διατροφική άποψη τα δύο προϊόντα μπορούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, να θεωρηθούν σε μεγάλο βαθμό ισοδύναμα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα