Ένα δίστιχο έκπληξη στην Ερμού και ο χορός του θανάτου

Διαβάζεται σε 9'
Ένα δίστιχο έκπληξη στην Ερμού και ο χορός του θανάτου
Στιγμιότυπο από τον πεζόδρομο της οδού Ερμού, στην Αθήνα, Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025. (ΔΑΝΑΗ ΔΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI) eurokinissi

Στην Ερμού, ένα χορευτικό δημοτικό τραγούδι με στίχους για τον θάνατο γίνεται αφορμή για μια περιπλάνηση από το memento mori έως τον Totentanz και το Jedermann.

Ίσως θα έχετε προσέξει μια συμπαθέστατη μπάντα νεαρών μουσικών που παίζουν στην Ερμού. Όσες φορές τους έχω ακούσει παίζουν σε πολύ καλή εκτέλεση διάφορα ελληνικά τραγούδια, δίνοντάς τους μάλιστα και έναν έντονο ρυθμό. Έτσι, όχι μόνο εντυπωσιάζουν τους διερχόμενους περαστικούς, μεταξύ των οποίων βρίσκονται πολλοί τουρίστες, αλλά παρασέρνουν μερικούς ακόμη και να χορέψουν, σχηματίζοντας ένα μικρό κύκλο μπροστά από τους μουσικούς.

Μια φορά λοιπόν, πριν λίγο καιρό άκουσα περνώντας από μπροστά τους να παίζουν ένα έντονα ρυθμικό δημοτικό τραγούδι, οι στίχοι του οποίου μου τράβηξαν την προσοχή:

«Τούτη η γης που την πατούμε,
όλοι μέσα θε να μπούμε.»

Δηλαδή, εκεί που περπατάς, κάνοντας διάφορες τυπικά καθημερινές σκέψεις μέρα μεσημέρι, ακούς ξαφνικά μια δυσοίωνη υπενθύμιση της κοινής μοίρας όλων των ανθρώπων και μάλιστα σε τραγούδι με χορευτικό ρυθμό!

Γιατί πράγματι, η βασική ιδέα των στίχων είναι το ρωμαϊκό «memento mori» δηλαδή η υπενθύμιση της κοινής μοίρας όλων των ανθρώπων. Πρόκειται για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα πολλών λαϊκών παραδόσεων, όπου ο θάνατος παρουσιάζεται ως η μεγάλη εξίσωση όλων, ανεξάρτητα από πλούτο, δύναμη ή κοινωνική θέση. Κι αυτή η πολλαπλή εμφάνιση έκανε τη σκέψη να φύγει από τα τετριμμένα σε μια περιπλάνηση αναζήτησης τέτοιων παραδόσεων.

Στιγμιότυπο από τον πεζόδρομο της οδού Ερμού, στην Αθήνα, Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025. (ΔΑΝΑΗ ΔΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI)

Στον Όμηρο

Αυτήν την πανάρχαια ιδέα, ότι ο θάνατος δεν κάνει διακρίσεις την συναντάμε ήδη στον Όμηρο. Ο Αχιλλέας λέει στην Ιλιάδα ότι ο ίδιος θάνατος περιμένει και τον γενναίο και τον δειλό και στην Οδύσσεια, όταν ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη, συναντά στον ίδιο χώρο βασιλιάδες, ήρωες και απλούς ανθρώπους στον ίδιο χώρο.

Επίσης στη Γένεση υπάρχει η σχεδόν ίδια φράση με τους παραπάνω στίχους «Χώμα (γη) είσαι και στο χώμα θα επιστρέψεις». Έτσι, αυτό το δίστιχο έχει πολύ βαθιές ρίζες και βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η αρχαία ελληνική, η χριστιανική και η λαϊκή παράδοση. Π.χ. βρίσκεται πολύ κοντά στο πνεύμα των μεσαιωνικών χορών του Θανάτου (Totentanz). Κι αυτό μας οδηγεί στο Füssen (Φύσεν).

Στο Füssen (Φύσεν)

Το Füssen (Φύσεν) είναι ένα μικρό μεσαιωνικό χωριό στη Βαυαρία, κοντά στο περίφημο νέο-γοτθικό κάστρο Neuschwanstein που κατασκεύασε ο Λουδοβίκος ο Β της Βαυαρίας. Εκεί λοιπόν, στο Μουσείο της πόλης βρίσκεται μία σειρά από 20 ζωγραφισμένους ξύλινους πίνακες, τοποθετημένους σε ένα ενιαίο ξύλινο πλαίσιο με θέμα τον Χορό του Θανάτου (Totentanz). Το έργο φιλοτεχνήθηκε το 1602 από τον ντόπιο ζωγράφο Jakob Hiebeler και δημιουργήθηκε ειδικά για το Füssen. Πρόκειται για τον περίφημο «Χορό του Θανάτου του Φύσεν» (Füssener Totentanz), έναν από τους παλαιότερους και πιο σημαντικούς διασωθέντες κύκλους «Χορού του Θανάτου» στην Ευρώπη.

Η θεματική του Totentanz γεννήθηκε στον Μεσαίωνα (κυρίως μετά την πανώλη του 14ου αιώνα) ως υπενθύμιση του memento mori, ότι ο θάνατος είναι ο μεγάλος εξισωτής που δεν κάνει διακρίσεις. Στο έργο ο Θάνατος (ως σκελετός) παρασέρνει στον χορό του 20 διαφορετικούς ανθρώπους, από τον Πάπα, τον Αυτοκράτορα και τον Βασιλιά, μέχρι τον Έμπορο, τον Ζωγράφο, τη Γυναίκα, τον Αγρότη και το Μωρό.

¡ÛҸϷıÒÔ ÛÙÈ„ÏȸÙıÔ ·Ô ÙÔÌ Âʸ‰ÒÔÏÔ ÙÁÚ ƒÈÔÌıÛflÔı ¡ÒÂÔ·„fiÙÔı ¸Ôı ›Ì· ÊÂı„‹ÒÈ ÏÔıÛÈÍ˛Ì ·flÊÔıÌ „È· ÙÔıÚ ÂÒ·ÛÙÈÍÔ˝Ú, ıÒÈ·Ífi 19 …ÔıÎflÔı 2009 (EUROKINISSI / ◊¡”…¡À«” ¬¡⁄œ”) eurokinissi

Totentanz Πηγή: Μουσείο της πόλης του Füssen

Όμως υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίθεση της ελληνικής παράδοσης, όπως αποτυπώνεται στο δημοτικό τραγούδι (με τον χορευτικό του ρυθμό) με τον δυτικοευρωπαϊκό Totentanz. Εκεί ο θάνατος «σέρνει» τους ανθρώπους στον χορό, ενώ στην ελληνική παράδοση, πολύ συχνά είναι οι ζωντανοί που χορεύουν έχοντας πλήρη επίγνωση του θανάτου.

Ο χορός δεν είναι του Θανάτου· είναι της ζωής απέναντι στον θάνατο. Έτσι, η επίγνωση του θανάτου δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στη θλίψη αλλά μπορεί να οδηγήσει στην ένταση της ζωής. Με άλλα λόγια, επειδή «όλοι μέσα θε να μπούμε», αξίζει να τραγουδήσουμε και να χορέψουμε όσο ακόμη πατούμε αυτή τη γη.

Στη Νέα Ορλεάνη

Η σκηνή στην Ερμού με κόσμο που χόρευε με μουσική που έντυνε ζοφερούς στίχους, δεν είναι ωστόσο ασυνήθιστη, καθώς στη δημοτική μουσική ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται πάντοτε με βαρύ πένθος. Σε πολλές περιοχές υπάρχουν τραγούδια που μιλούν για τον Χάρο ή για τον θάνατο με ρυθμό που μπορεί να είναι ακόμη και χορευτικός. Ο ρυθμός δεν αναιρεί το νόημα, αλλά, αντίθετα, δείχνει μια συμφιλίωση με την αναπόφευκτη μοίρα. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην ελληνική παράδοση, με χαρακτηριστική περίπτωση τη Νέα Ορλεάνη.
Εκεί στις κηδείες, η πομπή ξεκινά με πένθιμη μουσική και συχνά καταλήγει σε ζωηρό, σχεδόν γιορτινό ρυθμό. Δεν πρόκειται για ασέβεια, αλλά για μια δήλωση ότι η ζωή συνεχίζεται.

Και στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ

Όμως η πιο δυνατή εικόνα που μου δημιουργήθηκε από τη σκηνή της Ερμού ήταν η αναλογία των τουριστών που χόρευαν χαρούμενη μουσική με δυσοίωνους στίχους που δεν καταλάβαιναν, με την άγνοια των ανθρώπων μπροστά σε πάρα πολλά σημαντικά πράγματα που καθορίζουν τη ζωή τους.

Πράγματι καθώς οι τουρίστες χόρευαν, βίωναν το ρυθμό και τη χαρά της συμμετοχής σε ένα event το εξωτικό στοιχείο της «ελληνικής εμπειρίας», ενώ την ίδια στιγμή, δεν συνειδητοποιούσαν (λόγω γλώσσας) το δεύτερο επίπεδο του τραγουδιού: ότι αυτή η γη που πατούν είναι και η γη στην οποία όλοι θα επιστρέψουν.

Και εδώ επανέρχεται η αρχαία ιδέα πως ο άνθρωπος είναι ένα ον που συχνά ξεχνά τη θνητότητά του. Αυτό ακριβώς ήταν το νόημα του ρωμαϊκού memento mori: όχι να σου πουν κάτι που δεν ξέρεις, αλλά να σου θυμίσουν κάτι που γνωρίζεις και παρ’ όλα αυτά ξεχνάς.

Έτσι λοιπόν στη σκηνή στην Ερμού, δεν ήταν απλά η αντίθεση ανάμεσα στη χαρούμενη μουσική και στους σκοτεινούς στίχους που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση. Ήταν μια εικόνα που έδειχνε μεταφορικά πώς η αλήθεια βρισκόταν μπροστά στους ανθρώπους, αλλά παρέμενε αθέατη. Οι λέξεις υπήρχαν, το νόημα υπήρχε, όμως η εμπειρία περιοριζόταν στον ρυθμό και στον χορό. Ή αλλιώς, πώς μέσα στην καθημερινότητα οι άνθρωποι περιβάλλονται από νοήματα που όμως τους διαφεύγουν.

Η σκηνή αυτή μου έφερε στο νου το Jedermann του Hugo von Hofmannsthal, που εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα ανεβαίνει κάθε καλοκαίρι στην πλατεία του Καθεδρικού Ναού του Σάλτσμπουργκ, στη διάρκεια του περίφημου φεστιβάλ. Το έργο αυτό βασίζεται στο μεσαιωνικό αγγλικό Everyman και στον ίδιο ακριβώς άξονα:

Ο πλούσιος άνθρωπος ζει σαν να είναι αιώνιος, όμως έρχεται ο Θάνατος και τότε όλα όσα θεωρούσε δικά του (πλούτος, φίλοι, εξουσία) τον εγκαταλείπουν και μένει μόνο η ψυχή του. Και σ’ αυτό το έργο, το θέμα δεν είναι πρωτίστως ο θάνατος, αλλά η ανθρώπινη αυταπάτη.

Ο Jedermann γνωρίζει, όπως όλοι μας, ότι είναι θνητός. Ωστόσο ζει σαν η αλήθεια αυτή να αφορά πάντοτε κάποιον άλλον. Η εμφάνιση του Θανάτου δεν του αποκαλύπτει ένα άγνωστο γεγονός· τον αναγκάζει να δει αυτό που γνώριζε αλλά είχε πάψει να βλέπει.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι η παράσταση του Jedermann στην Πλατεία μπροστά στον Καθεδρικό Ναό του Σάλτσμπουργκ, μετατρέπει το έργο σε δημόσιο τελετουργικό. Όπως στην Ερμού οι περαστικοί έγιναν άθελά τους μέρος ενός τραγουδιού για τη θνητότητα, έτσι στο Σάλτσμπουργκ οι θεατές γίνονται μέρος ενός θεάτρου όπου ο θάνατος εισβάλλει στη δημόσια ζωή.

Αυτό ακριβώς ήθελε να αναβιώσει ο Hofmannsthal μαζί με τον Max Reinhardt, οι εμπνευστές του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, αλλά μέσα στις συνθήκες του 20ού αιώνα. Το όραμά τους για το Φεστιβάλ δεν ήταν απλώς ένα ακόμη φεστιβάλ υψηλής τέχνης. Ήταν η αναζήτηση ενός θεάτρου της κοινότητας. Γι’ αυτό το Jedermann δεν ανεβαίνει σε μια συμβατική σκηνή αλλά μπροστά στον Καθεδρικό Ναό, στην καρδιά της πόλης, όπου το ίδιο το αστικό τοπίο γίνεται μέρος της παράστασης.

Η φράση του Max Reinhardt «Ολόκληρη η πόλη είναι μια σκηνή» (Die ganze Stadt ist eine Bühne) συνοψίζει την κεντρική του θεατρική φιλοσοφία και αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ίδρυσης και της ταυτότητας του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ.

Υπό αυτό το πρίσμα, η σκηνή της Ερμού και η σκηνή του Σάλτσμπουργκ άρχισαν να μοιάζουν μεταξύ τους. Στην Ερμού, οι άνθρωποι χόρευαν με ένα τραγούδι για τη θνητότητα χωρίς να καταλαβαίνουν τα λόγια. Στο Σάλτσμπουργκ, ένας άνθρωπος (ο καθένας – ο Jedermann) ζει μέσα στις βεβαιότητές του μέχρι που ο Θάνατος τον υποχρεώνει να ακούσει το νόημα της ίδιας του της ζωής.

Και στις δύο περιπτώσεις, το ερώτημα δεν είναι αν η αλήθεια υπάρχει· είναι γιατί τόσο συχνά βρίσκεται μπροστά μας χωρίς να την αναγνωρίζουμε.

Ίσως γι’ αυτό η εικόνα εκείνου του αυθόρμητου χορού στην Ερμού μου φάνηκε τόσο ενδιαφέρουσα. Δεν ήταν απλώς μια παράξενη καλοκαιρινή στιγμή. Ήταν μια στιγμιαία αλληγορία της ανθρώπινης κατάστασης. Οι άνθρωποι χορεύουν, χωρίς να καταλαβαίνουν πως το τραγούδι μιλά για το τέλος του χορού. Αυτό φέρνει στο προσκήνιο τον Πλάτωνα.

Οι άνθρωποι στο σπήλαιο δεν βλέπουν ψεύτικες εικόνες επειδή κάποιος τους εξαπατά· τις βλέπουν επειδή δεν έχουν ακόμη στραφεί προς το φως. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία της πραγματικότητας αλλά η αδυναμία αναγνώρισής της. Έτσι, ο φιλοσοφικός πυρήνας όλης αυτής της σκηνής της Ερμού, είναι η διάσταση ανάμεσα στο επίπεδο της εμπειρίας και στο επίπεδο της συνείδησης, θέτοντας το ερώτημα «Πώς γίνεται η αλήθεια να βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας και όμως να μη γίνεται αντικείμενο συνείδησης;» Και αυτό δεν αφορά την έλλειψη πληροφοριών. Αφορά ακριβώς αυτή την απόσταση ανάμεσα στο να ζει κανείς και στο να κατανοεί τι σημαίνει η ζωή που ζει.

Και αυτή η αθέατη απόσταση ανάμεσα στην εμπειρία και στο νόημα είναι ένα από τα αρχαιότερα όσο και βασικά ερωτήματα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τον μεσαιωνικό Totentanz, και το Jedermann, συνδέοντας παράλληλα μια σκηνή στην Ερμού με το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα