Σ. Θεοδωρόπουλος (ΣΕΒ): ”Πρέπει να επενδύσουμε στην παραγωγή” – Οι 3 προϋποθέσεις για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας
Διαβάζεται σε 8'
Το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και οι αδυναμίες του ρυθμιστικού πλαισίου παραμένουν τα βασικά εμπόδια για τη βιομηχανία – Αύξηση 34% των επενδυτικών έργων στην Ελλάδα το 2025, σύμφωνα με την έρευνα της EY.
- 15 Οκτωβρίου 2026 07:08
Τρεις βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της θετικής πορείας της ελληνικής οικονομίας και την ενίσχυση της ελκυστικότητάς της ως επενδυτικού προορισμού θέτει ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος. Συγκεκριμένα, δημοσιονομική πειθαρχία, πολιτική σταθερότητα και, κυρίως, στροφή σε επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγική βάση της χώρας και δημιουργούν υψηλότερη προστιθέμενη αξία αποτελούν τα βασικά «κλειδιά».
Το μήνυμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως των ευρημάτων της έρευνας EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026, η οποία καταγράφει αύξηση 34% των επενδυτικών έργων στην Ελλάδα το 2025, την ώρα που η επενδυτική δραστηριότητα υποχωρεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Παρά τη βελτίωση της εικόνας της χώρας και την ενίσχυση του ενδιαφέροντος των ξένων επενδυτών, το ζητούμενο πλέον είναι η αξιοποίηση αυτής της δυναμικής για την αναβάθμιση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
«Η Ελλάδα βρίσκεται σε πορεία ανάκαμψης, αλλά έχει ακόμα πολλά θέματα να λύσει», σημείωσε ο κ. Θεοδωρόπουλος στη συζήτησή του με τον διευθύνοντα σύμβουλο της EY Ελλάδος, Γιώργο Παπαδημητρίου, παρουσιάζοντας το μεσημέρι της Τετάρτης 14/10 την έρευνα, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η βελτίωση των τελευταίων ετών δεν αρκεί για να καταστήσει τη χώρα κορυφαίο επενδυτικό προορισμό.
Το στοίχημα της παραγωγής και της παραγωγικότητας
Για τον πρόεδρο του ΣΕΒ, η ποιότητα των επενδύσεων έχει εξίσου μεγάλη σημασία με την αύξηση του αριθμού τους. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν διαρκή οικονομική δραστηριότητα, ενισχύουν την εγχώρια προστιθέμενη αξία και μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερη παραγωγικότητα και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
«Πρέπει να επενδύσουμε στην παραγωγή», τόνισε, επισημαίνοντας ότι δεν έχουν όλες οι επενδύσεις το ίδιο πολλαπλασιαστικό όφελος για την οικονομία. Όπως εξήγησε, ένα data center μπορεί να αποτελεί μια εμβληματική επένδυση, ωστόσο η συμβολή του στην οικονομία διαφέρει από εκείνη μιας νέας βιομηχανικής μονάδας που δημιουργείται από μηδενική βάση, μιας greenfield επένδυσης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Θεοδωρόπουλος έθεσε εμμέσως και το ζήτημα των κριτηρίων με τα οποία χαρακτηρίζονται οι επενδύσεις ως στρατηγικές. Αντί η αξιολόγηση να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των θέσεων εργασίας ή να αντιμετωπίζονται όλες οι κατηγορίες έργων με τον ίδιο τρόπο, θα πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραγωγικότητα και στην πραγματική συμβολή τους στην οικονομία.
Παράλληλα, υποστήριξε την ανάγκη να διευκολυνθούν οι μεγάλες επενδύσεις, με αναφορά στα όρια των 300 εκατ. ευρώ για εμβληματικά έργα και των 150 εκατ. ευρώ για στρατηγικές επενδύσεις. Στόχος είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την προσέλκυση μεγαλύτερων παραγωγικών σχεδίων, τα οποία μπορούν να αλλάξουν την κλίμακα της ελληνικής οικονομίας.
Ενέργεια, χωροταξία και ανθρώπινο δυναμικό πιέζουν τη βιομηχανία
Η ενίσχυση της παραγωγής, ωστόσο, προϋποθέτει την αντιμετώπιση συγκεκριμένων διαρθρωτικών εμποδίων. Το χωροταξικό πλαίσιο, το υψηλό ενεργειακό κόστος και η πρόσβαση σε ανθρώπινο δυναμικό αναδεικνύονται στις σημαντικότερες προκλήσεις για τη βιομηχανία, περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερα το κόστος της ενέργειας αποτελεί κρίσιμο μειονέκτημα για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Όπως επισήμανε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, όταν η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης για την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνει η βιομηχανία, είναι δύσκολο να διεκδικήσει ισχυρή θέση στον διεθνή επενδυτικό ανταγωνισμό.
Οι επιδοτήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα μπορούν να λειτουργήσουν ως προσωρινή ανακούφιση, δεν συνιστούν όμως μόνιμη λύση. Το ζητούμενο είναι η διαμόρφωση συνθηκών που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση σε ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος σε σταθερή βάση.
Εξίσου πιεστικό είναι το ζήτημα της εργασίας. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Θεοδωρόπουλος, περίπου 90.000 θέσεις εργασίας παραμένουν κενές, με σημαντικές ελλείψεις να εντοπίζονται σε ειδικότητες χαμηλότερης εξειδίκευσης, αλλά και στον πρωτογενή τομέα.
Η εικόνα, πάντως, δεν είναι ενιαία. Η Ελλάδα διαθέτει καλά εκπαιδευμένους επιστήμονες και εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο μπορεί να βρεθεί με ανταγωνιστικότερο κόστος σε σχέση με άλλες αγορές. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που διαθέτει το εργατικό δυναμικό και των αναγκών των επιχειρήσεων, καθώς και στην έλλειψη προσωπικού σε συγκεκριμένους κλάδους και περιοχές.
Σε αυτό το περιβάλλον, η βελτίωση της εκπαίδευσης, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων και η διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων σε ταλέντο αποκτούν στρατηγική σημασία.
Σταθερότερο φορολογικό πλαίσιο, αλλά με εκκρεμότητες
Στα θετικά της ελληνικής οικονομίας ο πρόεδρος του ΣΕΒ εντάσσει τη μεγαλύτερη σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου τα τελευταία χρόνια, σε αντίθεση με την αβεβαιότητα που χαρακτήριζε προηγούμενες περιόδους.
Παρά τη βελτίωση, υπάρχουν ακόμη περιθώρια παρεμβάσεων, με τον ίδιο να ξεχωρίζει το ζήτημα της προκαταβολής φόρου, για την οποία οι επιχειρήσεις θα επιθυμούσαν ευνοϊκότερη μεταχείριση.
Θετικές εξελίξεις καταγράφονται και στην αγορά εργασίας, με την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και τη μείωση κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες του μη μισθολογικού κόστους να αποτελούν παρεμβάσεις που βελτιώνουν το περιβάλλον για τις επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας δεν εξαρτάται μόνο από το φορολογικό πλαίσιο. Προϋποθέτει ένα λειτουργικό ρυθμιστικό περιβάλλον, ταχύτερες διαδικασίες και σαφείς κανόνες για την υλοποίηση νέων επενδυτικών σχεδίων.
Δημοσιονομική πειθαρχία και πολιτική σταθερότητα
Πρώτη προϋπόθεση για τη συνέχιση της ανάκαμψης είναι, σύμφωνα με τον κ. Θεοδωρόπουλο, η διαφύλαξη της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η μείωση του δημόσιου χρέους και η σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών έχουν συμβάλει στη βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών.
«Πρέπει να προστατεύσουμε ως κόρη οφθαλμού τη δημοσιονομική πειθαρχία», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η αξιοπιστία που έχει αποκτήσει η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Δεύτερη προϋπόθεση είναι η ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων και τρίτη η διασφάλιση πολιτικής σταθερότητας. Όπως υπογράμμισε, η σταθερότητα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη λήψη μακροπρόθεσμων επιχειρηματικών αποφάσεων, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές.
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου η πολιτική αβεβαιότητα και οι αναταράξεις επηρεάζουν το επιχειρηματικό περιβάλλον, αναδεικνύει τη σημασία της συνέχειας και της προβλεψιμότητας στη χάραξη οικονομικής πολιτικής.
Η Ελλάδα κερδίζει έδαφος, αλλά δεν βρίσκεται ακόμη στην κορυφή
Τα στοιχεία της EY πάντως επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει βελτιώσει την ελκυστικότητά της ως επενδυτικός προορισμός. Το 2025 καταγράφηκαν 47 επενδυτικά έργα, αυξημένα κατά 34% σε σχέση με το 2024, την ώρα που στην Ευρώπη τα αντίστοιχα έργα μειώθηκαν κατά 7%.
Παράλληλα, το 55% των στελεχών ξένων επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μέσα στον επόμενο χρόνο. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό από το 2019, όταν ξεκίνησε η συγκεκριμένη έρευνα στη χώρα.
Επιπλέον, το 58% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι η άποψή του για την Ελλάδα ως επενδυτικό προορισμό βελτιώθηκε κατά το τελευταίο έτος, ενώ το 68% εκτιμά ότι η ελκυστικότητα της χώρας θα ενισχυθεί περαιτέρω μέσα στην επόμενη τριετία.
Τα πλεονεκτήματα που αναδεικνύουν οι ξένοι επενδυτές είναι η γεωγραφική θέση της χώρας, η ποιότητα ζωής και η πολιτική σταθερότητα. Στον αντίποδα, ως βασικές αδυναμίες καταγράφονται το ρυθμιστικό περιβάλλον, το επίπεδο καινοτομίας και έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και το ενεργειακό κόστος.
«Είμαστε ελκυστικότεροι από ό,τι ήμασταν στο παρελθόν, αλλά δεν είμαστε οι πιο ελκυστικοί», σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, εξηγώντας ότι το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς αποτελεί αντικειμενικό περιορισμό. Μια πολυεθνική επιχείρηση που εξετάζει το ενδεχόμενο μιας μεγάλης επένδυσης μπορεί να προτιμήσει μια μεγαλύτερη αγορά, εφόσον οι υπόλοιπες συνθήκες είναι αντίστοιχες.
Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία ανάκαμψης από την κρίση. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, απαιτείται περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της βιομηχανικής βάσης, ώστε η χώρα να καλύψει το χαμένο έδαφος.
Οι επενδύσεις ως μοχλός αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου
Το επόμενο βήμα δεν είναι, επομένως, απλώς η προσέλκυση περισσότερων κεφαλαίων, αλλά η κατεύθυνσή τους σε δραστηριότητες που δημιουργούν διατηρήσιμη οικονομική αξία.
Η έρευνα της EY αναδεικνύει ήδη μια μετατόπιση προς κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Το 23% των επενδυτικών έργων κατευθύνθηκε στις υπηρεσίες λογισμικού και πληροφορικής, καθώς και στις επαγγελματικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες προς επιχειρήσεις. Ακολούθησαν οι μεταφορές και τα logistics, με 21%, και η αγροδιατροφή, με 9%.
Ωστόσο, η ενίσχυση των υπηρεσιών υψηλής αξίας δεν υποκαθιστά την ανάγκη για ισχυρότερη παραγωγική βάση. Για τον ΣΕΒ, η βιομηχανία και η μεταποίηση πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερο βάρος στο αναπτυξιακό υπόδειγμα, με επενδύσεις που θα αυξάνουν την παραγωγικότητα και θα δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
«Ζούμε στην εποχή της καλής επιχειρηματικότητας, όχι των εύκολων πλεονεκτημάτων», είναι το μήνυμα που συμπυκνώνει τη συλλογιστική του προέδρου του ΣΕΒ: η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη γεωγραφική της θέση, στο χαμηλότερο κόστος ορισμένων συντελεστών ή στη βελτίωση της διεθνούς εικόνας της. Χρειάζεται επιχειρήσεις που επενδύουν, καινοτομούν και παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης αξίας.
Το στοίχημα, συνεπώς, είναι να μετατραπεί η βελτιωμένη επενδυτική εικόνα της χώρας σε ουσιαστική αναβάθμιση της παραγωγικής της δυναμικότητας.