Νέες οδηγίες για την εμμηνόπαυση: Ποιες θεραπείες αλλάζουν
Διαβάζεται σε 6'
Νέες οδηγίες για την εμμηνόπαυση διευρύνουν τις θεραπευτικές επιλογές και δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην εξατομικευμένη φροντίδα κάθε γυναίκας.
- 23 Οκτωβρίου 2026 06:24
Το Αμερικανικό Κολέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων (ACOG) δημοσίευσε πρόσφατα τις νέες, διευρυμένες κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιμετώπιση συχνών συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως οι εξάψεις, οι διαταραχές του ύπνου και οι μεταβολές της διάθεσης.
Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική επικαιροποίηση των σχετικών συστάσεων από το 2014. Οι νέες οδηγίες δεν αλλάζουν πλήρως όσα ίσχυαν μέχρι σήμερα, αλλά εμπλουτίζουν το θεραπευτικό πλαίσιο με νεότερα επιστημονικά δεδομένα και περισσότερες επιλογές για τις γυναίκες.
Ο Nathan Goodyear, μαιευτήρας-γυναικολόγος και γιατρός ολοκληρωμένης ιατρικής στο Williams Cancer Institute στο Μπέβερλι Χιλς, εξηγεί ότι οι νέες κατευθύνσεις θα πρέπει να θεωρούνται περισσότερο ως εξέλιξη παρά ως αντικατάσταση των προηγούμενων οδηγιών.
«Ο χρόνος φέρνει νέες ανακαλύψεις και αυτές επιβάλλουν την επικαιροποίηση των συστάσεων. Η επιστήμη εξελίσσεται συνεχώς», ανέφερε στο Medical News Today.
Στην ίδια κατεύθυνση, η Sheryl Ross, μαιευτήρας-γυναικολόγος και ειδικός στην υγεία των γυναικών στο Providence Saint John’s Health Center στη Σάντα Μόνικα, επισημαίνει ότι οι προηγούμενες οδηγίες ήταν πιο περιορισμένες και δεν προσέφεραν την ίδια σαφήνεια ως προς τις διαθέσιμες θεραπείες.
Όπως σημειώνει, οι νέες συστάσεις δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα όχι μόνο στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, αλλά και στη συνεργασία ανάμεσα στη γυναίκα και τον γιατρό της για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.
Πότε ενδείκνυται η ορμονική θεραπεία
Ένα από τα βασικά σημεία των νέων οδηγιών αφορά την ορμονική θεραπεία της εμμηνόπαυσης και, κυρίως, το πότε είναι προτιμότερο να ξεκινά.
Το ACOG συνιστά, όταν η ορμονική θεραπεία επιλέγεται για την αντιμετώπιση των εξάψεων ή των διαταραχών του ύπνου που συνδέονται με αυτές, να αρχίζει πριν από την ηλικία των 60 ετών ή μέσα στα πρώτα δέκα χρόνια από την έναρξη της φυσικής εμμηνόπαυσης, εφόσον φυσικά δεν υπάρχουν αντενδείξεις.
Η συγκεκριμένη σύσταση ενισχύει την προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η απόφαση για ορμονική θεραπεία δεν μπορεί να είναι ίδια για όλες τις γυναίκες. Αντίθετα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ηλικία, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, οι παράγοντες κινδύνου και η ένταση των συμπτωμάτων.
Η Ross εξηγεί ότι η ορμονική θεραπεία μπορεί να μην είναι κατάλληλη, για παράδειγμα, για γυναίκες με ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή ορισμένων μορφών καρκίνου του μαστού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μη ορμονικές θεραπείες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Οι νέες οδηγίες αναγνωρίζουν πλέον σαφέστερα τον ρόλο φαρμάκων όπως η φεζολινετάντη (fezolinetant) και η ελινζανετάντη (elinzanetant), οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση αγγειοκινητικών συμπτωμάτων, όπως οι εξάψεις.
Σε αντίθεση με την ορμονική θεραπεία, τα φάρμακα αυτά δεν δρουν στους ορμονικούς υποδοχείς, αλλά σε νευροβιολογικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με τις νευροκινίνες.
Παράλληλα, στις μη ορμονικές επιλογές περιλαμβάνονται και ορισμένα αντικαταθλιπτικά των κατηγοριών SSRI και SNRI, κυρίως για γυναίκες που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να λάβουν ορμονική θεραπεία ή που έχουν εμφανίσει ανεπιθύμητες ενέργειες.
Μεγαλύτερη έμφαση σε ύπνο, διάθεση και μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις
Μια ακόμη σημαντική αλλαγή είναι ότι οι νέες οδηγίες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την εμμηνόπαυση μόνο μέσα από το πρίσμα των εξάψεων.
Οι διαταραχές του ύπνου, οι μεταβολές της διάθεσης και η επίδρασή τους στην καθημερινότητα και στην ποιότητα ζωής αποκτούν πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα.
Ο Goodyear επισημαίνει ότι τα προβλήματα ύπνου και διάθεσης θα πρέπει να αξιολογούνται συστηματικά, καθώς μπορεί να επηρεάζουν σημαντικά τη σωματική και ψυχική ευεξία μιας γυναίκας κατά την περιεμμηνόπαυση και την εμμηνόπαυση.
Παράλληλα, το ACOG δίνει περισσότερο χώρο και σε μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις για τις οποίες υπάρχουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία.
Στις επιλογές αυτές περιλαμβάνονται η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, η τακτική άσκηση, οι τεχνικές ενσυνειδητότητας, η κλινική ύπνωση και ο βελονισμός.
Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να χρησιμοποιούνται είτε αυτόνομα είτε συμπληρωματικά προς τη φαρμακευτική θεραπεία.
Αντίθετα, το ACOG εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικό απέναντι στα φυτοοιστρογόνα και στα φυτικά συμπληρώματα.
Σύμφωνα με τις νέες οδηγίες, τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουν ούτε την αποτελεσματικότητα ούτε την ασφάλεια φυτοοιστρογόνων, όπως οι ισοφλαβόνες σόγιας, και φυτικών συμπληρωμάτων για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης.
«Οι συστάσεις του ACOG βασίζονται σε θεραπείες που έχουν επιστημονική τεκμηρίωση και αποθαρρύνουν τη χρήση φυσικών σκευασμάτων που δεν έχουν αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα», υπογραμμίζει η Ross.
Οι νέες οδηγίες αναγνωρίζουν επίσης ότι η πρόσβαση στη σωστή θεραπεία δεν είναι ίδια για όλες τις γυναίκες. Για τον λόγο αυτό δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ενημέρωση, στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές ανισότητες που μπορεί να επηρεάζουν τη φροντίδα.
Η θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται στη γυναίκα και όχι το αντίστροφο
Η βασική φιλοσοφία των νέων οδηγιών συνοψίζεται στην εξατομίκευση της θεραπείας.
Όπως εξηγεί ο Goodyear, η ίδια αγωγή δεν είναι κατάλληλη για κάθε γυναίκα και η εκτίμηση του προσωπικού κινδύνου πρέπει να προηγείται κάθε θεραπευτικής απόφασης.
«Αντί να εφαρμόζεται ένα γενικό πρωτόκολλο, πρέπει να εξετάζουμε τι χρειάζεται πραγματικά η γυναίκα που έχουμε απέναντί μας, με βάση τους δικούς της κινδύνους και τις δικές της ανάγκες», σημειώνει.
Η Ross από την πλευρά της τονίζει ότι οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες μπορούν να λειτουργήσουν ως ένας πιο σαφής οδηγός τόσο για τους επαγγελματίες υγείας όσο και για τις ίδιες τις γυναίκες.
«Ο τελικός στόχος είναι να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των γυναικών και να υποστηριχθεί η υγιής γήρανση», αναφέρει.
Για τον λόγο αυτό συνιστά στις γυναίκες που βρίσκονται στην περιεμμηνόπαυση ή στην εμμηνόπαυση να καταγράφουν πριν από την επίσκεψή τους στον γιατρό τις αλλαγές στον κύκλο και τα συμπτώματά τους, όπως τη συχνότητα και την ένταση των εξάψεων, τις διαταραχές του ύπνου και τις μεταβολές της διάθεσης.
Χρήσιμο είναι επίσης να ενημερώνουν τον γιατρό τους για το προσωπικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό, ιδιαίτερα εάν υπάρχουν περιστατικά καρδιοπάθειας, εγκεφαλικού επεισοδίου, θρομβώσεων ή καρκίνου του μαστού.
Η επιλογή της θεραπείας, σύμφωνα με τις νέες οδηγίες, θα πρέπει να γίνεται από κοινού με τον γιατρό, με βάση τα συμπτώματα, τους πιθανούς κινδύνους, τα αναμενόμενα οφέλη και τις προσωπικές προτιμήσεις κάθε γυναίκας.
Η θεραπεία δεν θεωρείται στατική. Αντίθετα, θα πρέπει να επανεκτιμάται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και να προσαρμόζεται, εφόσον αλλάζουν τα συμπτώματα ή οι ανάγκες της γυναίκας.