Ακρίβεια: Μεγαλώνει η ψαλίδα – “Καμπανάκι” για τις ανισότητες

Ακρίβεια: Μεγαλώνει η ψαλίδα – “Καμπανάκι” για τις ανισότητες
, 14 , 2022 Aris Oikonomou/ SOOC

Το πακέτο των ενισχύσεων που έφτασε τη διετία 2020-21 τα 43 δισεκ ευρώ και βάρυναν βέβαια και το χρέος, απέτρεψαν τα χειρότερα, ωστόσο, όπως φάνηκε, δεν έβαλαν “συνολικό φρένο” στην επιδείνωση των δεδομένων ειδικά για τους πιο αδύναμους.

Την επιδείνωση πολλών επί μέρους δεικτών που συνθέτουν τη συνολική εικόνα του “χάρτη φτώχειας” στη χώρα έδειξαν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που ανακοινώθηκαν την Τετάρτη και αφορούν τα εισοδήματα του 2020 όπως δηλώθηκαν το 2021.

Βέβαια το 2020 ήταν μια χρονιά που η πανδημία οδήγησε σε κλείσιμο της οικονομίας και σε συρρίκνωση του ΑΕΠ και των εισοδημάτων. Ωστόσο ήταν και μια χρονιά που έγινε η εκκίνηση μια σειράς από μεταβιβάσεις, που έφτασαν τη διετία 2020 – 21 τα 43 δισεκ. ευρώ με βάση τις επίσημες αναφορές του Υπουργείου Οικονομικών και του υπουργού Χρήστου Σταϊκούρα.

Προφανώς οι μεταβιβάσεις αυτές, που βάρυναν βέβαια και το χρέος, απέτρεψαν τα χειρότερα, ωστόσο, όπως φάνηκε, δεν έβαλαν “συνολικό φρένο” στην επιδείνωση των δεδομένων ειδικά για τους πιο αδύναμους, όπως οι άνεργοι, οι νέοι ή όσοι έχουν χαμηλό δείκτη μόρφωσης.

Τα στοιχεία

Έτσι, χαρακτηριστικά, το 28,3% του πληθυσμού της χώρας (2.971.200 άτομα) βρίσκονταν πέρυσι (εισοδήματα 2020) σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2020.

Σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ, η αύξηση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού του πληθυσμού σε χαμηλή ένταση εργασίας (από 11,8% το 2020 σε 13,6% το 2021) και του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας από 17,7% το 2020 σε 19,6% το 2021. Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας 17 ετών και κάτω (32%).

Επίσης, το 2021, το 19,6% του συνολικού πληθυσμού της χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας, σημειώνοντας αύξηση κατά 1,9 ποσοστιαίες μονάδες. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 765.372 σε σύνολο 4.108.895 νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 2.054.015 στο σύνολο των 10.498.099 ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της χώρας που διαβιεί σε ιδιωτικά νοικοκυριά.

Τα παιδιά

Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0- 17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 23,7% σημειώνοντας άνοδο κατά 2,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2020, ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18- 64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 20,6% (18,4% το 2020) και 13,5% (13% το 2020), αντίστοιχα.

Η σημασία των μεταβιβάσεων

Όπως τονίζει η ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) ανέρχεται σε 48,2%, ενώ όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα μειώνεται στο 24,7%. Κάτι βέβαια που αναδεικνύει τη σημασία των αναδιανεμητικών πολιτικών και της ΄διαμόρφωσης στοχευμένων δράσεων κατά της φτώχειας, (όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα στέγασης, το επίδομα θέρμανσης κ.λπ.), οικογενειακά επιδόματα (όπως επιδόματα τέκνων), καθώς και επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας ή ανικανότητας, ή και εκπαιδευτικές παροχές. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 19,6%, ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας κατά 5,1 ποσοστιαίες μονάδες ενώ, εν συνεχεία, οι συντάξεις κατά 23,5 ποσοστιαίες μονάδες. Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας κατά 28,6 ποσοστιαίες μονάδες.

Η εικόνα της οικονομικής ανισότητας

Αξίζει να σημειωθεί ότι, με βάση την έρευνα για την οικονομική ανισότητα της ΕΛΣΤΑΤ, το 25% του πληθυσμού της χώρας στην α’ κατηγορία (με το χαμηλότερο εισόδημα) κατείχε πέρυσι (εισοδήματα 2020) το 9,6% του συνολικού εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό μειωμένο κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2020. Επίσης, το 25% του πληθυσμού στην δ’ κατηγορία (με το υψηλότερο εισόδημα) κατέχει το 45,7% του συνολικού εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό αυξημένο κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2020.

Πολιτική κόντρα

Σε δήλωσή της η Έφη Αχτσιόγλου, βουλευτής Επικρατείας και τομεάρχης Οικονομικών της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία άσκησε έντονη κριτική στην κυβέρνηση με αιχμή τις ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ για τον κίνδυνο φτώχειας που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά τονίζοντας ότι “και επίσημα πλέον ο κ. Μητσοτάκης ταυτίζεται με αύξηση της φτώχειας και των ανισοτήτων”

Όπως ανέφερε, “τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δημοσιεύτηκαν καταρρίπτουν με παταγώδη τρόπο κάθε απέλπιδα επικοινωνιακή προσπάθεια της κυβέρνησης να εμφανίσει ανεστραμμένη την κοινωνική πραγματικότητα.

Ο κ. Μητσοτάκης ταυτίζεται με τον πλέον επίσημο τρόπο με:

  • Την αύξηση του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας και σε κοινωνικό αποκλεισμό, 200.000 επιπλέον συμπολίτες μας αντιμετώπισαν τον κίνδυνο φτώχειας εξαιτίας των επιλογών του.
  • Την αύξηση των παιδιών σε κίνδυνο φτώχειας.
  • Την αύξηση των εργαζόμενων σε κίνδυνο φτώχειας.
  • Τη μείωση του μέσου ισοδύναμου ατομικού διαθέσιμου εισοδήματος.
  • Τη στασιμότητα ή μείωση εισοδήματος για το 93% των νοικοκυριών.
  • Την αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων.

Να σημειωθεί ότι τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μέρος μόνο της δραματικής πραγματικότητας, καθώς δεν αφορούν τα έτη 2021 και 2022, όπου συνεχίστηκε πιο επιθετικά η αντικοινωνική πολιτική της κυβέρνησης και η εξάντληση του εισοδήματος των πολιτών λόγω της εκρηκτικής ακρίβειας.

Πρόσθετα σε όλα αυτά έρχονται να επιβαρύνουν την κατάσταση η κυβερνητική αλαζονεία και αυταρέσκεια.

Είναι πλέον σαφές ότι κάθε μέρα παραμονής της κυβέρνησης Μητσοτάκη συνιστά μια ακόμη μέρα επιδείνωσης των όρων ζωής για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών.

Κυβέρνηση “Ακόμα μια φορά ο ΣΥΡΙΖΑ διαστρεβλώνει την πραγματικότητα

Με αφορμή την τελευταία έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, μετά και τη δήλωση της ‘Εφης Αχτσιόγλου τα Υπουργεία Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων εξέδωσαν μια ανακοίνωση απάντηση κατηγορώντας την Αξιωματική Αντιπολίτευση για “θρηνωδία”:

“Με αφορμή την σημερινή ανακοίνωση από την ΕΛΣΤΑΤ των αποτελεσμάτων της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών για το έτος 2021, οι ιερεμιάδες ξεκίνησαν στην Πλατεία Κουμουνδούρου” αναφέρουν τα δυο υπουργεία και προσθέτουν:

“Στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης απομονώνουν τους δείκτες της χρονιάς όπου η Ευρώπη και η παγκόσμια οικονομία γνώρισαν τη μεγαλύτερη ύφεση μεταπολεμικά εξαιτίας της κρίσης του κορωνοϊού για να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα και να εξάγουν ψευδή συμπεράσματα.

Ας δούμε, όμως, τα αποτελέσματα προσεκτικότερα και σε βάθος.

Κατ’ αρχάς, λόγω της πανδημίας και των μέτρων προφύλαξης που έλαβε η κυβέρνηση το 2020 ήταν μία εντελώς ασυνήθιστη χρονιά, που δεν προσφέρεται για διαχρονικές συγκρίσεις.

Το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ότι παρά τη μεγάλη πτώση του ΑΕΠ κατά 9,0%, τα μέτρα στήριξης του εισοδήματος των νοικοκυριών που έλαβε η κυβέρνηση ήταν αποτελεσματικά και στήριξαν σχεδόν απόλυτα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών (μείωση μόλις 0,9%).

Σε ό,τι αφορά την αύξηση των δεικτών φτώχειας και ανισότητας που καταγράφεται για το έτος 2020, αυτή είναι συγκυριακή και οφείλεται στην δομή της ελληνικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, αντανακλά το σημαντικό ποσοστό απασχόλησης σε κλάδους υπηρεσιών με υψηλό βαθμό κοινωνικής επαφής οι οποίοι, λόγω της πανδημίας, παρέμειναν κλειστοί για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το έτος 2020. Ως αποτέλεσμα, το 2020 στους κλάδους αυτούς χάθηκαν σημαντικά εισοδήματα. Λόγω της οριζόντιας παροχής οικονομικής βοήθειας ύψους 534 ευρώ το μήνα σε μεγάλο αριθμό εργαζομένων οι οποίοι τέθηκαν σε αναστολή, τα εισοδήματα μίας σχετικά μικρής ομάδας νοικοκυριών που ήταν κοντά στη γραμμή φτώχειας υποχώρησαν κάτω από αυτή, αυξάνοντας το ποσοστό φτώχειας. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σημαντική εξάρτηση από τον κλάδο των υπηρεσιών υψηλής κοινωνικής επαφής, όπως στην Ισπανία, την Ιταλία και την Αυστρία. Ταυτόχρονα, όμως, η οριζόντια αυτή παροχή ωφέλησε πολλούς εργαζόμενους -ιδιαιτέρα μερικής απασχόλησης- των οποίων τα μηνιαία εισοδήματα πριν την πανδημία ήταν χαμηλότερα της παροχής. Ως αποτέλεσμα, το χάσμα φτώχειας, δηλαδή η μέση απόσταση των φτωχών από τη γραμμή φτώχειας μειώθηκε από 27,3% σε 26,4%.

Το 2021 η Ελληνική οικονομία ανέκαμψε εντυπωσιακά. Ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 8,3% και η απασχόληση αυξήθηκε κατά περίπου 200.000, ξεπερνώντας για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια το φράγμα των 4 εκατομμυρίων. Αυτό βοήθησε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών: Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, και με έτος αναφοράς πλέον το 2021, το ποσοστό του πληθυσμού σε υλική στέρηση που είχε αυξηθεί ελαφρά από 16,2% το 2019 σε 16,6% το 2020, το 2021 καταγράφει σημαντική μείωση σε 14,8%. Αυτή η εξέλιξη, προδικάζει και την πλήρη αναστροφή της αύξησης των δεικτών φτώχειας και ανισότητας που καταγράφηκε το 2020, για το έτος 2021, όταν τα σχετικά στοιχεία εισοδήματος γίνουν διαθέσιμα.

Σε ό,τι αφορά το τρέχον έτος, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών και διεθνών οίκων, παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση, η Ελληνική οικονομία αναμένεται να καταγράψει υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, η ανεργία συνεχίζει την πτωτική της πορεία, ενώ η κυβέρνηση προχώρησε σε μια γενναία, και εντός των αντοχών της οικονομίας, αύξηση του κατώτατου μισθού που αγγίζει το 10%. Σαν αποτέλεσμα, ευλόγως αναμένουμε ότι τα αποτελέσματα της επόμενης (έτος αναφοράς 2022) Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών θα καταγράψει ακόμα μεγαλύτερη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού. ‘Όπως δείχνει η ελληνική και διεθνής εμπειρία, ο αποτελεσματικός και διατηρήσιμος τρόπος για να μειωθεί η φτώχεια και οι κοινωνικές ανισότητες είναι η αύξηση της απασχόλησης που δημιουργεί μια φιλοαναπτυξιακή οικονομική πολιτική. Η κυβέρνηση ακολουθεί και θα συνεχίσει να ακολουθεί αυτή την πολιτική, προς όφελος όλων των Ελλήνων πολιτών.”

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα