ΜμΕ: Τρίπτυχο ασφυξίας από τεκμαρτή φορολόγηση, προκαταβολή φόρου και δόσεις χρεών

Διαβάζεται σε 7'
ΜμΕ: Τρίπτυχο ασφυξίας από τεκμαρτή φορολόγηση, προκαταβολή φόρου και δόσεις χρεών
INTIME

Ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ τόνισε πως οι φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελούν ανασχετικό παράγοντα επενδύσεων και ανάπτυξης, σε ένα περιβάλλον συνεχώς αυξανόμενου λειτουργικού κόστους και ψηφιακής γραφειοκρατίας, επιβράδυνσης της κατανάλωσης και διαρκούς αβεβαιότητας και, μάλιστα, μετά από δύο συνεχόμενα έτη μειωμένου πραγματικού τζίρου.

Σε συνθήκες αυξημένου λειτουργικού κόστους, επιβράδυνσης της κατανάλωσης και συρρίκνωσης της ρευστότητας, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα «τρίπτυχο ασφυξίας» που περιλαμβάνει την τεκμαρτή φορολόγηση, την υψηλή προκαταβολή φόρου και τις επιβαρυντικές ρυθμίσεις οφειλών. Οι εκπρόσωποι της αγοράς προειδοποιούν ότι χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, η βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.

Έτσι, στο επίκεντρο της συζήτησης που είχε αντιπροσωπεία της Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας με τον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργος Κώτσηρας βρέθηκε η ανάγκη διαμόρφωσης μιας φορολογικής πολιτικής με αναπτυξιακό πρόσημο, που θα ενισχύει την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα του εμπορίου.

Στη συνάντηση συμμετείχαν ο Αντιπρόεδρος της ΕΣΕΕ, αρμόδιος για θέματα οικονομικής και φορολογικής πολιτικής, κ. Βασίλης Παγώνης, ο Γενικός Διευθυντής κ. Αντώνης Μέγγουλης, η Επιστημονική Διευθύντρια του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ κα Βάλια Αρανίτου και ο οικονομολόγος του Ινστιτούτου, ειδικός επί φορολογικών θεμάτων, κ. Νίκος Γεωργοκώστας. Εκ μέρους του Υπουργείου, συμμετείχε ο Διευθυντής του Γραφείου του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Αθανάσιος Παναγιώτου.

Το καμπανάκι της ΕΣΕΕ

Αναλυτικότερα, ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ τόνισε πως οι φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελούν ανασχετικό παράγοντα επενδύσεων και ανάπτυξης, σε ένα περιβάλλον συνεχώς αυξανόμενου λειτουργικού κόστους και ψηφιακής γραφειοκρατίας, επιβράδυνσης της κατανάλωσης και διαρκούς αβεβαιότητας και, μάλιστα, μετά από δύο συνεχόμενα έτη μειωμένου πραγματικού τζίρου για το σύνολο του εμπορίου.

Ο κ. Καφούνης υπογράμμισε ότι η αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης αποτελεί βασική προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης, γι’ αυτό και η κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης στο λιανικό εμπόριο αποτελεί την αιχμή των προτάσεων της ΕΣΕΕ, οι οποίες έχουν σαφή αναπτυξιακή διάσταση.

Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος

Προτεραιότητες, όπως ανέφερε η ΕΣΕΕ, είναι η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, η κατάργηση ή δραστική περαιτέρω μείωση της προκαταβολής φόρου, η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών με ευνοϊκότερους όρους και σε 120 αντί για 72 δόσεις, καθώς και ο εξορθολογισμός των προστίμων. Επιπλέον, τόνισε την ανάγκη μείωσης του παράβολου για τις μικρές επιχειρήσεις στο νέο θεσμό Φορολογικών Δεσμευτικών Απαντήσεων, καθώς και κατάργησης του ειδικού φόρου πολυτελείας 10% στα κοσμήματα και τεχνουργήματα.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ επέδωσε στον Υφυπουργό την Ετήσια Έκθεση Ελληνικού Εμπορίου που αναδεικνύει τις προκλήσεις για το ελληνικό εμπόριο, καθώς και το κείμενο της Εθνικής Παρέμβασης της ΕΣΕΕ με θέμα: «Αποκατάσταση ΤΩΡΑ της φορολογικής δικαιοσύνης με ρητή εξαίρεση του λιανικού εμπορίου από την τεκμαρτή φορολόγηση», πρωτοβουλία που αποφασίστηκε ομόφωνα από την Ολομέλεια των Προέδρων των Εμπορικών Συλλόγων της χώρας.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη θεσμοθέτησης ενός σταθερού διαύλου συνεργασίας μεταξύ Υπουργείου και ΕΣΕΕ για κρίσιμα ζητήματα εφαρμογής φορολογικών μεταρρυθμίσεων και ψηφιακής προσαρμογής των επιχειρήσεων. Οι εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου σημείωσαν ότι η απόφαση του Υπουργείου και της ΑΑΔΕ για μετάθεση της υποχρεωτικής εφαρμογής της Β’ Φάσης του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής ύστερα από σχετικό αίτημα της ΕΣΕΕ, ανέδειξε τη σημασία της έγκαιρης διαβούλευσης με την αγορά.

Το ΥΠΕΘΟ

Από την πλευρά του, ο Υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιώργος Κώτσηρας αναφέρθηκε στα μέτρα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, με στόχο τη διευκόλυνση της αγοράς, καθώς και στη ρύθμιση για τον εξορθολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται για την εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων παρακρατούμενου φόρου και ΦΠΑ, η οποία περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που συζητείται στη Βουλή.

Ο κ. Κώτσηρας τόνισε τη σταθερή στόχευση της κυβέρνησης για μείωση των φορολογικών βαρών και βελτίωση της καθημερινότητας των επιχειρήσεων. Τέλος, επισήμανε ότι το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιδιώκει τον εποικοδομητικό διάλογο με τους εκπροσώπους της αγοράς και εξετάζει τη δυνατότητα αξιοποίησης προτάσεων που κατατίθενται.

Πάντως, ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ κ. Σταύρος Καφούνης δήλωσε ότι:

«Η ανάπτυξη χωρίς φορολογική δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι βιώσιμη. Στη συνάντηση που είχαμε σε κλίμα εποικοδομητικής συνεργασίας με τον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιώργο Κώτσηρα, μου δόθηκε η δυνατότητα να επισημάνω ότι η Πολιτεία και η φορολογική διοίκηση, με τα φορολογικά έσοδα να υπεραποδίδουν και με τους δημοσιονομικούς δείκτες σε θετική τροχιά, έχοντας παράλληλα πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα στην ψηφιοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών, είναι αναγκαίο να προσδώσουν στις φορολογικές παρεμβάσεις των επόμενων ετών ισχυρότερα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, με ουσιαστικές ελαφρύνσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η στήριξη του εμπορίου πρέπει να αποτελέσει στρατηγική προτεραιότητα της αναπτυξιακής και της φορολογικής πολιτικής».

Ουσιαστικά ο  πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης υπογράμμισε ότι οι σημερινές φορολογικές επιβαρύνσεις λειτουργούν αποτρεπτικά για επενδύσεις και ανάπτυξη, ιδιαίτερα μετά από δύο συνεχόμενα χρόνια μειωμένου πραγματικού τζίρου στο σύνολο του εμπορίου. Όπως τόνισε, βασική προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη είναι η αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης, με αιχμή την κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης στο λιανικό εμπόριο.

Παράλληλα, η ΕΣΕΕ έθεσε ως βασικές προτεραιότητες:

  • την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα,
  • τη δραστική μείωση ή κατάργηση της προκαταβολής φόρου,
  • τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε 120 δόσεις αντί για 72,
  • τον εξορθολογισμό των φορολογικών προστίμων,
  • καθώς και τη μείωση του διοικητικού και ψηφιακού κόστους για τις επιχειρήσεις.

Η «παγίδα» της προκαταβολής φόρου

Ιδιαίτερη πίεση, παράλληλα, όπως ανέφερε και η ΕΣΕΕ ασκεί στις επιχειρήσεις η προκαταβολή φόρου, καθώς οι εταιρείες (νομικά πρόσωπα π.χ. Α.Ε., ΕΠΕ, ΙΚΕ, Ο.Ε., Ε.Ε.) καλούνται να πληρώνουν σήμερα το 80% του φόρου της επόμενης χρονιάς εκ των προτέρων, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές επιχειρήσεις το ποσοστό ανέρχεται στο 55%.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα επιχείρησης που εμφανίζει φόρο εισοδήματος 10.000 ευρώ: εκτός από τον κύριο φόρο, υποχρεούται να καταβάλει επιπλέον 8.000 ευρώ ως προκαταβολή για το επόμενο έτος. Αντίστοιχα, επαγγελματίας με φόρο 5.000 ευρώ επιβαρύνεται με επιπλέον 2.750 ευρώ.

Το οικονομικό επιτελείο εξετάζει σενάρια μείωσης της προκαταβολής φόρου για τις επιχειρήσεις από το 80% στο 70%, επίπεδα που ίσχυαν την περίοδο 2019-2020. Μια τέτοια παρέμβαση θα οδηγούσε σε ελάφρυνση περίπου 450 εκατ. ευρώ για την αγορά, αλλά συνεπάγεται σημαντικό δημοσιονομικό κόστος.

Καθολικά, πάντως, οι επαγγελματικοί φορείς επισημαίνουν ότι το ισχύον σύστημα δημιουργεί συνθήκες υπερφορολόγησης, ιδιαίτερα σε περιόδους πτώσης τζίρου, καθώς ο φόρος υπολογίζεται με βάση προηγούμενα οικονομικά δεδομένα και όχι τη σημερινή πραγματικότητα της επιχείρησης.

Πίεση για πιο ευνοϊκές ρυθμίσεις χρεών

Την ίδια ώρα, η αγορά ζητά βελτιώσεις στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων για οφειλές έως τον Δεκέμβριο του 2023, θεωρώντας ότι το επιτόκιο 5,84% και οι σημερινοί όροι αποπληρωμής δεν επιτρέπουν πραγματική επανεκκίνηση για τις επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους της αγοράς, απαιτούνται:

  • περισσότερες δόσεις, έως 100 ή 120,
  • χαμηλότερο επιτόκιο,
  • «κούρεμα» προσαυξήσεων,
  • καθώς και ανώτατο πλαφόν στη συνολική επιβάρυνση της οφειλής.

Ενδεικτικά, οφειλή 10.000 ευρώ που με τις προσαυξήσεις φτάνει στις 22.000 ευρώ, μπορεί μέσω της ρύθμισης και των τόκων να ξεπεράσει τελικά τις 26.000 ευρώ, δηλαδή πάνω από το 160% του αρχικού κεφαλαίου.

Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας πρόσφατα, μάλιστα, και πάλι έκανε λόγο για θετικά αλλά ανεπαρκή μέτρα, επισημαίνοντας ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να λειτουργούν σε ασφυκτικό περιβάλλον υψηλού ενεργειακού κόστους, περιορισμένης ρευστότητας και αυξανόμενων υποχρεώσεων.

Ο πρόεδρος του ΒΕΑ Κωνσταντίνος Δαμίγος τόνισε ότι χωρίς πιο ευέλικτες ρυθμίσεις, χαμηλότερα επιτόκια και ουσιαστική μείωση του λειτουργικού κόστους, υπάρχει κίνδυνος οι νέες ρυθμίσεις να μετατραπούν σε μηχανισμό ανακύκλωσης των χρεών αντί για πραγματική λύση.

Ζητούμενο η φορολογική δικαιοσύνη

Οι φορείς της αγοράς υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση έχει πλέον τη δυνατότητα να προχωρήσει σε ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, καθώς τα φορολογικά έσοδα υπεραποδίδουν και οι δημοσιονομικοί δείκτες κινούνται θετικά.

Όπως σημείωσε ο Σταύρος Καφούνης, η στήριξη του εμπορίου και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας πρέπει να αποτελέσει στρατηγική προτεραιότητα της αναπτυξιακής πολιτικής, με μέτρα που θα αποκαθιστούν τη φορολογική ισορροπία και θα ενισχύουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων στην πράξη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα