Γιώργος Τόλιος: "Οι Τρύπες δεν έπρεπε να διαλυθούν, είχαν πολύ δρόμο μπροστά τους"
ALEXANDROS AVRAMIDIS
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΡΟΚ

Γιώργος Τόλιος: "Οι Τρύπες δεν έπρεπε να διαλυθούν, είχαν πολύ δρόμο μπροστά τους"

Από την πρώτη πρόβα με την μπάντα και τα "Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια" μέχρι τα live στην Αγγλία και τις πέτρες στον Λυκαβηττό, ο μεγάλος ντράμερ θυμάται όλα αυτά που έκαναν τις Τρύπες "μία περιπέτεια πολύ άγρια" για όλους τους.

Μεγαλωμένος μέσα στα γήπεδα λόγω του πατέρα του, αρχηγού της Δόξας Δράμας τη δεκαετία του ‘50, ο Γιώργος Τόλιος στο δίλημμα ντράμερ ή δεξί εξτρέμ (“ήμουν πολύ γρήγορος, είχα και καλή σέντρα”), έδωσε την ίδια απάντηση με τον αδερφό του, για να προκαλέσουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συμπτώσεις στην ιστορία της ελληνικής μουσικής: δύο αδέρφια να κρατάνε τις μπαγκέτες στα δύο μεγαλύτερα ελληνικά ροκ γκρουπ.

Όταν ο Γιώργος Τόλιος θα έβγαζε τον τρίτο του δίσκο με τις Τρύπες, ο αδερφός του Πάνος θα έβγαζε τον πρώτο του με τα Ξύλινα Σπαθιά, και κατά καιρούς, ο ένας θα έπαιζε συμπληρωματικά κρουστά στην μπάντα του άλλου.

Σχεδόν 21 χρόνια απ’ τη μέρα που οι Τρύπες διαλύθηκαν, ο Γιώργος Τόλιος ζει ακόμα στη Θεσσαλονίκη, πόλη που ούτως ή άλλως δεν εγκατέλειψε κανένα μέλος του γκρουπ ούτε τα χρόνια που μεσουρανούσαν.

Του ζήτησα να μιλήσουμε για τα πρώτα του βήματα στη μουσική, το πρώτο του συγκρότημα, για τη μέρα που πήγε στις Τρύπες, για τα live τους, τις καλές και κακές στιγμές, το τέλος της μπάντας και το σήμερα. Και στη μιάμιση ώρα που μου αφιέρωσε στο τηλέφωνο, δεν αρνήθηκε να απαντήσει τίποτα.

Γιώργος Τόλιος:
ALEXANDROS AVRAMIDIS

Ναβαρίνου και Προβάδικα: Τα πρώτα χρόνια

Γιώργο, από ποια περιοχή ήσουν; Κι εσύ απ’ τη Νεάπολη σαν τους υπόλοιπους;
Όχι, εγώ ήμουν από το κέντρο, κοντά στην Πλατεία Ναβαρίνου, πιο συγκεκριμένα.

Πώς ήταν εκείνα τα χρόνια η πλατεία; Μαζεύονταν εναλλακτικοί κλπ;

Ήταν μια πλατεία που πάντα συγκέντρωνε ανθρώπους ανήσυχους με όνειρα, ήταν ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια της Θεσσαλονίκης. Και στεναχωρήθηκα πάρα πολύ όταν έγινε τόπος ναρκωτικών και βάρυνε η ατμόσφαιρά της.

Η πλατεία Ναβαρίνου ήταν πάντα υπέροχη. Συγκέντρωνε πολύ εναλλακτική νεολαία, η οποία αργότερα δημιούργησε πολλά και ωραία πράγματα στην πόλη.

Όλοι έχουν περάσει από εκεί, πόσα και πόσα συγκροτήματα, οι Blues Gang, οι Μωβ, πάρα πολλοί, πραγματικά, φοβεροί μουσικοί, γιατί είχε και αρκετά προβάδικα γύρω γύρω και έτσι μετά τις πρόβες μαζεύονταν στην πλατεία για μπύρα, για κουβέντα…

Ο αδερφός σου σε περνούσε 4,5 χρόνια. Εκείνος σε επηρέασε στο να γίνεις ντράμερ;
Kαι εγώ και ο αδερφός μου, κι ένας ακόμη ξάδερφός μου ο οποίος είναι επίσης μουσικός, επηρεαστήκαμε πάρα πολύ σαν πιτσιρίκια -εγώ ήμουν 5 χρονών, ο Πάνος ήταν 9- από έναν ξάδελφο μας που ήταν ήδη μουσικός, τον Βασίλη Παπαβασιλείου, ο οποίος έπαιζε σε γκρουπ της δεκαετίας του ‘60, στους Olympians, στους Idols…

Και επειδή ήταν από τους πρώτους χίπις στην Ελλάδα με μακρύ μαλλί, με όλη αυτήν την εμφάνιση τη ροκ, τη διαφορετική, εμάς κατά κάποιον τρόπο μας μάγευε όλο αυτό, ήταν κάτι που δεν το είχαμε δει στη χώρα.

Κι επειδή ο Βασίλης ταξίδευε πολύ στην Ευρώπη, είχε και καταπληκτική δισκοθήκη, έφερνε απ’ έξω δίσκους που εδώ τότε μάλλον δεν υπήρχαν.

Οπότε όταν ακούς μικρός Jimi Hendrix, Led Zeppelin, Cream, τον αφρό της ροκ μουσικής, ε ήτανε ένα πολιτισμικό σοκ για μας.

Άνθρωποι σαν τον Βασίλη ήταν οι σύνδεσμοί μας με έναν κόσμο ο οποίος σιγά σιγά μας κέρδισε.

Στο σπίτι πότε μπήκαν πρώτη φορά ντραμς; Αν μπήκαν. Το ‘84-’85, μέναμε σε μία πολυκατοικία που είχε 45 διαμερίσματα, ο ένας πάνω στον άλλον. Και μία έπαιζε ο Πάνος, μία έπαιζα εγώ, οπότε καταλαβαίνεις τι γινόταν. Το πλεονέκτημα ήταν ότι επειδή ήταν τόσο πυκνοκατοικημένη περιοχή είχε τόση φασαρία έτσι κι αλλιώς, που κι ένα σετ τύμπανα δεν ενοχλούσε ιδιαίτερα.

Μου φαίνεται τρομερό ότι για ένα διάστημα τα δύο μεγαλύτερα εν ενέργεια rock group είχαν δύο αδέρφια για ντράμερς.
Ένα πολύ αστείο συμβάν με όλο αυτό είναι ότι επειδή μοιάζουμε αρκετά και εξωτερικά, πάρα πολλοί στο δρόμο μας μπερδεύουν ακόμα, θεωρώντας ότι μιλάνε στον άλλον.

“Μπράβο για τη μουσική που παίζεις στα Ξύλινα σπαθιά” είχες ακούσει;
Έχω ακούσει πάρα πολλά και εκείνος αντίστοιχα. Για παράδειγμα όταν γυρνούσε από συναυλίες με τα Σπαθιά, μου έλεγε “με βρήκαν πάλι διάφοροι δικοί σου και μου δίναν συγχαρητήρια”.

Γιώργος Τόλιος:
ALEXANDROS AVRAMIDIS


Κάνατε πλάκα μεταξύ σας για τις μπάντες που παίζατε; Λέγατε πχ “έλα τώρα, τι είναι αυτό που βγάλατε εσείς, άκου εδώ τι παίζουμε εμείς;”. Πειραζόσασταν;
Μπα, όχι… Συνεισφέραμε πολύ ο ένας στον άλλον, δηλαδή και εγώ έχω παίξει πάρα πολλές φορές κρουστά στις συναυλίες και στους δίσκους των Σπαθιών, και ο Πάνος αντίστοιχα έχει παίξει με εμάς.

Δεν είχαμε ποτέ την έννοια του ανταγωνισμού.

Σε ποια τραγούδια έπαιξες κρουστά;
Στο πρώτο δίσκο, έπαιξα στο “Ξεσσαλονικη”, στο “Αδρεναλίνη”, στη “Ρίτα”... Και αργότερα και στις “Συμμορίες της Ασφάλτου”.

Ξεκίνησες στους Γκέτο, αντικατέστησες τον Γιώργο Παπάζογλου, τον ξάδερφό σου δηλαδή, που έλεγες προηγουμένως.
Οι πρώτες συναυλίες που έχω κάνει ως ντράμερ ήταν το 1984, όντως με αυτό το συγκρότημα, το οποίο είχε αγγλόφωνο στίχο. Αν και είχε και δικά του τραγούδια, δυστυχώς δεν έκανε ποτέ δίσκο, υπήρχαν μόνο κάποιες ηχογραφημένες συναυλίες τους σε κασέτες.

Έπαιξα μαζί τους για ενάμιση χρόνο περίπου, μετά ήρθε η επαφή με τις Τρύπες και έφυγα.

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ

Πώς τους γνώρισες; Και πώς έγινε και αντικατέστησες τον Φλωροσκούφη;
Κοίταξε, επειδή η Θεσσαλονίκη έχει διάφορα σημεία στα οποία συναντιέσαι με ανθρώπους του σιναφιού σου, είχα επαφή με τις Τρύπες από πριν -είχαμε φάει παρέα, είχαμε πιει μπύρες, τα ‘ξερα τα παιδιά.

Έτσι όταν δημιουργήθηκε το πρόβλημα με τον Φλωροσκούφη που έφυγε για φαντάρος μετά τον πρώτο δίσκο, τα παιδιά έπαιξαν για ένα διάστημα με τον Γιώργο Δημητριάδη, έναν άλλον ντράμερ, πάρα πολύ καλό τεχνικά, ο οποίος όμως ήταν περισσότερο της νοοτροπίας της jazz. Δεν είχε πολύ σκληρό χτύπημα και τα παιδιά ήθελαν κάτι πολύ στακάτο, πολύ δυνατό, για να στηρίξει όλον αυτόν τον όγκο τον ηλεκτρικό που είχαν τα τραγούδια τους.

Οπότε μετά από ένα εξάμηνο που έπαιξε ο Γιώργος, δοκίμασαν με εμένα, ευχαριστήθηκαν πολύ, και συνέχισε το πράγμα από εκεί και μετά.

Θυμάσαι πού έγινε αυτή η πρώτη πρόβα που σου είπαν ΟΚ;
Ήταν στο υπόγειο του σπιτιού του Τσακαλίδη, ο οποίος είχε την Ano Kato Records που έβγαλε τον πρώτο δίσκο. Έμενε κοντά στα πανεπιστήμια και εκεί είχαν τα παιδιά το στούντιο.

Και η πρώτη συναυλία που κάναμε μαζί ήταν Αύγουστο του ‘85 στο Νεστόριο, στα πρώτα φεστιβάλ που διοργανώθηκαν ποτέ εκεί.

Θέλω να σε πάω κάπου αλλού, είδα που σχολίαζες για το “Ακούω την Αγάπη”, ότι αυτό το τραγούδι το πήγες εσύ στην μπάντα σε πρωτόλεια μορφή, ως θέμα.
Έτσι ακριβώς είναι. Πήγα μια μέρα στα παιδιά και τους είπα ακούστε ένα πολύ ωραίο beat που έχω φτιάξει και τους έπαιξα όλη την ακολουθία του τραγουδιού, και με τα σπασίματα, και με τις αλλαγές, με τα πάντα. Και έτσι, επειδή τους άρεσε όντως πάρα πολύ επί τόπου ξεκινήσανε να παίζουνε πράγματα.

Μπορώ να σου πω ότι μέσα σε μιάμιση, δύο ώρες είχε βγει το “Ακούω την Αγάπη”.

Πολύ μεγάλο τραγούδι πραγματικά. Υπάρχουν άλλα που να χτίστηκαν έτσι και που προφανώς εμείς δεν έχουμε ιδέα;
Και εγώ το λατρεύω. Κοίταξε, το “Δώσμου λίγη ακόμα αγάπη” επίσης, το “Δεν χωράς πουθενά” αν θυμάμαι καλά… Δεν τα θυμάμαι όλα γιατί να σου πω την αλήθεια, μετά από τόσα χρόνια, και μετά από τόσες εκατομμύρια πρόβες, θυμάσαι κάποια πράγματα σίγουρα αλλά κάποια άλλα χάνονται μέσα στη θολούρα του χρόνου.

Ήμασταν πάρα πολύ ωραία παρέα και γι’ αυτό περνούσαμε ωραία και στις εκδρομές, στις συναυλίες και γι’ αυτό βγήκαν κι όλα αυτά τα υπέροχα τραγούδια, γιατί και μεταξύ μας υπήρχε πολλή αγάπη.

Πάντως το τραγούδι που είναι “ολοδικό” σου, το “Αέρας”, είναι στον τελευταίο δίσκο σας και επειδή ξέρω ότι διάβαζες και έγραφες ποιήματα από πολύ μικρός, τόσα χρόνια στις Τρύπες πώς και κρατήθηκες και δεν είχες βάλει και αλλού στίχους, πριν απ’ αυτό;
Κοίταξε, ήταν τόσο πληθωρική η παρουσία του Γιάννη σε αυτό και εξυπηρετούσε τόσο απόλυτα τις ανάγκες του συγκροτήματος, που δεν υπήρχε ανάγκη για να να εκφράσω εγώ κάτι άλλο.

Βέβαια, το μικρόβιο πάντα το είχα και μου άρεσε πάρα πολύ να γράφω, αλλά τα κρατούσα για μένα. Κι επειδή ο Γιάννης ήξερε ότι είχα αυτήν τη φλίπα, πολλές φορές συζητούσε μαζί μου τους στίχους του.

Και επίσης πάρα πολλές φορές επειδή ήξερε ότι είχα πολύ καλή σχέση με τη γλώσσα, όταν παίζαμε λάηβ και ξεκινούσε το τραγούδι και εκείνος ξεχνούσε τους στίχους, γυρνούσε με κοιτούσε, και του τραγουδούσα εγώ, δηλαδή του έκανα τις λέξεις πολύ έντονα με τα χείλη και καταλάβαινε, θυμόταν και έμπαινε. Είχαμε πολύ καλή επικοινωνία.

Οπότε εκεί ήρθε η ώρα να πείτε και ένα εντελώς δικό σου -ας το πούμε κάπως έτσι.
Εκεί πλέον μετά από τόσα χρόνια ήθελα κι εγώ να αφιερώσω στη ζωή κάτι από όλη αυτήν την ομορφιά που μου χάρισε, γιατί στη ουσία ο “Αέρας” αυτό είναι, ένας ύμνος στη ζωή και στην ομορφιά. Γι’ αυτό και χρησιμοποίησα όλους αυτούς τους ήχους μέσα σαν επιστέγασμα των στίχων. Περιέχει μέσα ήχους από ζώα, από κουδουνίσματα ποδηλάτου, από μπουρμπουλήθρες, από άλογα που χλιμιντρίζουν, από πάρα πολύ ωραίες ζεστές στιγμές.

Πώς ήταν η συνεργασία με τον Παπάζογλου όταν ηχογραφούσατε στο Αγροτικόν;
Πάρα πολύ καλή, ο Νίκος ήτανε φίλος και περνούσαμε πολύ άνετα όλες αυτές τις ώρες που καταναλώναμε εκεί μέσα.

Υπάρχει μία ιστορία πώς όταν στο πρώτο δίσκο παίζανε το “Θλιμμένοι στη γιορτή μας”, πορώθηκε και μπήκε μέσα και άρχισε και αυτός να τζαμάρει.
Είχαν μαζευτεί διάφοροι και ούρλιαζαν. Ήτανε και ο Νίκος, ήταν κι ένας άλλος φίλος μας ο Γιάννης, ήτανε και ο Τσακαλίδης που τσίριζε κι αυτός. Μπήκε και στην τελική ηχογράφηση αυτό.

Μπορούμε να πούμε δηλαδή ότι ακούγεται και η φωνή του Παπάζογλου κατά κάποιον τρόπο σε δίσκο σας. Θυμάσαι κάποιο άλλο ωραίο περιστατικό από το στούντιο;
Κοίταξε, εκεί μόνο ωραία περιστατικά είχαμε ρε Κώστα. Είναι τόσο ωραία περιπέτεια το στούντιο, είναι τόσο όμορφη η πορεία να βλέπεις σιγά σιγά να γεννιέται κάτι. Είναι η δημιουργία μπροστά σου.

Κάποια κακιά στιγμή τότε;
Υπήρχαν και στιγμές που διαφωνήσαμε, μαλώσαμε, υπήρχαν εντάσεις, γιατί κακά τα ψέματα και η σχέση ενός γκρουπ είναι μία σχέση η οποία περνάει από όλες τις κλίμακες που περνάει κάθε σχέση, δηλαδή έχει την ομορφιά της, έχει όμως και τις στιγμές που δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη.

Όταν όμως ο μέσος όρος είναι η αγάπη, πάντα αυτά ξεπερνιούνται. Πάντα προχωρούσαμε παρακάτω. Μπορεί να ερχόταν μια έκρηξη αλλά περισσότερο λειτουργούσε σαν αποσυμπίεση παρά σαν τραύμα.

Γιώργος Τόλιος:
ALEXANDROS AVRAMIDIS

Έχετε κι ένα άλλο τραγούδι, το “Τσιφτετέλι”, όπου όλα αυτά τα ηχητικά από εκπομπές που ακούγονται από πίσω, πχ το επικό “Κανίβαλοι! Ε, κανίβαλοι”, τα έχεις ηχογραφήσει εσύ. Θες να μου πεις λίγο γι’ αυτό, γιατί μου ακούγεται τεράστια αγγαρεία.
Μπα, ήταν πάρα πολύ ωραίο γιατί ήξερα τι ακριβώς θέλουμε, οπότε το έκανα με μεγάλη ευχαρίστηση. Καθόμουν ώρες μπροστά στην τηλεόραση με το βίντεο έτοιμο από κάτω να γράψει και όποτε έβλεπα κάτι αλλόκοτο, κάτι τρελό, κάτι οτιδήποτε που να άξιζε να το ηχογραφήσω για να το κρατήσω, το έκανα.

Μάζεψα μία μεγάλη κασέτα με σχεδόν τρεις ώρες υλικό, καθίσαμε μετά και τα ακούσαμε όλα αυτά και επιλέξαμε ποια αξίζουν να μπουν στο “Τσιφτετέλι”.

Γενικά πάντως δεν την αντέχω την τηλεόραση, ειδικά τώρα που έχει καταντήσει σκουπιδότοπος.

Ο λόγος σου είναι πολύ στρωτός, και το είπες και εσύ πριν ότι μιλάς καλά ελληνικά, οπότε μου κάνει εντύπωση που είχες σταματήσει το σχολείο για κάποια χρόνια.
Το είχα σταματήσει γιατί πήγα σε σκοτεινές εποχές, επί δικτατορίας, και τότε ειδικά, που υπήρχε μηδέν άποψη για τη ψυχολογία των παιδιών, για το πως πρέπει να τους φερόμαστε, πώς μπορούμε να κάνουμε το μαθητή να αγαπάει το μάθημα, το ξύλο που έπεφτε μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας ήταν το κάτι άλλο. Δεν τα πρόλαβες αυτά και ευτυχώς. Όσοι πήγαν σχολείο και είναι στην ηλικία μου -τώρα είμαι 56 χρονών- θυμούνται πάρα πολύ καλά. Και ακόμα περισσότερο όσοι πήγαν στην επαρχία, γιατί εγώ σχολείο πήγα Δράμα, στη Χρυσούπολη Καβάλας και μετά 4η Δημοτικού ήρθα Θεσσαλονίκη -αλλά κι εδώ δέρνανε.

Οπότε από την πρώτη μου επαφή με το σχολείο δεν το γούσταρα γιατί μου φαινόταν αδιανόητο πώς ήταν δυνατόν κάτι το οποίο θα έπρεπε να ήταν ένας ιερός χώρος μάθησης, να είναι ένας χώρος βασανιστηρίων.

Το παράτησα, ξαναπήγα, τελικά δεν το τελείωσα, χρωστάω ένα μάθημα Μαθηματικά, οπότε δεν έχω πάρει απολυτήριο λυκείου.

Και τελικά όλο αυτό το κακό που μου έκανε το σχολείο σε σχέση με το διάβασμα και με τη μάθηση, ευτυχώς το ξεπέρασα μετά, διαβάζοντας πάρα πολύ.

Επίσης επειδή ακριβώς μου αρέσει πάρα πολύ η επικοινωνία και η γλώσσα, ήμουν αυτός που ανέλαβε στο γκρουπ και την επικοινωνία με τα γράμματα με τους φίλους μας. Απάντησα σε χιλιάδες παιδιά.

Μιλάμε για πολλή δουλειά τώρα, κοπιαστική αλλά και πολύ ευχάριστη, γιατί όπως καταλαβαίνεις έρχονταν πάρα πολλά γράμματα. Και σε αυτά που άξιζε να πεις κάποια πράγματα παραπάνω, εκεί που έβλεπα ότι υπάρχει μια ευαισθησία, κάτι που ο άλλος έχει ανάγκη να ακούσει, αυτά τα απαντούσα όλα.

Πότε άρχισαν να έρχονται “τσουβάλια” τα γράμματα;
Από το ‘92-’93, ερχόταν πολύ πράγμα.

"και περιφέρομαι από πολη σε πολη..."

Θέλω να σε ρωτήσω λίγο για τα live. Έχετε παίξει και στα πιο τρελά μέρη.
Κοίταξε, έχουμε παίξει σε όλη την Ελλάδα, έχουμε πάει παντού. Και στην αρχή πηγαίναμε τελείως χίπικα, με ό, τι μεταφορικό μέσο ήταν στη διάθεσή μας -με τρένο ή με λεωφορείο.

Ήταν πολύ ωραία. Φαντάσου ρε συ από μικρός να έχεις ένα όνειρο και να φτάνεις να το ζεις. Δεν είναι υπέροχο;

Είχε γίνει κάτι περίεργο κάποια στιγμή, πχ να μην προλάβατε το τρένο και να χάσατε το live;
Γενικά τέτοιου τύπου αποτυχίες δεν είχαμε. Πολύ αστεία ήταν μία περίπτωση στις αρχές ακόμα που ήμασταν οι τέσσερις χωρίς τον Ασκληπιό, όπου πήγαμε να παίξουμε στη Λάρισα σε ένα μαγαζί και τελικά ήμασταν τέσσερις εμείς στο γκρουπ, και τέσσερις οι θεατές όλοι και όλοι (σ.σ. γελάει δυνατά).

Και αυτό γιατί όμως; Γιατί ο άνθρωπος που μας κάλεσε και ενώ μας πλήρωσε πολύ καλά για την εποχή, έβαλε μία αφίσα όλη κι όλη κι αυτή στην τουαλέτα του.

Όταν του είπαμε “ρε συ, από διαφήμιση τίποτα;”. Μας λέει “καλά μαλάκες είστε; Δεν σας φώναξα για τους άλλους, για μένα σας φώναξα”.

Ήταν φαν μεγάλος δηλαδή.
Ναι. Ήταν θεότρελος ο τύπος.

Πάντως μέχρι να καταφέρεις να ζήσεις μόνο από τη μουσική σου, φαντάζομαι έκανες κι άλλες δουλειές.
Ω, βέβαια, και τι δεν έχω κάνει. Γκαρσόνι, οικοδομή, σε εργοστάσιο, έχω βρεθεί να πουλάω παπούτσια. Έχω κάνει πολλές δουλειές, ειδικά την εποχή που παράτησα για τέσσερα χρόνια το σχολείο.

Πάντως γενικά να είσαι σίγουρος ότι την ιστορία των Τρυπών οικονομικά την εκμεταλλεύτηκαν πάρα πολλοί. Βγάλανε άπειρα λεφτά από τις Τρύπες, τόσα που εμείς δεν τα έχουμε δει ούτε στον ύπνο μας.

Επειδή στην Ελλάδα ήμασταν ξέφραγο αμπέλι, ένα απ’ τα μειονεκτήματα στην ιστορία των Τρυπών ήταν και το εξής: ότι ενώ δημιουργήσαν περιουσίες για πάρα πολύ κόσμο γύρω γύρω, δεν δημιουργήσαν περιουσίες για αυτούς που φτιάξανε την ιστορία, για τον κεντρικό πυρήνα, για το ίδιο το συγκρότημα.

"έτρεχε ο κόσμος να σωθεί από τους καπνούς και από το ξύλο"

Συχνά σας λένε για εκείνη την επεισοδιακή συναυλία στο Λυκαβηττό, αλλά εγώ θέλω να σου θυμίσω μία άλλη “καταστροφική” συναυλία, αυτή στο Πεδίον του Άρεως το 1988. Τη θυμάσαι;
Βέβαια, ήμασταν εμείς, ο Σιδηρόπουλος, οι Triffids και μετά ο Johnny Rotten, ο οποίος δεν βγήκε ποτέ γιατί πολύ απλά όταν είδε ότι έχουν ανέβει καμιά πενηνταριά άσχετα άτομα πάνω στο πάλκο, πάνω στα φώτα, πάνω στα καλώδια, ο άνθρωπος είπε -και λογικά για μένα- ότι “παιδιά ή τους μαζεύετε και τους κατεβάζετε ή εγώ δεν βγαίνω”.

Υπήρχε πραγματικά μεγάλος κίνδυνος να σκοτωθεί κόσμος από ηλεκτροπληξία. Είχαν ανέβει παντού, ήταν ανεξέλεγκτοι.

Ε, όταν βγήκανε και ανακοίνωσαν ότι δεν θα παίξει ο Rotten, από κει και μετά έγινε το έλα να δεις.

Εσείς τι λέγατε όσο γίνονταν αυτά (προσπαθώ να σας φανταστώ όλους μια παρέα μαζί με τον Σιδηρόπουλο);
Εκείνη την εποχή τύμπανα στον Σιδηρόπουλο έπαιζε ο Πάνος, ο αδερφός μου, και με την ευκαιρία είχε κουβαλήσει και δύο κόνγκες, και έπαιξε και σε εμάς στις Τρύπες. Οπότε επειδή φαινόταν το πράγμα προς το τέλος προς τα πού πηγαίνει και μύριζε μπαρούτι, η έννοια μας ήταν πως θα φυγαδεύσουμε τα κρουστά.

Και ξέρεις ποιον βρήκαμε; Τον Νίκο τον Τριανταφυλλίδη που είχε το Gagarin.

Ο οποίος είχε κάνει και βίντεο κλιπ σας.
Ναι, το “Δεν χωράς πουθενά”. Προθυμοποιήθηκε, λοιπόν, ο άνθρωπος και μπήκαμε μαζί με τα κρουστά μέσα στο αμάξι του και πήγαμε να τα αφήσουμε στο σπίτι του Πάνου -τότε ο Πάνος έμενε στην Αθήνα. Την ώρα, λοιπόν, που γυρνούσαμε πίσω στον χώρο της συναυλίας ήταν που έτρεχε ο κόσμος αλαφιασμένος να σωθεί από τους καπνούς και από το ξύλο. Γιατί είχαν γίνει ήδη τα επεισόδια, είχε πάρει φωτιά το stage. Γυρίσαμε και βρήκαμε καταστροφή.

Δυστυχώς αυτό έδειξε ότι ακόμα ήμασταν ανώριμοι για κάτι τέτοιο, τόσο μεγάλο.

Και ήταν και υπό την αιγίδα του δήμου Αθηναίων.
Ήταν πάρα πολύ ωραίο. Σκέψου δηλαδή τώρα σε ένα κεντρικό σημείο της Αθήνας, σε ένα τεράστιο πάρκο, τζάμπα για όλο τον κόσμο να πάει να απολαύσει μερικά από τα πολύ μεγάλα ονόματα της εποχής. Και εσύ πας και τα καις όλα;

Αν θυμάμαι καλά ρε συ εκείνη την εποχή η ζημιά ήταν κοντά στα 300 εκατομμύρια δραχμές. Φαντάσου ότι η εταιρεία μηχανημάτων που ανέλαβε να καλύψει ηχητικά όλο αυτό το γεγονός καταστράφηκε, έκλεισε. Αφού τους τα κάψανε όλα, δεν έμεινε ούτε κουμπί.

Πάντως περίεργο, δεν είχαν κάποιους ανθρώπους για ασφάλεια τότε όπως θα γινόταν τα επόμενα χρόνια;
Κοίταξε, ίσως την πατήσανε γιατί θεώρησαν ότι επειδή είναι τζάμπα δεν θα γίνει ντου, δεν θα υπάρχει βία. Θεωρούσαν ότι και επειδή ήταν πολύ καλή διοργάνωση από άποψη των ονομάτων ότι θα τη σεβαστεί ο κόσμος. Αλλά αυτά δεν είναι για να βασίζεσαι.

Σου έχει λείψει να παίζεις και να χοροπηδάει από κάτω τόσος πολύς κόσμος στο beat σου;
Όταν το έχεις ζήσει αυτό και μάλιστα πολλές φορές νιώθεις πλήρης, νιώθεις γεμάτος, εγώ τα όνειρά μου τα εκπλήρωσα, έζησα αυτό που με κρατούσε ξάγρυπνο τα βράδια.

Και εκτός αυτού είναι μία ιστορία που είναι ακόμα ζωντανή. Απόδειξη ότι αυτή τη στιγμή μιλάμε εμείς οι δύο. Και μιλάμε γιατί όπως λες για ένα μεγάλο διάστημα ο κόσμος από κάτω χοροπηδούσε στα beat μου.

Στην ουσία και αυτή τη στιγμή που μιλάμε πάλι κάποιοι χοροπηδάνε με αυτά.

Απλά δεν τους βλέπεις.
Απλά δεν είναι όπως ήταν τότε, γιατί κάθε πράγμα έχει τον καιρό του. Μετά περνάει και έρχεται κάτι άλλο και το αντικαθιστά. Αρκεί το καινούργιο που έρχεται να είναι εξίσου όμορφο.

Το οποίο μπορεί και να μην είναι καν μουσική; Μπορεί να σε γεμίσει κάτι άλλο, πχ εσύ τώρα είσαι και πατέρας.
Ακριβώς, μπορεί να μην είναι μουσική. Μα για μένα είναι πάρα πολύ συγκινητικό ότι τα τύμπανα μου τώρα έχουν περάσει στον Θανάση. Είναι 15 χρονών και παιδεύεται πάνω στα ίδια τύμπανα που παιδευόμουν εγώ τόσα χρόνια πριν.

Έχει συναίσθηση του πόσο ιστορικά είναι; Πότε κατάλαβε, ας το πούμε έτσι, ποιος είσαι;
Κοίταξε, το έχει καταλάβει γιατί είναι πολλοί οι καθηγητές που του ζητάνε αυτόγραφα (σ.σ. γέλια).

Εκτός αυτού, τώρα πια και τα παιδιά είναι όλη την ώρα μέσα στο διαδίκτυο, οπότε συνέχεια πέφτει πάνω στις Τρύπες. Βλέπει και καταλαβαίνει.

Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια

Να πάμε λίγο πίσω πάλι. Όταν βγήκαν τα “Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια”, έγινε ένα live στον Λυκαβηττό που είχε 10.000 κόσμο. Ήταν κομβική στιγμή; Είπατε τότε μεταξύ σας “μπορεί να ερχόμαστε απ’ το περιθώριο κι εκεί θα μείνουμε, αλλά πλέον μας ακούνε χιλιάδες”;
Ήταν, σίγουρα. Κοίταξε, το εναλλακτικό είναι στη συμπεριφορά σου, δεν είναι στο πόσος κόσμος σε ακούει. Μπορεί να σε ακούνε εκατομμύρια και να είσαι εναλλακτικός. Ακόμα δηλαδή η σκέψη σου να είναι στο περιθώριο, να είναι στους λίγους, να είναι στους απομονωμένους. Να μην έχει να κάνει με το mainstream.

Οπότε, όπως λες, καταλάβαμε πλέον ότι άλλαξε η σελίδα αλλά εμείς δεν αλλάξαμε.

Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή σε συναυλία για μένα, γιατί εκεί πια ήταν που κατάλαβα ότι ήταν μακρύ και δύσκολο το ταξίδι αλλά φτάσαμε στο όνειρο, το ζήσαμε, τα καταφέραμε.

Εσύ ποιον θεωρείς τον κορυφαίο δίσκο σας;
Δεν ξέρω, δεν μπορώ να απαντήσω, τους αγαπάω όλους τα το ίδιο αλλά νομίζω ότι αυτό που εκτόξευσε την κατάσταση ήταν τα “Εννιά πληρωμένα”.

Γιώργος Τόλιος:
ALEXANDROS AVRAMIDIS


Έσκασε σαν βόμβα αυτός ο δίσκος;
Αν και είχε πολλά και σπουδαία τραγούδια, όπως και οι προηγούμενοι δίσκοι, αυτός είχε και το εξής: ήταν η πρώτη φορά που οι Τρύπες έβγαιναν με τόσο καλή παραγωγή ήχου.

Ο Τίτος Καρυωτάκης, μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές του στην Ολλανδία και επέστρεψε και έδωσε μεγάλη ώθηση στο να βγει αυτό το διαμάντι.

Τις συναυλίες στο εξωτερικό πώς τις θυμάσαι; Στο Μπελφόρ, στο Λονδίνο… Πώς ήταν τότε να παίζει στο εξωτερικό ένα ελληνικό συγκρότημα;
Το Μπελφόρ ήταν μια τεράστια διοργάνωση, που είχε τρεις σκηνές ταυτόχρονα και είχε κάθε μέρα 100.000 κόσμο. Ήταν απίστευτη η οργάνωση του πράγματος. Εμείς θα βγαίναμε στις έξι παρά δέκα το απόγευμα και ρε φίλε βγήκαμε στις έξι παρά δέκα. Για Ελλάδα αυτό είναι επιστημονική φαντασία.

Για να καταλάβεις τα τύμπανα που θα έπαιζα εγώ ήταν πάνω σε ένα βάθρο, δίπλα σε μια γωνία της σκηνής πάνω σε ράγες τρένου και με το που τελείωσε το προηγούμενο γκρουπ έφυγαν εκείνα τα τύμπανα πάνω σε ράγες, και από άλλες ράγες τρένου ήρθαν τα τύμπανα μου και στήθηκαν εκεί και ήταν έτοιμα για να παίξουμε.

Επίσης κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν ότι πριν τη συναυλία ζητήσαμε καμιά μπύρα και δεν μας δώσανε τίποτα. Πριν να παίξουμε απαγορευόταν το αλκοόλ. Με το που παίξαμε, μας φέρανε ντουζίνες. Γιατί σου λέει “άμα αρχίσω και τους δίνω αλκοόλ πριν παίξουνε και γίνουν τύφλα, θα μου χαλάσουν το πρόγραμμα”. Αυτά είναι μικρές λεπτομέρειες που όμως κάνουν τη διαφορά.

Στο Marquee στο Λονδίνο και στο Μάντσεστερ ήταν επίσης πάρα πολύ ωραία. Πήγαμε και στη Φινλανδία.

Στην Αγγλία ήταν γεμάτο Έλληνες;
Είχε και ξένους. Κυρίως είχε Έλληνες φοιτητές αλλά επειδή το Λονδίνο είναι μητρόπολη του κόσμου, είχαμε από όλον τον πλανήτη ανθρώπους.

Στους ξένους έκανε μεγάλη εντύπωση το πόσο καλά παίζαμε, το πόση ενέργεια είχε το γκρουπ. Ήταν κάτι που δεν το περιμένανε από την Ελλάδα. Τους φαινόταν περίεργο γιατί πού να ξέρουν τώρα ότι η Ελλάδα είχε παραγωγή ροκ μουσικής;

ΤΟ "ΧΑΜΕΝΟ" ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

Σε ένα "Ποπ και Ροκ" του ‘96, σας ρώτησαν πώς εξηγείτε ότι από κάτω έχετε 15 χρονών παιδιά που χτυπιούνται με τα τραγούδια σας, ενώ οι στίχοι σας είναι για τουλάχιστον 30 χρονών ανθρώπους. Και απαντάς εσύ ότι “αυτό που μας ενώνει είναι ότι μας χαρακτηρίζει η ίδια αθωότητα”. Και μου ‘χε φανεί πάρα πολύ ωραίο.
Ρε συ Κώστα, 56 είμαι και ακόμα αθώος είμαι γαμώτο. Η μουσική σε διατηρεί νέο. Σε διατηρεί ζωντανό, σε γεμίζει συνέχεια όνειρα. Και τα όνειρα έχουν αυτό το καλό: δεν σε αφήνουν να γεράσεις.

Πάντως εκείνα τα χρόνια αποφεύγατε τα ΜΜΕ. Βγαίνατε πολύ σπάνια.
Κάναμε λίγα πράγματα επιλεκτικά, τα οποία νομίζω ότι άξιζαν. Κάναμε μία ωραία εκπομπή στην ΕΡΤ2 που είχε έρθει όταν παίζαμε στο “Αν” σε κάποια φάση, είχαμε βγει και στην ΕΡΤ3, κάναμε κι εκείνο το βίντεο για την εκπομπή του Σαββόπουλο, την “6η Αυγούστου”, που ήταν πολύ ωραίο.

Κάναμε κι ένα ντοκιμαντέρ για τη σουηδική τηλεόραση. Ήταν δύο Έλληνες σκηνοθέτες εκεί που μάθανε το τι γίνεται στην Ελλάδα με τις Τρύπες και μέσω ΕΡΤ3 ήρθανε εδώ και γυρίσαμε ένα πολύ καλό και προσεγμένο ντοκιμαντέρ.

Υπάρχει κάπου αυτό;
Μπα, δύσκολα. Ούτε εγώ δεν έχω πρόσβαση.

Δεν τους ψάξατε καν δηλαδή; Το είδατε ποτέ ή όχι;
Το είδαμε τότε. Μας το στείλανε για να δώσουμε την έγκριση.

Θα υπάρχει δηλαδή κάπου μία κόπια, αλλά επειδή τότε δεν υπήρχε τρόπος να το καταγράψουμε, μάλλον θα υπάρχει μόνο στα αρχεία της ΕΡΤ3, δεν το έχουμε εμείς.

ξυλο και πετρεσ στον λυκαβηττο το '94

Αυτή η συναυλία στο Λυκαβηττό που κόντεψε να σκοτωθεί κόσμος ήταν κάτι που σας πλήγωσε πάρα πολύ τότε. Θυμάσαι και πώς το αντιμετώπισαν οι εφημερίδες την επόμενη ημέρα;
Εκείνη ήταν η χειρότερη στιγμή σε όλη την πορεία, η πιο μαύρη. Νομίζω ότι εκεί λειτούργησε ένα παρακράτος, το οποίο προσπάθησε να βλάψει την πορεία που είχαμε τότε, να της φορτώσει αρνητική ενέργεια, να της φορτώσει αίμα και να μας αποκόψει από την επαφή μας με τον πολύ κόσμο. Ήθελαν να τρομάξει.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μία από τις εφημερίδες που βγήκαν την άλλη μέρα που υπήρχε κάποιος που έλεγε ότι έζησε τα γεγονότα και ότι απηύδησε τόσο πολύ που στο άρθρο κατέληγε: “Ε, λοιπόν και εγώ δεν ξαναπάω στις Τρύπες”.

Άσε που η “Ελευθεροτυπία” βγήκε την άλλη μέρα με κάτι τεράστιους τίτλους “Ροκ αίμα στον Λυκαβηττό”, και από κάτω απ’ αυτόν τον τεράστιο τίτλο, είχε δεύτερο υπότιτλο “και η άλλη άποψη” και είχε κάποιους αντίστοιχα κλασικούς μουσικούς με μία συναυλία τους, θέλοντας να κάνει μία σύγκριση ότι από τη μία οι νεάντερταλ με τα ρόπαλα και από την άλλη οι εξελιγμένοι.

Αυτό δεν το περίμενες πάντως από την Ελευθεροτυπία, υποτίθεται ότι ήταν πιο ανοιχτόμυαλη εφημερίδα.
Κοίταξε, δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην εξουσία και τα τσιράκια της. Και οι εφημερίδες είναι τα τσιράκια της.

Θεωρώ ότι ήταν μία μεθοδευμένη επίθεση σπίλωσης του γκρουπ γιατί τους ενοχλούσε ότι μία παρέα ανθρώπων η οποία έλεγε “για την πατρίδα και όλους αυτούς”, “παράξενη πόλη”, να μαζεύει την προηγούμενη χρονιά 10.000 κόσμο μέσα και 10.000 κόσμο απέξω.

Δεν τους άρεσε ότι οι Τρύπες αυτοί οι τύποι, οι εναλλακτικοί, οι περιθωριακοί, με αυτούς τους στίχους, αρχίζουν και αποκτούν πρόσβαση σε πλατιά λαϊκή μάζα.

Αυτό που επιχείρησαν έγινε με μέθοδο και με συγκεκριμένο σκοπό.

Συγνώμη τώρα που διακόπτω αλλά αυτή ήταν μία γενικότερη αίσθηση που την είχατε όλοι μέσα στην μπάντα;
Υποψιαστήκαμε όλοι ρε συ. Είναι δυνατόν να ξεκινάς για να πας σε συναυλία στο Λυκαβηττό και να έχεις μαζί σου ειδικά ψαλίδια για να σπάσεις τις αλυσίδες από πίσω από το πάρκινγκ για να μπουκάρεις; Και με το που μπαίνεις μέσα αρχίζεις και κοπάνας πέτρες στο γκρουπ και τους θεατές; Αυτό είναι προσχεδιασμένο, αυτό είναι έγκλημα εκ προμελέτης.

Συνεχίσατε και παίξατε για καμιά ώρα περίπου;
Συνεχίσαμε για να μην πανικοβληθεί τελείως ο κόσμος, για να έχει να ασχοληθεί με κάτι. Γιατί αν τον αφήναμε απλώς να τρώει πέτρες στο κεφάλι και να του ορμάνε οι παρακρατικοί από δω και από κει, θα έπεφτε μεγάλος πανικός και μπορεί να θρηνούσαμε και θύματα από το ποδοπάτημα.

Οπότε βγήκαμε και κάναμε μία ηρωική συναυλία, γιατί παίξαμε μη σκοτωθεί κόσμος στην ουσία.

Φαντάζομαι το συναίσθημα θα ήταν…
…το συναίσθημα ήταν ότι μας βιάζουν μπροστά στα μάτια μας.

Μετά κάνατε καιρό να ξαναπαίξετε;
Η επόμενη συναυλία που κάναμε ήταν μετά από ένα τρίμηνο στο κλειστό γήπεδο του Περιστερίου που γέμισε 9.000 κόσμο. Δεν το αφήσαμε να μας πάρει από κάτω. Βέβαια, αυτό την ζημιά του την έκανε. Δηλαδή πετάξανε τόση λάσπη που κάτι έμεινε. Εμείς όμως συνεχίσαμε μέσα σε ένα τρίμηνο, ακριβώς για να ξεπεράσουμε αυτή την ιστορία και να δείξουμε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα.

"οι Τρύπες δεν ήταν ποτέ δημοσιουπαλληλίκι". Το τελος

Και έρχεται το 2001 που διαλύεται η μπάντα. Κάπου είπες ότι σου κόστισε αρκετά.
Σε όλους κόστισε.

Και ο Ασκληπιός έχει δηλώσει πως ούτε κι εκείνος περίμενε ότι θα τελειώσει εκεί η μπάντα. Γενικά θες να μου πεις πώς έγινε;
Κοίτα, κανένας δεν το περίμενε. Αποδείχτηκε ότι ήταν μία διεργασία που γινότανε μέσα στον Γιάννη, που δεν τη συζήτησε μαζί μας, την κράτησε για τον εαυτό του, και απλά κάποια στιγμή μας ενημέρωσε ότι “δεν θέλω άλλο, σταματάω”.

Θα περίμενα μετά από τόσα χρόνια κοινής πορείας και εφόσον όλοι μας στηρίξαμε τόσο πολύ ο ένας τον άλλον, οπότε και εμείς οι υπόλοιποι τέσσερις στηρίξαμε τόσο πολύ τον Γιάννη για να γίνει αυτό που έγινε -γιατί ο Γιάννης δεν έγινε από μόνος του, έγινε επειδή υπήρχε από πίσω μια γκρουπάρα, που έπαιζε όπως δεν είχε παίξει κανένας μέχρι τότε και του έδωσε την ευκαιρία να εκτοξευτεί και αυτός ως τραγουδιστής, ως στιχουργός και ως ποιητής.

Και για μένα νομίζω ότι θα ήταν πολύ πιο λογικό και τίμιο να συζητήσουμε από τότε που άρχισαν να του μπαίνουν αυτές οι σκέψεις, για τους προβληματισμούς του, για το τι τον ενοχλούσε ίσως, για το τι ήθελε να κάνει. Να μας αντιμετωπίσει σαν συντρόφους και όχι σαν υπάλληλους τους οποίους απολύεις κάποια στιγμή και δεν δίνεις και πολλή σημασία.

Αυτό νομίζω ότι ήταν το μεγάλο λάθος, δηλαδή ότι μετά από τόσα χρόνια που μοιραστήκαμε ψωμί και αλάτι έφτασε η στιγμή που απλά μάς έγινε μία ανακοίνωση “μάγκες, εγώ τα παρατάω, βρείτε άκρη”. Δεν είναι έτσι.

Γιώργος Τόλιος:
ALEXANDROS AVRAMIDIS

Αργότερα όμως όταν άκουσες αυτά τα τραγούδια που κυκλοφόρησε ο Αγγελάκας, δεν είπες ότι “καλά έκανε τελικά και έφυγε γιατί με εμάς αποκλείεται να το έκανε αυτό το πράγμα;”. Ή είπες “και εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε κάνει αυτό ή να το κάνει παράλληλα και με εμάς;”.
Εμένα δεν θα με ενδιέφερε να κάνω αυτό το πράγμα.

Οπότε, μήπως τότε ήταν σωστή η απόφασή του;
Απλά εγώ θεωρώ ότι θα μπορούσε να κάνει και αυτό που ήθελε να κάνει, γιατί ο Γιάννης τότε τρελάθηκε και με τον κινηματογράφο, τον είχαν πλευρίσει διάφοροι, ποιος ξέρει τι του λέγανε και ένιωσε και εγώ δεν ξέρω τι, παράγοντας μεγάλος, και αυτό καθόρισε και την συμπεριφορά του και απέναντί μας.

Είναι λίγο βαριά αυτά τα λόγια.
Όχι μωρέ, δεν είναι βαριά, απλά κοίταξε, ο Γιάννης κάποια στιγμή επέλεξε μία διαφορετική πορεία περισσότερο για τον εαυτό του και χωρίς να υπολογίζει το τι θα μπορούσε να σήμαινε και για εμάς αυτό. Δεν τον κατηγορώ για κάτι, καλά έκανε. Αυτό που λέω είναι απλώς ότι θα μπορούσε να κάνει και αυτά που ήθελε -και κινηματογράφο και κάτι άλλο μουσικά- και να υπάρχουν και οι Τρύπες, διότι οι Τρύπες δεν είχαν τελειώσει δημιουργικά, δεν έπρεπε να διαλυθούν, είχαν πολύ δρόμο μπροστά τους.

Αυτό το απέδειξε και η πορεία όλων μας από εκεί και μετά, το ότι συνεχίσαμε να είμαστε ενεργοί και να κάνουμε πολλά και ωραία πράγματα.

Δεν του ρίχνω καμία μομφή, απλά θεωρούσα ότι μπορούσε να τα κάνει τα πράγματα πολύ καλύτερα. Τα έκανε λίγο εγωιστικά.

Και δεν μου άρεσε καθόλου ότι βγήκε να δικαιολογήσει τη διάλυση των Τρυπών, λέγοντας σε κάποιες συνεντεύξεις, πράγματα για εμάς που ήταν προσβλητικά, όπως ότι είχαμε καταντήσει δημόσιοι υπάλληλοι, ότι πηγαίναμε στις πρόβες και όλη την ώρα κοιτούσαμε το ρολόι, ότι κάποιοι από μας ήταν οικογενειάρχες…

Και τι κακό έχει το να είσαι οικογενειάρχης; Δεν μπορείς να κάνεις ροκ; Επανάσταση κάνουν μόνο όσοι είναι αδέσμευτοι; Οι οικογενειάρχες απαγορεύεται;

Αυτά που είπε μετά για ανθρώπους οι οποίοι τον στήριξαν τόσο πολύ και τον αγαπήσανε τόσο πολύ ήταν τρομερά λάθη.

Όχι, δεν διαλύσαμε γιατί είχαμε καταντήσει δημόσιοι υπάλληλοι, οι Τρύπες δεν ήταν ποτέ δημοσιουπαλληλίκι. Ήταν μια περιπέτεια πολύ άγρια για όλους μας.

Αυτό που μου λες τώρα, του το έχεις πει ποτέ; Αν νομίζεις ότι μπαίνω πολύ στα προσωπικά σας, μη μου απαντάς καν.
Κοίταξε, εγώ μετά συνέχισα να έχω κάποιες επαφές μαζί του, κάναμε κάποια παρέα γιατί ήταν κοντά τα σπίτια μας. Δεν συζητήσαμε ποτέ αυτό το ζήτημα, θα σου πω γιατί. Πρώτα απ’ όλα όταν έκανα ακόμα παρέα μαζί του δεν τα είχε πει αυτά στις συνεντεύξεις. Αφού έκοψε την παρέα και μετά, τα είδα αυτά.

Αλλά εν πάσει περιπτώσει επειδή είμαι απ’ τους ανθρώπους που το ποτήρι γουστάρουν να το βλέπουν περισσότερο μισογεμάτο παρά μισοάδειο, περισσότερο επικεντρωνόμουν στα καλά στοιχεία του Γιάννη που έχει, παρά στα κακά, οπότε αυτήν την κουβέντα δεν την έκανα, το άφησα έτσι.

Αλλά βέβαια σου λέω δεν είχε πει και αυτές τις χοντράδες. Δεν μπορείς να βγαίνεις και να κατηγορείς τους πρώην συντρόφους σου, οι οποίοι ξέρεις ότι σε στηρίξανε όλα αυτά τα χρόνια και δεν έβγαλαν τσιμουδιά για σένα, ούτε ένας δεν σε κατηγόρησε ούτε για το παραμικρό. Και εσύ να βγαίνεις και να τους κατηγορείς ότι ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Όχι, φίλε μου.

Μήπως απλά τα έχουν αυτά οι ανθρώπινες σχέσεις;
Την ποιότητά του ο καθένας τη δείχνει περισσότερο, όχι όταν αρχίζει μία οποιαδήποτε σχέση, ούτε όταν είναι μέσα σ’ αυτήν, αλλά όταν πια έρχεται το τέλος με τον άλλον, εκεί θα δείξει αν πραγματικά τον αγαπούσε ή τον σεβόταν ή τον υπολόγιζε.

Όταν αρχίζει η σχέση όλα είναι υπέροχα και παραδεισένια, όσο διαρκεί η σχέση μπορεί να καθορίζεται και απ’ τα συμφέροντα, όταν τελειώνει όμως τότε είναι που δείχνει ο καθένας τον καθαρό του εαυτό.

Και τοποθετείται και απέναντι στη σχέση. Είτε είναι επαγγελματική είτε είναι ερωτική είτε είναι συγγενική.

Γιώργος Τόλιος:
ALEXANDROS AVRAMIDIS

η ζωη μετα τις τρυπες

Έχω ακούσει μέλη τη μπάντας να λένε ότι το “Μέσα στην νύχτα των άλλων” ίσως να ήταν και η καλύτερή σας στιγμή.
Δύο πράγματα μου άρεσαν πολύ στο άλμπουμ: πρώτον ότι είχε προστεθεί στο σχήμα και ο Γιώργος Χριστιανάκης, ο οποίος με τα κομπιούτερ και με τα samples, έδινε άλλες δυνατότητες στο συγκρότημα. Μπορούσε να φτιάξει έναν ήχο πολύ πιο πλούσιο, πολύ πιο απαιτητικό, άνοιγαν καινούργια σκαλοπάτια έκφρασης.

Και δεύτερον το θεωρούσα πολύ μεγάλη εξέλιξη, ότι πρώτη φορά σε έναν δίσκο μας, πέρα από τη στερεότυπη μορφή έκφρασης υπήρχε και κάτι καινούργιο, παράδειγμα το τραγούδι το δικό μου, όπου έρχεται ένας άλλος άνθρωπος μέσα από το συγκρότημα, να παρουσιάσει αυτός στίχους, μουσική και τραγούδι.

Όπως επίσης και το “Φως” που έκανε ο Χρήστος Χαρμπίλας, που μπήκε ένα τραγούδι στον δίσκο που αυτήν τη φορά ήταν φτιαγμένο από τον τεχνικό ήχου.

Για μένα ήταν ένα τεράστιο βήμα το ότι ένα σχήμα που μέχρι τότε είχε πολύ συγκεκριμένη μορφή, έδινε και καινούργιες εναλλακτικές μορφές έκφρασης.

Κι έμεινε στη μέση πιστεύεις αυτό το βήμα ή αργότερα όταν ξαναέφτιαξες τους Γκέτο το προσπάθησες;
Η μεγάλη διαφορά είναι ότι επειδή οι Τρύπες πια ήταν κάτι φτασμένο, οτιδήποτε καινούργιο θα έβγαινε θα είχε αμέσως την ευχέρεια να έρθει σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο, ενώ με τους Γκέτο ξεκινήσαμε πάλι φτου και απ’ την αρχή, χωρίς καμία υποστήριξη από μας. Ήταν σαν να ξαναγυρίσαμε στο 1985.

Και πιο μετά δημιουργήθηκα οι Ghost Note Project; Το οποίο ήταν ορχηστρικό, κάτι πολύ πιο δύσκολο για τον κόσμο φαντάζομαι.
Πολύ πιο δύσκολο, πολύ πιο απαιτητικό, αλλά εξίσου όμορφο.

Δεν κράτησε γιατί δεν υπήρχε έδαφος για αυτό το πράγμα. Θα μπορούσε να σταθεί στο εξωτερικό, αλλά εδώ πέρα πολύ δύσκολα.

Και σήμερα, Γιώργο, με τι ασχολείσαι;
Περισσότερο ιδιωτεύω.

Ως session μουσικός δεν ήθελες να παίξεις σε δίσκους άλλων; Φαντάζομαι θα ήσουν περιζήτητος.
Έπαιξα με τον Ζερβουδακη, με τον Αντώνη Μιτζέλο, με τον Γιάννη Κούτρα, με τον Μπάμπη Στόκα. Λίγα πράγματα όμως.

Εσύ το επέλεξες να είναι λίγα;
Τελευταία συνεργασία ήταν με τον Μιτζέλο, από εκεί και μετά επειδή δεν ήμουν ποτέ δημοσιοσχετίστας, δεν είχα και πολλές επαφές με Αθήνα όπου κλείνονται αυτές οι δουλειές, περισσότερο άρχισα να δουλεύω σαν dj. Το προτίμησα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Culture, Μουσική, Θεσσαλονίκη