Ο Τομ Κρουζ στις Κάννες. Photo12 via AFP

TOP GUN MAVERICK: Ο ΤΟΜ ΚΡΟΥΖ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Ο Τομ Κρουζ έφερε τα τζετ του στις Κάννες, πήρε έναν τιμητικό Χρυσό Φοίνικα, κι έδωσε στο Φεστιβάλ την σινεφιλικού ενδιαφέροντος χολιγουντιανή εσάνς του.

«Το τέλος είναι αναπόφευκτο, Μάβερικ. Το είδος σου οδεύει προς την εξαφάνιση».
«Μπορεί. Αλλά όχι σήμερα».

Η ατάκα του Τομ Κρουζ ως Μάβερικ (που νέος ήταν και γέρασε) αποτελεί μια από εκείνες τις περιπτώσεις διαλόγου που τοποθετείται στο φιλμ με σκοπό να συνοψίσει την θεματική του θέση. Αλλά όχι μόνο το κάνει με στυλ, μα κι επιπλέον σπάει τα στενά όρια του φιλμ για να φτάσει να μιλά για τον ίδιο τον Κρουζ, για μια ολόκληρη χολιγουντιανή γενιά, και ίσως τελικά και για ένα κομμάτι του παλιού κόσμου που πιστεύει πως έχει ακόμα πράγματα να δώσει. Πράγματα να πάρει. Πράγματα να μάθει.

Στο 36-χρόνια-μετά σίκουελ της διάσημης περιπέτειας του Τόνι Σκοτ (στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το νέο φιλμ), ο Μάβερικ του Τομ Κρουζ είναι ακόμα αυτός που ήταν, στην ίδια θέση, με τα ίδια χούγια, τις ίδιες εμμονές, μα και την ίδια αγνή πίστη στην ικανότητα του κόσμου εκεί έξω να σε εκπλήσσει. Γύρω του, οι πάντες έχουν εξαφανιστεί– αυτό δεν είναι το κλασικό legacy σίκουελ όπου οι πάντες και τα πάντα περιμένουν στα παρασκήνια για να κάνουν το cameo τους και να εισπράξουν τις επευφημίες του κοινού, σα να ήταν η Τζούλια Ρόμπερτς που εμφανίζεται σε επεισόδιο του Friends και το κοινό ξελαρυγγιάζεται.

Γύρω από τον Μάβερικ, τα πάντα έχουν μετακινηθεί ή εκλείψει. Φίλοι έχουν προχωρήσει στη ζωή τους, άλλοι έχουν χαθεί. Ο χρόνος κάνει αργά ή γρήγορα την εμφάνισή του, ακόμα και στο πρόσωπο (και στον κόσμο) του Τομ Κρουζ. Μα ο ίδιος είναι ακόμα εκεί, αμετανόητος. Στην ίδια θέση. «Θα έπρεπε πια να έχεις πάρει προαγωγή ή να έχεις απολυθεί», του λέει ένας ανώτερος με ψυχρότητα, σα να μιλάει σε ένα ον του οποίου την παρουσία αρνείται να αποδεχθεί.

Μιλάει φυσικά στον ίδιο τον Τομ Κρουζ. Ο τελευταίος σταρ του Χόλυγουντ του 20ου αιώνα που μοιάζει, περιέργως, ακόμα στην θέση του. Σε μεγάλα μπλοκμπάστερ στην μεγάλη οθόνη, στα οποία είναι το πρώτο, κυρίαρχο και αδιαφιλονίκητο πρώτο όνομα. Θυμάστε κάποτε που υπήρχαν οι μεγάλοι σταρ που έφεραν τον κόσμο στα καθίσματα των σινεμά; Ο Τομ Κρουζ το κάνει ακόμα. Γύρω του, οι πάντες ελίσσονται, προσαρμόζονται. Παίζουν σε streaming σειρές. Γίνονται σκηνοθέτες. Αρθρώνουν λόγο και δανείζουν την εικόνα τους στα social. Φορούν υπερηρωικές μάσκες. Τσαλακώνονται σε κάποιο δεύτερο ρόλο και προτείνονται για Όσκαρ. Γίνονται κομμάτια ενός συνόλου.

Ο Κρουζ, πεισματικά, είναι ακόμα στη θέση του. Ανήκει κι αυτός πλέον σε ένα σύνολο, αλλά όχι ως απλό κομμάτι. Είναι ένα σύνολο που ο ίδιος έχει χτίσει, μεθοδικά, με γνώση και εμπειρία δεκαετιών γύρω του. Μια ιδέα που πλέον διαπερνά ξεκάθαρα και τις ταινίες του: Τα Mission: Impossible, αυτό το franchise-θαύμα που κρατά ζωντανή μια θαυμαστή ακαδημαϊκότητα στο σινεμά δράσης, αφορά όλο και περισσότερο την ομάδα γύρω από τον Ίθαν Χαντ, το πόσο εκείνος τους ανυψώνει, το πόσο εκείνοι τον σώζουν. Έτσι είναι πια κι η πραγματικότητα. Όταν ο Κρουζ σταμάτησε να είναι ο ντε φάκτο σταρ που ήταν στα ‘90s, όταν μεγάλωσε, όταν ο κόσμος άλλαξε, προσαρμόστηκε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο: Διάλεξε έναν κλειστό κύκλο ανθρώπων που εμπιστεύεται απόλυτα και τους μετέτρεψε στην Mission: Impossible ομάδα γύρω από τον Ίθαν Χαντ του.

Για ετούτη την αποστολή, βρίσκεται στις Κάννες. Το Φεστιβάλ στηρίζει τη λάμψη αυτού του πρώτου τριημέρου στον Κρουζ (καλύπτοντας κι ένα εξαιρετικά αδύναμο ως τώρα πρόγραμμα, αλλά αυτά θα τα πούμε στην πορεία) αλλά πρόκειται για μια έτσι κι αλλιώς σημαντική κίνηση και αναγνώριση. Δεν είναι απλά ένας τυχαίος ηθοποιός που έρχεται να μοιραστεί λάμψη με την Κρουαζέτ, είναι κάποιος στον οποίον το Φεστιβάλ φέρεται σα να είναι ο αληθινός auteur του έργου του– κι εν μέρει είναι.

Λίγες ώρες πριν την πρεμιέρα του Top Gun: Maverick στις Κάννες, ο Κρουζ μίλησε για τις εμπειρίες και τα μαθήματα ζωής του στο κοινό της αίθουσας Debussy. Το σημείο στο οποίο επέστρεφε ξανά και ξανά ήταν το πώς, από την πρώτη στιγμή της καριέρας του, πήγαινε και μάθαινε πώς λειτουργεί το κάθε τμήμα, τι συνεισφέρει στην ταινία κάθε άνθρωπος. «Ήθελα να ξέρω πώς οι ιδιαιτερότητες του κάθε ανθρώπου που συναντούσα μεταφράζονταν σε σινεμά», λέει. Μάθαινε τους φακούς, μάθαινε φωτογραφία, μοντάζ, μουσική– όχι επειδή ήθελε να δημιουργήσει ο ίδιος σινεμά, αλλά επειδή ήθελε να ξέρει τα πάντα για την τεχνική του μέσου. Ώστε να γίνει κι ο ίδιος καλύτερος, απλά μαθαίνοντας περισσότερα. Κι ώστε να ξέρει πώς να στελεχώσει το τέλειο dream team τεχνικών, ηθοποιών και συνεργατών γύρω του.

Συνεργάζεται μονίμως πια με τον Κρίστοφερ ΜακΚουάρι, που κάποτε κέρδισε Όσκαρ Σεναρίου για το Συνήθεις Ύποπτοι, μετά εξαφανίστηκε από προσώπου γης, μέχρι που κάποια rewrites στο τέταρτο Mission: Impossible έκαναν τον Κρουζ να καταλάβει πως αυτός ήταν ο άνθρωπός του. Ο ΜακΚουάρι είναι προσωπικά υπεύθυνος για όλη την –μάλλον απρόσμενη– συνεχιζόμενη ‘10s επιτυχία του Τομ Κρουζ, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον πέρα από τον ίδιο τον Κρουζ, έχοντας γράψει ή σκηνοθετήσει ή επιβλέψει σχεδόν κάθε ταινία του σταρ τα τελευταία 12 χρόνια. Είναι σαν τον Μπέντζι του και τον Λούθερ του μαζί σε ένα.

Σε αυτή την πορεία, ο Κρουζ συνεχίζει να φέρνει τον εαυτό του και το σώμα του στα όρια, σα να νιώθει πως αυτό είναι γεννημένος για να κάνει. Πως αυτό μπορεί να προσφέρει που κανείς άλλον δεν κάνει στην εποχή των CGI. Εδώ στις Κάννες, μιλάει για το πώς έχει επηρεαστεί από τον Μπάστερ Κίτον, έναν κωμικό που γεννούσε κωμωδία με την σωματικότητά του. Όταν τον ρωτάνε γιατί συνεχίζει και βάζει τον εαυτό του σε κίνδυνο με αυτά τα σταντς, απαντάει πως είναι «σα να ρωτάς τον Τζιν Κέλι γιατί χορεύει».

Στο Top Gun: Maverick, το οποίο έχει γράψει (μαζί με άλλα 6 ονόματα στα credits, αλλά ξέρουμε πως αυτός είχε το τελικό χέρι) ο ΜακΚουάρι, ο Κρουζ παίζει τον Μάβερικ ως Κρουζ. Δηλαδή έναν άντρα που μοιάζει κι αυτός χρόνου. Που έχει ακόμα τη θέση του απλώς επειδή έχει έναν φίλο σε ψηλή θέση. Που παρακολουθεί τον κόσμο του να καταργείται και να αντικαθίσταται από έναν καινούριο δίχως να συνακολουθείται από μια αντιστοιχία γνώσης, φροντίδας ή έγνοιας. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας καλείται να πετάξει ένα μαχητικό σε όρια αδιανόητα, απλώς και μόνο για να κρατήσει το πρόγραμμα ζωντανό λίγο ακόμα.

Το κάνει, φυσικά, επειδή όπως λέει, σκέφτεται τι θα απογίνουν αλλιώς όλοι αυτοί οι άνθρωποι που έχει γύρω του στο πρόγραμμα. Σα να λέει, φυσικά και θα συνεχίσω να σακατεύομαι για να επιβιώσει το συνεργείο των Mission: Impossible ταινιών. Αλλιώς θα αντικατασταθούν από drones, δηλαδή από CGI. Το συνεργείο τον χειροκροτά με θαυμασμό όταν σπάει το απαιτούμενο φράγμα. Κι επειδή είναι ο Μάβερικ, δηλαδή ο Τομ Κρουζ, συνεχίζει να πιέζει τον εαυτό του για λίγο ακόμα. Και μετά λίιιιγο ακόμα. Και μετά, γιατί όχι; Λίγο ακόμα! Ως πού; Ως πότε;

Την ταινία αναλαμβάνει ο Τζόζεφ Κοζίνσκι, ένας δραματικά υποτιμημένος σκηνοθέτης με απόλυτο έλεγχο μοντέρνας CGI αισθητικής (βλέπε το εντυπωσιακό Tron: Legacy) που όμως μπορεί να εντοπίζει την αναλογικότητα του μοντερνισμού στη εικόνα, στα τοπία, στα περιβάλλοντά του. Όπως έκανε στο θαυμάσιο Oblivion, όπου δούλεψε ξανά με τον Κρουζ, και που προφανώς κάτι έκανε αρκετά σωστά ώστε να πείσει τον σταρ να τον βάλει στην ομάδα του.

Όλοι οι συντελεστές του "Top Gun : Maverick" στο κόκκινο χαλί των Καννών. AFP

Το Top Gun: Maverick ξεκινά με εικόνες και ήχους βγαλμένους κατευθείαν από τα βάθη των ‘80s, και φτάνει να κορυφώνεται σε ένα action υπερθέαμα γεμάτο καρδιά και σασπένς. Σε όλο το ενδιάμεσο, ο Κοζίνσκι καταφέρνει να κινείται εκεί που η ανάμνηση γίνεται ηχώ κι εκεί που η σκιά του αύριο γίνεται εμψύχωση. Ούτε δημιουργεί κάποιο απολιθωμένο κατασκεύασμα που κουνάει τη μαγκούρα, ούτε και παραδίδεται αμαχητί στις τεχνικές καινοτομίες και ευκολίες.

Ένα σεναριακό εύρημα φέρνει τον Μάβερικ πίσω στο Top Gun, αλλά αυτή τη φορά ως δάσκαλο, υπό τον αυστηρό έλεγχο ενός απολαυστικά μοχθηρού Τζον Χαμ. (Ο Χαμ παίζει τον εμπαθή ανώτερο σχεδόν σα να ήταν χαρακτήρας σε κωμωδία της Τίνα Φέι, απλά κόβοντας λίγο πριν το punchline.) Εκεί αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει μια φουρνιά ελπιδοφόρων πιλότων ώστε να φέρουν εις πέρας μια αποστολή που μοιάζει στα χαρτιά σχεδόν αδύνατο να πετύχει– και σίγουρα χωρίς κάποια σημαντική ανθρώπινη απώλεια.

Αυτό το Mission: Impossible περιπλέκεται κι άλλο όταν ένας εκ των νέων πιλότων προκύπτει πως είναι ο γιος του Γκους (στο ρόλο ο Μάιλς Τέλερ), τον οποίο ο Μάβερικ πάντα προσπαθούσε να κρατήσει μακριά από αυτή τη ζωή– κι εκείνος πάντα τον μισούσε για αυτό. Αυτή η γεμάτη κόντρες, ένταση, δράμα σχέση (σχεδόν) πατέρα-γιου που αναπτύσσεται ανάμεσά τους δίνει στην ταινία το δραματικό της κέντρο βάρους, όσο ο Μάβερικ πασχίζει να εξηγήσει στους ξεροκέφαλους ανώτερους πως δεν είναι φτιαγμένος για να διδάσκει, αλλά είναι φτιαγμένος για να ηγείται μέσω παραδείγματος– και συνεργασίας.

Η εναλλαγή δραματουργίας και αποστομωτικής εναέριας δράσης δεν αφήνει το φιλμ να πέσει ούτε για μια στιγμή στο έδαφος, φτάνοντας σε ένα κρεσέντο όπου τα δύο αυτά πλέκονται με τρόπο συγκινητικό και σαρωτικό. Σε μια σεκάνς διαρκείας όπου μπορείς να ακούσεις και σχεδόν να νιώσεις το κάθε χτύπημα, την κάθε γωνία κινδύνου, το κάθε ελάχιστο βάρος που επιφέρει αυτή η απόπειρα του να αγγίζεις τα όριά σου επειδή δεν έχεις επιλογή να μην το κάνεις.

Το εντυπωσιακό στο πώς είναι σχεδιασμένη η δράση και η ας πούμε «πλοκή» του Top Gun: Maverick είναι ότι οι εχθροί ποτέ δεν έχουν σώματα. Όσο μακριά από πολιτικό χρωματισμό θα μπορούσε ποτέ να είναι μια τέτοια ταινία, ρίχνει τους πιλότους-ήρωές της σε ένα σχέδιο όπου οι αντίπαλες μορφές δεν είναι παρά κάποια λιγοστά μαχητικά ή generic πιλοτικές φιγούρες. Σε αυτή του την εικονογραφικά αφηρημένη προσέγγιση, το Top Gun: Maverick αποτυπώνει πλήρως την συμβολική ιδέα των ηρώων που έχουν για αντίπαλο τίποτα άλλο παρά τον εαυτό τους.

Κι ο Μάβερικ, ο Ίθαν Χαντ, ο Τομ Κρουζ, αυτό κάνει. Επανεφευρίσκει τον εαυτό του και το σώμα του ως ήρωας μιας σύγχρονης κινηματογραφικής περιπέτειας που θα μπορούσε να είναι βωβή, ενός υπερθεάματος που μοιάζει απτό, ενός φαντάσματος από το παρελθόν που πεισματικά κρατά ακόμα τη σωματική του μορφή. Σε μια κομβική σκηνή προς το τέλος του φιλμ, το φάντασμα πλέον πετά κιόλας! Μέχρι το τέλος του φιλμ ομολογώ πως μου ήταν αδύνατον να μην κλάψω.

Είναι όλα αυτά βιώσιμα; Φυσικά και όχι. Αλλά από την άλλη έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Ίσως κάποια στιγμή ο Κρουζ να μην έχει κάτι άλλο να μάθει ή μπορεί κανείς να μην έχει κάτι άλλο να μάθει από αυτόν. Μπορεί κάποια στιγμή το κορμί πραγματικά άλλο να μην αντέξει. Κάποια στιγμή, κι ο τελευταίος movie star του 20ου αιώνα θα αναγκαστεί να ενσωματωθεί πλήρως στον 21ο.

Αλλά όχι σήμερα.

To 75ο Φεστιβάλ Καννών διεξάγεται 17-28 Μαϊου. Το Top Gun: Maverick κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 25 Μαϊου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα