ΤΖΟΝ ΓΟΥΙΛΙΑΜΣ: Ο ΡΗΞΙΚΕΛΕΥΘΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΟΥΝΕΡ
Φτωχός αγρότης, βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου, καθηγητής Πανεπιστημίου, ερωτευμένος με την λογοτεχνία, λάτρης των απολαύσεων, ο συγγραφέας που επανανακαλύφθηκε πρόσφατα έκρυβε πίσω από το συντηρητικό παρουσιαστικό του μία ανατρεπτική φλόγα.
«Πιστεύω ότι (ο Στόουνερ) είναι πραγματικός ήρωας. Οι περισσότεροι αναγνώστες του βιβλίου θεώρούν ότι ο Στόουνερ έζησε μία θλιβερή και άθλια ζωή. Εγώ πιστέυω ότι η ζωή του ήταν εξαιρετική. Ασχολήθηκε με αυτό που επιθυμούσε, ήξερε την σημασία της δουλειάς του και ήταν αφοσιωμένος σε αυτήν. Αν λατρεύεις κάτι θα καταλάβεις το βιβλίο κι αν το καταλάβεις μπορείς να μάθεις πολλά από αυτό. Ποτέ δεν ξέρεις τα αποτελέσματα των προσπάθειών σου. Πρέπει να μην χάνεις την πίστη σου..»
Αυτή είναι η φιλοσοφία του Τζον Γουίλιαμς που είναι κρυμμένη στις τετρακόσιες σελίδες του Στόουνερ (εκδόσεις Gutenberg μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου), όπως την ανέπτυξε σε μία από τις ελάχιστες συνεντέυξεις του, το 1986.
ΣΤΟΟΥΝΕΡ
Το Στόουνερ που ο κριτικός λογοτεχνίας Τσαρλς Σίλντς το βάφτισε το «τέλειο μυθιστόρημα» -στη μελέτη του για τον Γουίλιαμς με τίτλο The Man Who Write the Perfect Novel- αγνοήθηκε όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1965. Αναμενόμενο καθώς ήταν η εποχή που κυριαρχούσε η σεξουαλική επανάσταση, τα ψυχεδελικά ναρκωτικά που υπόσχονταν την διεύρυνση της συνείδησης, ενώ το ροκ εν ρολ ήταν η μουσική υπόκρουση των διαδηλώσεων ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα η ιστορία ενός καθηγητή φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι που βιώνει έναν αποτυχημένο γάμο και έναν ναυαγισμένο έρωτα με μία συνάδερφο του και τελικά αφοσιώνεται στο έργο του μέχρι τον θάνατο του, ήταν προορισμένη να αποτύχει. Με άλλα λόγια ο Γουίλιαμς έγραψε ένα υπαρξιακό χαμηλόφωνο μυθιστόρημα σε καιρούς όπου κυριαρχούσε η ένταση και η δράση.
Η ατζέντισα του, Μέρι Ρόντελ, τον είχε προειδοποιήσει να μην τρέφει ελπίδες κάποιας εμπορικής επιτυχίας. Ο Τζον Γουίλιαμς απάντησε με μία επιστολή όπου ανέφερε -μεταξύ άλλων- πως «δεν έχω ψευδαισθήσεις αναφορικά με το μυθιστόρημα μου, δεν περιμένω να γινει best seller, αλλά αν ο εκδότης το αντιμετωπίσει με τον προσήκοντα τρόπο, όχι δηλαδή σαν ένα ακόμα μυθιστόρημα για την ακαδημαική καθημερινότητα, μπορεί να κάνει κάποιες αξιοσέβαστες πωλήσεις».
Η πορεία του μυθιστορήματος δεν επιβεβαίωσε ούτε τις προσδοκίες ούτε τους φόβους του συγγραφέα. Οι κριτικοί του φέρθηκαν με σεβασμό, οι πωλήσεις ήταν μέτριες, η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε και δεν ξανατυπώθηκε. Μισόν αιώνα μετά τον ανακάλυψε το αναγνωστικό κοινό και ο Στόουνερ έγινε best seller.
Όπως παρατήρησαν αρκετοί μελετητές του έργου του ο ήρωας του βιβλίου Γουίλιαμ Στόουνερ θύμιζε αρκετά τον βίο και την πολιτεία του συγγραφέα του. Ο Τζον Γουίλιαμς ήταν ένα αγόρι που γεννήθηκε σε μία μικρή φάρμα στο Κλάρκβιλ του Τέξας από φτωχούς και αμόρφωτους αγρότες που τον συμβούλευαν να «μην πολυδιαβάζει γιατί κουράζει το μυαλό του».
Στα δώδεκα του χρονια άρχισε να δουλεύει σε ένα βιβλιοπωλείο όπου ο ιδιοκτήτης τον μύησε στη λογοτεχνία από τον Σέξπιρ ως τον Ντικενς. Ενώ στο Γυμνάσιο άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για το ραδιόφωνο και έκανε τα πρώτα του βήματα ως εκφωνητής σε τοπικό σταθμό.
ΜΟΝΟ Η ΝΥΧΤΑ
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος που ξέσπασε άλλαξε την πορεία του. Το 1942 βρέθηκε να υπηρετεί ως ασυρματιστής σε ένα αναγνωριστικό αεροσκάφος που περιπολούσε στην Κίνα, την Ινδία και την Μπούρμα (Μιανμάρ). Το αεροσκάφος έπεσε λόγω λάνθασμένων χειρισμών του πιλότου στη Μπούρμα. Ο Γουίλιαμς μαζί με δύο άντρες από το πλήρωμα επέζησαν ενώ οι άλλοι πέντε σκοτώθηκαν. Αυτό το τραγικό περιστατικό έμεινε χαραγμένο στη μνήμη του, καθώς αυτός ήταν που σύρθηκε στα συντρίμια του αεροπλάνου για να πάρει τις ταυτότητες των νεκρών συμπολεμιστών του. Σύμφωνα με τον ίδιο είχε εφιάλτες όλη την υπόλοιπη ζωή του και έβρισκε αντίδοτο στο αλκοόλ.
Όλος ο ζόφος του πολέμου, ο αλληλοσκοτωμός των στρατιωτών, καταγράφηκε με αλληγορικό τρόπο στο πρώτο του μυθιστόρημα Nothing But the Night που το έγραψε ενώ ανάρωνε καθηλωμένος από τα κατάγματα σε ένα πρόχειρο στρατιωτικό νοσοκομείο στη Μπούρμα, ουσιαστικά μία σειρά από τέντες σε ένα ξέφωτο στη ζούγκλα. Όπως είχε πει αργότερα το έκανε γιατί αλλιώς θα πέθαινε από την πλήξη εκεί πέρα.
Καθώς ο στρατός κάλυπτε τα δίδακτρα των βετεράνων με το τέλος του πολέμου ο Γουίλιαμς βρέθηκε στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ στο Κολοράντο να σπουδάζει ανθρωπιστικές επιστήμες και μετά το πτυχίο έκανε το διδακτορικό του στην Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι, το Πανεπιστήμιο που διδάσκει ο μυθιστορηματικός Στόουνερ. Μετά επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ όπου ανέλαβε καθήκοντα βοηθού καθηγητή της Λογοτεχνίας.
ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΛΛΑΡΗ
Τότε εκδόθηκε και το δέυτερο μυθιστόρημα του το Butcher’s Crossing (Το Πέρασμα του Μακελλάρη, εκδόσεις Gutenberg, μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου). Στο μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο Κάνσας το 1870, ένας νεαρός απόφοιτος του Χάρβαρντ που επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Ραλφ Γουάλντο Έμερσον ταξιδεύει δυτικά για να ζήσει αρμονικά με τη φύση και καταλήγει μαζί με μία ομάδα κυνηγών βουβαλιών.
Η ιδέα του Γουίλιαμς ήταν να διαλύσει τα στερεότυπα αναφορικά με την Άγρια Δύση όπως έκανε και ο Κόρμακ Μακάρθι στον Αιματοβαμμένο Μεσημβρινό. Δεν τα κατάφερε καθώς το μυθιστόρημα θεωρήθηκε ένα ρηξικέλευθο και ρεαλιστικό μεν, αλλά σίγουρα γουέστερν, ένα χαρακτηρισμό που ο Γουίλιαμς απεχθανόταν. Το δικό του μυθιστόρημα άγγιζε πολύ περισσότερα θέματα και κυρίως το τέλος του Αμερικάνικου Ονείρου, τον ιμπεριαλισμό που είναι συνυφασμένος με την αμερικάνικη πολιτική και την εξόντωση των ιθαγενών από τους αποίκους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της τελευταίας συζύγου του της Νάνσι Γκάρντνερ Γουίλιαμς –ο συγγραφέας είχε κάνει άλλους τρεις γάμους- ενώ το έγραφε χανόταν για μέρες καθώς κατασκήνωνε στα δάση πάνω στα βουνά του Κολοράντο.
Οπότε ήρθε και η στιγμή να γράψει το Στόουνερ. Την ιστορία ενός στωικού καθηγητή γεννημένου από μία φτωχή αγροτική οικογένεια που στο Κολέγιο αγάπησε την λογοτεχνία και αφιέρωσε τη ζωή του στη διδασκαλία. Ο Γουίλιαμς πάντως δεν θύμιζε καθόλου τον ήρωα του. Στην τάξη, καλοντυμένος πάντα με σακάκι και γραβάτα, μιλούσε με στεντόρεια φωνή και κάπνιζε διαρκώς ενώ παρέδιδε το μάθημα. Μετά τα μαθήματα έπινε μερικές μπύρες μετά ουίσκι και έβγαινε στο κήπο του σπιτιού του κι ασχολούνταν με ένα μικρό περιβόλι.
Δεν ασχολούνταν με τα γεγονότα γύρω του, παρακολουθούσε ελάχιστα την επικαιρότητα και δεν συμμετείχε σε οποιαδήποτε πολιτική εκδήλωση. Σε αυτό θύμιζε τον Στόουνερ, ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στη δουλειά του.
Σε αυτό το βιβλίο ήταν που είχε βάλει στην αρχή ένα μότο το οποίο αργότερα το αφαίρεσε. Ήταν μία φράση του συντηρητικού στοχαστή Ορτέγκα Υ Γκασέτ: «Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που θέλει να γίνει αυτός που είναι». Μία φράση που χαρακτήριζε με σπάνια λιτότητα την πορεία του συγγραφέα. Άλλωστε και η συζυγός του τον περιγράφει ως άνθρωπο που «δέχτηκε να κάνει οποιαδήποτε θυσία και αντιμετώπισε κάθε προκληση για να γίνει αυτός που ήταν».
Σε ό,τι αφορά το γράψιμο ο Γουίλιαμς ήταν ολιγογράφος γιατί αφιέρωνε χρόνο στα μυθιστορήματα του μόνο τα καλοκαίρια όταν δεν παρέδιδε μαθήματα στο πανεπιστήμιο. Αλλά ήταν μεθοδικός, ξεκινούσε να γράφει νωρίς το πρωί, πίνοντας καφέ και σταματούσε για ένα σύντομο γεύμα το μεσημέρι, ενώ μετά επέστρεφε στο γραφείο για δύο τρείς ώρες ώστε να σχεδιάσει την συνέχεια του έργου του για την επόμενη μέρα. Αν κάτι τον εκνεύριζε ήταν να αναγκάζεται να επιστρέφει στο κείμενο για να κάνει αλλαγές.
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Το τελευταίο του μυθιστόρημα ήταν ο Αύγουστος (εκδόσεις Gutenberg, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου) ένα μυθιστόρημα για την ζωή του Οκτάβιου αυτοκράτορα της Ρώμης, όπου για πρώτη φορά βραβεύτηκε το 1973 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Ένα βραβείο που το μοιράστηκε με τον Τζον Μπαρθ και την Χίμαιρα (Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Χριστίνα Ντόκου) του. Φυσικά δεν είχε ανάγκη μία τέτοια αναγνώριση ούτε το χρηματικό έπαθλο που την συνόδευε. «Δεν με νοιάζει» είχε πει όταν ανακοινώθηκαν τα βραβεία. «Ποτέ δεν πίστευα ότι θα βγάλω χρήματα από τα βιβλία μου».
Το 1985 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο και πέθανε το 1994 από αναπνευστική ανεπάρκεια. Λίγα χρόνια μετά ο Στόουνερ αλλά και τα υπόλοιπα μυθιστορήματα του θα του έδιναν την φήμη που δικαιούνταν πρώτα στην Ευρώπη και μετά στην Αμερική. Σε ένα ανολοκλήρωτο γραπτό του ο Γουίλιαμς είχε σημειώσει:
«Γράφω για την ανθρώπινη εμπειρία, ώστε να την κατανοήσω και έτσι να αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι ειλικρινής. Αν και μπορεί να φαίνεται ότι στερώ κάτι από τον ήρωα του Στόουνερ με τον θάνατό του, στην πραγματικότητα δεν το κάνω. Του δίνω κάτι περισσότερο από ό,τι είχε πριν και περισσότερο από ό,τι οποιοσδήποτε από εμάς έχει αποκτήσει ποτέ, τη δική του ταυτότητα». Είναι μία σημείωση που περιγράφει με σαφήνεια την δική του απαρέγκλιτη πορεία.