Προ των πυλών η απειλή του στασιμοπληθωρισμού
Διαβάζεται σε 8'
Ο συνδυασμός ανόδου των τιμών, “ροκανίσματος” των εισοδημάτων και πιθανής αύξησης των επιτοκίων που έχει και “μετενέργεια” στην πορεία της ανάπτυξης, αναμφίβολα δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που παραπέμπει σε στασιμοπληθωρισμό, απειλώντας νοικοκυριά κι επιχειρήσεις.
- 05 Μαΐου 2026 06:05
Εκ νέου αντιμέτωπη είναι η ευρωπαϊκή και προς ώρας, σε δεύτερο πλάνο, η ελληνική οικονομία με ένα γνώριμο αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνο φαινόμενο, τη στασιμοπληθωριστική πίεση.
Ήδη τα μηνύματα, ειδικά από χώρες όπως η Γερμανία που είναι “βαρόμετρο” για όλη την ΕΕ και βέβαια για την Ελλάδα, ειδικά εν όψει του τουριστικού θέρους, είναι ανησυχητικά. Από τη μια το φρένο στην ανάπτυξη αλλά και από την άλλη το “γκάζι” στον πληθωρισμό είναι δεδομένα.
Η Γερμανία
Μόνο στη Γερμανία η εικόνα παραπέμπει σε σοβαρή ανησυχία. Έτσι, σε αναθεώρηση επί τα χείρω των προβλέψεών της για την ανάπτυξη της οικονομίας το 2026 και το 2027, λόγω του πολέμου στο Ιράν, προχώρησε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση αναμένει για το τρέχον έτος ανάπτυξη 0,5% από 1,0% που είχε προβλέψει αρχικά, ενώ για το επόμενο έτος μειώνει τις προσδοκίες της σε 0,9% από 1,3%.
Αντίστοιχα, το Βερολίνο αναμένει αύξηση του πληθωρισμού στο 2,7% για το 2026 και στο 2,8% για το 2027, από 2,3% που ήταν το προηγούμενο έτος.
Ακρίβεια
Στο μεταξύ από χθες, η νέα άνοδος στις τιμές της ενέργειας, με το πετρέλαιο να καταγράφει έντονη ανοδική πορεία και το φυσικό αέριο να προσεγγίζει τα 50 ευρώ, αναζωπυρώνει φόβους για ένα νέο κύμα ακρίβειας που απειλεί τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο ενόψει της θερινής περιόδου, όπου η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια κορυφώνεται, επιβαρύνοντας περαιτέρω το ήδη πιεσμένο ενεργειακό σύστημα.
Αυτός, δηλαδή, ο συνδυασμός ανόδου του πληθωρισμού, “ροκανίσματος” των εισοδημάτων και πιθανής αύξησης των επιτοκίων που έχει και “μετενέργεια” στην πορεία της ανάπτυξης, αναμφίβολα δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που παραπέμπει σε στασιμοπληθωρισμό, απειλώντας νοικοκυριά κι επιχειρήσεις.
Οπως, μάλιστα, τόνισε Διοικητής της ΤτΕ σε συνέντευξη του στον “Φιλελεύθερο της Κύπρου την περασμένη Κυριακή, “η ανησυχία για το ενδεχόμενο ύφεσης στην ευρωζώνη είναι υπαρκτή και δικαιολογημένη, δεδομένης της νέας αρνητικής διαταραχής από την πλευρά της προσφοράς που προκαλεί η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή”.
Περιορισμένο περιθώριο για μέτρα
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η εντεινόμενη αβεβαιότητα επηρεάζουν άμεσα την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, δεδομένης της υψηλής ενεργειακής εξάρτησης της ευρωζώνης.
Σε αντίθεση με το 2022, η άνοδος του πληθωρισμού εκδηλώνεται σε ένα περιβάλλον ήδη ασθενέστερης ανάπτυξης, πιο αυστηρών χρηματοπιστωτικών συνθηκών και μειωμένου δημοσιονομικού χώρου, (εξαίρεση η Ελλάδα αν και λόγω χρέους τα περιθώρια είναι στενά) γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια άσκησης πολιτικής και καθιστά τις οικονομίες πιο ευάλωτες, τόνισε ο Διοικητής της ΤτΕ και συμπλήρωσε ότι “παρότι η οικονομία της ευρωζώνης έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, η δυναμική της παραμένει υποτονική, με την ανάπτυξη να επιβραδύνεται από περίπου 1,4% το 2025 σε 0,9% το 2026, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μαρτίου της ΕΚΤ.
Τα εναλλακτικά σενάρια που έχει επεξεργαστεί η ΕΚΤ υπογραμμίζουν την υπερίσχυση των καθοδικών κινδύνων για την ανάπτυξη” ανέφερε ο κ. Στουρνάρας και εξειδίκευσε:
“Ουσιαστικά μετά και την πανδημία, τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους και τα ελλείμματα μειώνουν τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να στηρίξουν την οικονομία με γενικευμένα μέτρα. Για τον λόγο αυτό, δίνεται έμφαση σε στοχευμένες και προσωρινές παρεμβάσεις, που επικεντρώνονται στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης ανήλθε το 2025 στο 87,8% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 2,9%, επίπεδα αισθητά υψηλότερα από την προ πανδημίας περίοδο.
Στην παρούσα φάση, ωστόσο, δεν βρισκόμαστε στο δυσμενές σενάριο, καθώς η σχετική γεωπολιτική αποκλιμάκωση έχει συγκρατήσει τις πιο ακραίες εξελίξεις. Ωστόσο, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων και επανέναρξης των πολεμικών συγκρούσεων, ο κίνδυνος ύφεσης παραμένει πιθανός, χωρίς να αποτελεί το βασικό σενάριο” τόνισε ο κ. Στουρνάρας.
Άνοδος επιτοκίων και νέα κόκκινα δάνεια
Επίσης, ο Γιάννης Στουρνάρας αφήνοντας ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο έστω περιορισμένης αύξησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ– όπως είναι το επικρατέστερο σενάριο για τον Ιούνιο- δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο κάποιοι να μην μπορέσουν να σηκώσουν το βάρος.
“Αναλόγως λοιπόν του σεναρίου που εξετάζουμε, είναι πιθανό να δούμε αύξηση της ροής νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως προερχόμενα από “ευάλωτα” νοικοκυριά ή από επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κλάδους ευαίσθητους σε μεταβολές των τιμών της ενέργειας”, σημείωσε χαρακτηριστικά, μη αποκλείοντας αύξηση του κόστους χρηματοδότησης από τις τράπεζες.
Με βάση τον κ. Στουρνάρα “η τρέχουσα αβεβαιότητα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή αλλά και της παρατεταμένης πολεμικής σύρραξης στην Ουκρανία, αποτελεί τον σημαντικότερο κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη. Θεωρώ ότι είναι πολύ νωρίς ακόμα, προκειμένου να έχουμε εικόνα για τους διαύλους μετάδοσης της κρίσης, ενώ η διάρκεια του πολέμου και ο τρόπος επίλυσης της σύρραξης αποτελούν βασικούς παράγοντες, που θα καθορίσουν την επίπτωση στην οικονομία και τις τράπεζες” είπε ο Διοικητής της ΤτΕ τονίζοντας με έμφαση ότι “δεν θα απέκλεια, σε ένα δυσμενές σενάριο, αύξηση του κόστους χρηματοδότησης λόγω της μεταβλητότητας στις αγορές αλλά και αναθεώρηση των επιχειρηματικών πλάνων των τραπεζών, λόγω χαμηλότερης ζήτησης για νέα δάνεια. Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι συνετές πολιτικές στις νέες πιστοδοτήσεις αλλά και στη διανομή μερισμάτων, θα ενισχύσουν την ικανότητά τους να απορροφήσουν ζημιές από την υλοποίηση ενός δυσμενούς σεναρίου. Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι τόσο οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες, όσο και οι ευρωπαϊκές, εισέρχονται σε αυτήν την περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη.”
Το μήνυμα Πιερρακάκη
Στο ίδιο μήκος κύματος, αν και πιο συγκρατημένος, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, επιβεβαίωσε την ύπαρξη στασιμοπληθωριστικών πιέσεων, επισημαίνοντας ότι οι προβλέψεις για την ανάπτυξη κινούνται προς τα κάτω, ενώ εκείνες για τον πληθωρισμό προς τα πάνω.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η σημερινή συγκυρία δεν ταυτίζεται με την κρίση της δεκαετίας του 1970, καθώς πολλά θα εξαρτηθούν από την πορεία της κρίσης στη Μέση Ανατολή, τη διάρκεια των επιπτώσεων και τη σταθερότητα στις αγορές ενέργειας. Όπως τόνισε, η αβεβαιότητα αποτελεί τον μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου, αν και η Ευρώπη εμφανίζεται καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με το 2022, έχοντας προχωρήσει σε διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών και ενίσχυση των υποδομών.
Την ίδια ώρα, οι χθεσινές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις στον πληθωρισμό και στους μισθούς εκτιμάται ότι θα παραμείνουν περιορισμένες και βραχύβιες, με κύρια επίδραση στα έτη 2026 και 2027. Ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται στο 2,7% το 2026, ενώ ο δομικός πληθωρισμός –χωρίς ενέργεια και τρόφιμα– διαμορφώνεται κοντά στο 2,2%. Παράλληλα, η ανάπτυξη προβλέπεται να επιβραδυνθεί, με το ΑΕΠ να αυξάνεται μόλις κατά 1% το 2026.
Πάντως, με βάση αναλυτές οι διαταραχές στον εφοδιασμό τοποθετούνται στους έξι έως εννέα μήνες, κάτι που δημιουργεί ανησυχίες. Βέβαια, πρόκειται για εκτιμήσεις που πολλοί θεωρούν υπερβολικά αισιόδοξες. Ήδη, στο εσωτερικό της ΕΚΤ διατυπώνονται ανησυχίες για το ενδεχόμενο περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασης, που θα μπορούσε να ενισχύσει τον πληθωρισμό και να πλήξει την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Αύξηση στο κόστος παραγωγής
Παράλληλα, η εικόνα περιπλέκεται περαιτέρω από την άνοδο στις τιμές των τροφίμων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το Μηνιαίο Ενημερωτικό Δελτίο Τιμών Αγροτικών Προϊόντων από την Τράπεζα Πειραιώς για τον Απρίλιο 2026, “οι διεθνείς αγορές ήδη καταγράφουν ενδείξεις αστάθειας, με την παραγωγή και το εμπόριο βασικών αγαθών, όπως το σιτάρι, να επηρεάζονται από γεωπολιτικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η προσφορά παραμένει επαρκής, το αυξημένο κόστος παραγωγής –λόγω ενέργειας και λιπασμάτων– σε συνδυασμό με τις κλιματικές συνθήκες, δημιουργεί πιέσεις για νέες ανατιμήσεις.
“Η ισορροπία των κινδύνων στον αγροτικό τομέα εκτιμάται ότι πιθανά να παραμείνει στραμμένη προς την ανοδική πλευρά, υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εντάσεων, της αβεβαιότητας στις αγορές αγροτικών εισροών και του αυξημένου κινδύνου μεταβολής των καιρικών συνθηκών” αναφέρει το Δελτίο που προσθέτει ότι “τα φαινόμενα αυτά θα μπορούσαν να εντείνουν περαιτέρω τους ανοδικούς κινδύνους για τις τιμές, ιδιαίτερα στα μαλακά αγροτικά εμπορεύματα, τη στιγμή που οι αγρότες αντιμετωπίζουν ήδη ελλείψεις λιπασμάτων και αυξημένο κόστος καυσίμων λόγω του πολέμου στο Ιράν”.