Σε οικονομική ασφυξία οι μικρομεσαίοι επενδυτές φωτοβολταϊκών
Διαβάζεται σε 3'
Εκτίναξη περικοπών, αρνητικές τιμές και καθυστερήσεις παρεμβάσεων συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα για τη βιωσιμότητα των έργων.
- 05 Μαΐου 2026 06:45
Σε οριακό σημείο έχει περιέλθει η οικονομική κατάσταση των μικρομεσαίων επενδυτών στα φωτοβολταϊκά, καθώς η συνεχής υποχώρηση των εσόδων τους εντείνει τις πιέσεις στη βιωσιμότητα των έργων. Το πρόβλημα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, την ώρα που δεν διαφαίνεται ακόμη σαφής κατεύθυνση για παρεμβάσεις από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αφήνοντας την αγορά σε καθεστώς αβεβαιότητας.
Κομβικό ρόλο στην επιδείνωση των δεδομένων διαδραματίζει η σημαντική αύξηση των περικοπών «πράσινης» ενέργειας. Το πρώτο τετράμηνο του 2026, οι απορρίψεις ηλεκτρικής ενέργειας ανήλθαν σε περίπου 876,5 γιγαβατώρες, αυξημένες κατά σχεδόν 49% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη ραγδαία ανάπτυξη νέων φωτοβολταϊκών μονάδων – που προσέγγισαν τα 1,9 γιγαβάτ μέσα στο 2025 – σε ένα σύστημα όπου η ζήτηση παραμένει ουσιαστικά στάσιμη.
Την ίδια στιγμή, η διεύρυνση των ωρών με μηδενικές ή ακόμη και αρνητικές τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας επιβαρύνει περαιτέρω τα οικονομικά των παραγωγών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν σχεδόν 240 ώρες με τέτοιες τιμές, έναντι μόλις 13 ωρών την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Το φαινόμενο αυτό, σε συνδυασμό με την αυξημένη δυνατότητα τηλεχειρισμού των μονάδων από τους Φορείς Σωρευτικής Εκπροσώπησης, οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη συμπίεση των εσόδων.
Ιδιαίτερα ευάλωτα εμφανίζονται τα έργα που λειτουργούν με συμβάσεις λειτουργικής ενίσχυσης και ειδικότερα με καθεστώς ΣΕΔΠ, καθώς βλέπουν τις απολαβές τους να συρρικνώνονται δραματικά. Ενδεικτικά, κατά το πρώτο εικοσαήμερο του Απριλίου καταγράφηκε μείωση εσόδων που έφτασε έως και το 62%, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα έσοδα επαρκούν μόλις για την κάλυψη των δόσεων, εντείνοντας τον κίνδυνο δημιουργίας νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων στον κλάδο των ΑΠΕ.
Παρά την κρισιμότητα της κατάστασης, βασικά εργαλεία πολιτικής παραμένουν σε εκκρεμότητα. Ο Μηχανισμός Αναδιανομής Περικοπών, που είχε προαναγγελθεί για άμεση εφαρμογή, δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί, ενώ παραμένει ασαφές αν θα έχει και αναδρομική ισχύ. Η καθυστέρηση αυτή ενισχύει το κλίμα αβεβαιότητας και δυσχεραίνει τον προγραμματισμό των επενδυτών.
Στο μεταξύ, το ΥΠΕΝ φαίνεται να εξετάζει ως πιθανή λύση την προσωρινή ενίσχυση των ταριφών, ώστε να περιοριστεί η απώλεια εσόδων μέσω υψηλότερων τιμών πώλησης της ενέργειας. Ωστόσο, η παρέμβαση αυτή σχεδιάζεται με δημοσιονομικά ουδέτερους όρους, κάτι που σημαίνει ότι τα ποσά που θα δοθούν σήμερα θα ανακτηθούν στο μέλλον, περιορίζοντας τη συνολική της αποτελεσματικότητα.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι απαιτείται ένα πιο ολοκληρωμένο πακέτο μέτρων, που θα μπορούσε να περιλαμβάνει και παράταση των συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης. Την ίδια ώρα, η απουσία άμεσων λύσεων επιταχύνει τη συγκέντρωση της αγοράς, με μικρότερους επενδυτές να οδηγούνται σε πώληση των έργων τους σε μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους.
Καθοριστικής σημασίας για την εξομάλυνση της κατάστασης θεωρείται η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ενέργειας, η οποία ωστόσο καθυστερεί. Παρά το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, η υλοποίηση έργων μπαταριών δεν έχει προχωρήσει με τους απαιτούμενους ρυθμούς, αφήνοντας το σύστημα εκτεθειμένο σε έντονες ανισορροπίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για άμεσες και στοχευμένες παρεμβάσεις καθίσταται επιτακτική, καθώς η περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών απειλεί να ανατρέψει τις ισορροπίες σε έναν από τους πιο δυναμικούς κλάδους της ενεργειακής μετάβασης.