ΠΟΣΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΜΑΣ ΟΙ ΟΥΣΙΕΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΟΥΜΕ;
Ιατροδικαστής εξηγεί τα πάντα για τις τοξικολογικές εξετάσεις και τα παράθυρα ανίχνευσης για αλκοόλ, κάνναβη, κοκαΐνη και φάρμακα.
Ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει στον εαυτό του, εφόσον φυσικά δεν πρόκειται για κάτι που αναφέρει ο ποινικός κώδικας -ή ο όποιος άλλος κώδικας.
Εν πάση περιπτώσει, ενήλικες άνθρωποι είμαστε, με δικαίωμα ψήφου (ασχολίαστο) και την ευθύνη του εαυτού μας.
Και μπορεί να μην μας αρέσει ιδιαίτερα -ή πάντα-, αλλά ξέρουμε πως κάθε επιλογή έχει και συνέπειες. Στις πλείστες περιπτώσεις, όσο και αν προσπαθούμε να κρύψουμε κάτι (ή να κρυφτούμε) ,αποτυγχάνουμε παταγωδώς.
Ιδιαίτερα, όταν μπαίνει στη μέση η επιστήμη.
Για παράδειγμα, οι τοξικολογικές εξετάσεις, που “βλέπουν” πολύ πιο μακριά από ό,τι νομίζουμε.
Τα χρονικά παράθυρα ανίχνευσης ουσιών
Σε γενικές γραμμές, αφού δεν έχουμε όλοι τον ίδιο μεταβολισμό ή επίπεδο ενυδάτωσης ή ποσοστό λίπους και επίσης δεν καταναλώνουμε όλοι την ίδια ποσότητα της όποιας ουσίας, βάσει του National Institutes of Health των ΗΠΑ ισχύουν τα εξής, ως προς το διάστημα της ανίχνευσης -ουσίας και ποσότητας- σε τοξικολογικές εξετάσεις.
Ινδική κάνναβη
Περιέχει τετραϋδροκανναβινόλη, που είναι λιποδιαλυτή και αποθηκεύεται στο λίπος του σώματος. Άρα, αποβάλλεται πολύ αργά. Σε καθημερινούς χρήστες ανιχνεύεται στο αίμα έως 7 ημέρες (σε “κοινωνικούς” από 12 έως 24 ώρες), στα ούρα έως και 30 μέρες (3 μέρες), στο σάλιο από 24 έως 48 ώρες.
Κοκαΐνη
Ο βασικός της μεταβολίτης λέγεται βενζοϋλεκγονίνη, που παραμένει στα ούρα για έως 4 ημέρες. Σε βαρείς χρήστες ανιχνεύεται έως και 12 μέρες. Η ουσία “φαίνεται” στο αίμα από 12 έως 24 ώρες και στο σάλιο από 1 έως 2 ημέρες.
Συνθετικά ναρκωτικά
Είναι η πρόκληση των τοξικολογικών εργαστηρίων, καθώς οι χημικές συνθέσεις τους αλλάζουν συνεχώς, ώστε να “ξεγελούν” τα τυπικά τεστ ανίχνευσης. Έτσι, απαιτούν πιο προηγμένες μεθόδους (πχ φασματομετρία μάζας). Στο αίμα και στο σάλιο “φαίνονται” από μία έως 2 ημέρες και στα ούρα
- από 2 έως 4 ημέρες τα MDMA και Ecstacy,
- από 2 έως 5 ημέες οι συνθετικές καθινόνες (“Bath Salts),
- από 2 έως 7 ημέρες τα συνθετικά κανναβινοειδή, λόγω των δεκάδων διαφορετικών χημικών τους ενώσεων και
- από 3 έως 7 ημέρες τα συνθετικά οπιοειδή, όπως η φαιντανύλη, με τη μεθαδόνη να ανιχνεύεται και έως για 10 ημέρες, στους χρόνιους χρήστες.
Αιθυλική Αλκοόλη
Κάθε μια ώρα μεταβολίζεται ένα ποτό που πίνουμε. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν μεταβολίτες που “κάθονται” λίγο περισσότερο (πχ EtG). Στο αίμα και την αναπνοή, η αλκοόλη εντοπίζεται για διάστημα από 12 έως 24 ώρες και στα ούρα από 10 έως 12 ώρες. Αν όμως, αναζητηθεί ο EtG, θα βρεθεί στα ούρα από 24 έως 80 ώρες.
Αρσενικό
Το εκ των διασημότερων δηλητηρίων στην ιστορία, συσσωρεύεται στους ιστούς που είναι πλούσιοι σε κερατίνη (τρίχες, νύχια) και τα ίχνη εντοπίζονται ακόμα και χρόνια μετά. Από το αίμα απομακρύνεται έπειτα από 2 έως 4 ημέρες, ομοίως και από τα ούρα -από χρήση 2 εβδομάδων έως χρόνια.
Βενζοδιαζεπίνες
Η κατηγορία των συνταγογραφούμενων φαρμάκων για άγχος, αϋπνία ή/και κατάθλιψη έχει μεταβολίτες που παραμένουν καιρό στον οργανισμό. Στο αίμα “εντοπίζεται” από 1 έως 3 ημέρες, στα ούρα από 3 έως 7 ημέρες σε περιστασιακή χρήση και από 4 έως 6 εβδομάδες σε άτομα που τις λαμβάνουν καθημερινά στο πλαίσιο θεραπείας. Στο σάλιο “βρίσκεται” από 1 έως 10 ημέρες.
*Στις τρίχες όλα ανιχνεύονται έως και 90 ημέρες.
Οι τοξικολογικές εξετάσεις και τι μαρτυρούν τα υγρά μας
Ο Γρηγόρης Λέων, ιατροδικαστής, διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών και διοικητής του Εθνικού Οργανισμού Καταπολέμησης Ντόπινγκ έλυσε μέσω του Pop Science όλες τις απορίες, σχετικά με τις τοξικολογικές εξετάσεις.
Μπαίνουν άλλωστε, στο κεντρικό πλάνο σε αδιευκρίνιστα ή αιφνίδια αίτια θανάτου, βίαιους θανάτους και εγκλήματα, τροχαία, καταγγελίες για βιασμό ή/και νάρκωση, υποθέσεις επιμέλειας παιδιών, επείγοντα περιστατικά, προγράμματα απεξάρτησης, προληπτικούς ελέγχους “ευαίσθητων” επαγγελμάτων (πχ πιλότων) και ελέγχους ντόπινγκ αθλητών.
Αρχικά, εξήγησε περί τίνος πρόκειται.
«Οι τοξικολογικές εξετάσεις είναι εξετάσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται για να ανιχνεύουμε στον ανθρώπινο οργανισμό -ζώντες και νεκρούς- τοξικές ουσίες, όπως μπορεί να είναι τα φάρμακα, τα δηλητήρια ή άλλες ουσίες σε υψηλές συγκεντρώσεις.
Οι τοξικολογικές αναλύσεις έχουν συγκεκριμένες μεθοδολογίες.
Χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα μηχανήματα, διαφορετικά καμιά φορά για διαφορετικές ουσίες, δηλαδή άλλα μηχανήματα χρησιμοποιούνται για την αιθυλική αλκοόλη και συνήθως άλλα για άλλες ουσίες.
Επίσης, να διευκρινίσουμε ότι οι τοξικολογικές αναλύσεις δίνουν πολλαπλές απαντήσεις. Δεν μας λένε απλά, τι ουσία υπάρχει σε ένα βιολογικό υγρό, αλλά μπορούν να μας δώσουν και ποσοτική συγκέντρωση. Δηλαδή σε πόση ποσότητα βρίσκεται η ανιχνευμένη ουσία εντός του οργανισμού.
Όλα αυτά για εμάς είναι πολύτιμες, προφανώς, απαντήσεις, οι οποίες μας οδηγούν σε σημαντικά συμπεράσματα, ανάλογα με την υπόθεση.
Για παράδειγμα, εάν μιλάμε για ζώντες, θα μπορούν να μας δώσουν απαντήσεις για το αν ένας οδηγός αυτοκινήτου είναι τη στιγμή ενός οδηγού τροχαίου ατυχήματος υπό την επήρεια αιθυλικής αλκοόλης ή άλλων ουσιών. Δηλαδή, όπως λέμε, έχει επηρεασμένη οδηγική ικανότητα.
Αν μιλάμε για νεκρούς, μπορούν να μας δώσουν και απαντήσεις για το αν η παρουσία ουσιών έχει συμβάλει ή έχει οδηγήσει τον άνθρωπο στην κατάληξη, στο θάνατο».
Όσο πιο εξελιγμένες είναι οι τοξικολογικές αναλύσεις, τόσο περισσότερες είναι οι αποκαλύψεις. Σε όλες βέβαια υπάρχει ένα παράθυρο ανίχνευσης: ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την κατανάλωση στον εντοπισμό ανάλογα με την ουσία, τη χρήση και το υλικό που δίνουμε προς εξέταση.
«Να κάνουμε μια γενική παραδοχή: όποια ουσία μπαίνει στον οργανισμό μας, με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με το κάπνισμα, είτε με εισπνοή, είτε ενδοφλέβια κ.α., αυτό που πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι για να έχει επίδραση θα πρέπει να μπει στη γενική κυκλοφορία».
«Θα πρέπει δηλαδή, να μπει στο αίμα μας και στη συνέχεια από το αίμα θα αρχίσει να φιλτράρεται μέσα στον οργανισμό μας.
Εκεί ουσιαστικά αρχίζει και διασπάται κιόλας η ίδια η ουσία σε μεταβολίτες, δηλαδή στην ενεργή ουσία και σε μεταβολίτες και στη συνέχεια περνάνε σχεδόν όλες οι ουσίες από τα δυο βασικά φίλτρα του οργανισμού μας που είναι το συκώτι και οι νεφροί.
Στη συνέχεια, βέβαια αποκρίνεται με διάφορες μεθόδους, κυρίως όμως, με τα ούρα.
Έτσι, πρώτα θα βρούμε την ουσία στο αίμα, στη συνέχεια θα τη βρούμε στα ούρα και έπειτα μπορεί να παραμείνει προσκολλημένη σε διάφορα άλλα βιολογικά υλικά, όπως η χολή, τα οστά ή οτιδήποτε άλλο».
Αυτό σημαίνει πως κατ’ αρχάς έχει σημασία σε ποιο βιολογικό υγρό ψάχνουμε την ουσία.
Ο χρόνος επίδρασης δεν έχει σχέση με το χρόνο ανίχνευσης
Αφότου καταλήγουν οι ειδικοί στο υγρό που θα ελέγξουν, ασχολούνται με το χρόνο “ημίσειας ζωής”. Ο καθ’ ύλην αρμόδιος θα εξηγήσει και τι είναι αυτό, όπως και τη σημασία του στην ανίχνευση.
«Η κάθε ουσία έχει το δικό της χρόνο ημίσειας ζωής, δηλαδή χρόνο στον οποίο η ουσία παραμένει στον οργανισμό μας με τη μισή ποσότητα από αυτή που έχει εισχωρήσει αρχικά.
Εμείς χρησιμοποιούμε αυτόν το χρόνο για να δούμε την ταχύτητα με την οποία αρχίζει να εξαφανίζεται η ουσία μέσα από τον οργανισμό μας.
Αυτό είναι ένα σημείο, το οποίο είναι πάντα ανιχνεύσιμο.
Υπάρχει και δεύτερος χρόνος: της ανίχνευσης. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι περίπου 2 με 3 φορές μεγαλύτερος από το χρόνο ημίσειας ζωής».
Για να βοηθήσει στην κατανόηση, ο ειδικός έδωσε ένα παράδειγμα:
«Εάν πούμε ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής μιας ουσίας είναι περί τις 6 ώρες, δηλαδή η ουσία παραμένει στην μισή ποσότητα, ουσιαστικά αυτήν την ουσία μπορούμε να τη βρούμε στο αντίστοιχο βιολογικό υλικό περίπου για 18 ώρες».
Ας γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι: ό,τι ουσία βάζουμε στον οργανισμό μας μπορεί να εντοπιστεί έως και μέρες αργότερα, αν γίνει ο σωστός έλεγχος -του σωστού υλικού.
«Για παράδειγμα, η κοκαΐνη είναι μια ουσία που στους βαρείς χρήστες -όχι στους περιστασιακούς, αλλά ας πούμε στους σταθερούς-, υπάρχει περίπτωση να ανιχνευθεί στα ούρα ακόμα και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα αρκετών ημερών».
Συγκεκριμένο είναι και το διάστημα της επίδρασης που έχει κάθε ουσία.
«Η ινδική κάνναβη, για παράδειγμα έχει μία επίδραση στον οργανισμό που κάνει το πικ της -το ανώτερο επίδρασης- από τα 20 λεπτά μέχρι τις 3 ώρες.
Όταν σταματά η επίδραση, η ουσία μπορεί να ανιχνευθεί για σχεδόν 48 ώρες στο αίμα. Σε άλλα βιολογικά υγρά, όπως στα ούρα, μπορεί να παραμείνει για αρκετές ημέρες.
Το πόσες μέρες μπορούμε να την ανιχνεύσουμε στα ούρα είναι εξαρτώμενο και από άλλους παράγοντες -είπα και πριν πως παίζει ρόλο αν έχουμε τακτικό χρήστη ή όχι.
Το βέβαιο είναι πως δεν υπάρχουν στάνταρ απαντήσεις για όλες τις ουσίες.
Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση που καλείται να δώσει ο ιατροδικαστής πρέπει να είναι εξατομικευμένη και εξειδικευμένη για το συγκεκριμένο περιστατικό και για τον συγκεκριμένο άνθρωπο».